Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

04/07/2010


Πότης του Ανέμου

Παλιά. Πολύ παλιά. Όταν ακόμα η γη ήτανε ολόφρεσκη και τα αστέρια δεν είχανε αποστεγνώσει,  προτού ο αποδιωγμένος γιος Αβραάμ, ο Ισμαήλ, κάνει ένα όνομα για τον εαυτό του εφευρίσκοντας το τόξο και το βέλος- λένε πως εφηύρε ακόμα και την Κιβωτό της ερήμου, ένα φορείο σε στύλους που μεταφέρονται από τέσσερις άνδρες αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δε μας αφορά. Πολύ πριν απ’ όλα αυτά λοιπόν, το πιο θαυμάσιο δώρο από όλα λένε οι μπεντού - οι άνδρες της ερήμου- το έφερε ο Ισμαήλ ένα βράδυ, όταν γύρισε από την έρημο.

Είχε από μέρες αποσυρθεί στην έρημο μοναχός, γυρεύοντας κάτι που δεν το ήξερε μήτε αυτός. Το φως είχε αρχίσει να ξεθωριάζει όταν ο Ισμαήλ έγειρε να ξεκουραστεί κάτω από τον καθαρό, παγωμένο ουρανό. Ήταν τόσο εξουθενωμένος από την πεζοπορία και την λαύρα της ερήμου που σύντομα κοιμόταν βαθιά νανουρισμένος από το τραγούδι της ερήμου που ζωντάνευε στη νυχτερινή παγωνιά. Τον ύπνο του τον διέκοψε όμως ένα στόμιο ανέμου που άνοιξε μια δίνη προς το μέρος του. Τώρα, αυτό το στόμιο του άνεμου - ένα είδος ανεμοστρόβιλου της ερήμου - ήταν κάτι το κοινό και συνήθως δε θα του έριχνε μια δεύτερη ματιά, αλλά αυτό ήταν ταχύτερο και ισχυρότερο από κάθε άλλο που είχε δει, και ξερνούσε κόκκινη πυρωμένη άμμο και θραύσματα σκόνης για τα μίλια μακριά, καθώς ρίχνονταν προς τον μισοκοιμισμένο Ισμαήλ.

Πριν προλάβει να αναρωτηθεί ξανά κραυγή του και η εκκωφαντική του λαύρα τον ξύπνησε για τα καλά.

Για μια στιγμή πάγωσε απ’ το φόβο στη θέα και στο άκουσμα της απίστευτης στριγκλιάς , αλλά στη συνέχεια, από το κέντρο της διαβολεμένης σκόνης ήρθε ένας ήχο που τον αναγνώρισε ως τη φωνή του αγγέλου Γαβριήλ.

_ “Ισμαήλ! Μην φοβάσαι μόνο κοίταξε καλά!”

Όπως παρακολουθούσε Ισμαήλ, με μάτια γεμάτα κατάπληξη και φόβο, από το κέντρο αυτής της κολασμένης μάζας στροβιλιζόμενης άμμου και σκόνης ήρθε ένα εξαιρετικό θέαμα που του έκοψε την ανάσα. Ισμαήλ έτριψε τα μάτια του, γιατί δεν εμπιστεύονται το όραμα, αλλά όταν τα άνοιξε και πάλι, είδε ότι ήταν αλήθεια. Μέσα αυτή την χαοτική κόλαση σκόνης πρόβαλαν καλπάζοντας οπλές που αναπηδούσαν με χάρη στην αναβράζουσα έρημο.

_ “Καλωσόρισε αυτό το πλάσμα" τον κάλεσε ο Γαβριήλ “καλωσόρισέ το γιατί ο Κύριος το έπλασε όπως δεν έχει πλάσει κανένα άλλο πλάσμα μέχρι τώρα. Καλωσόρισέ το γιατί πλάστηκε από φωτιά και σκόνη. Υποδέξου το με σεβασμό γιατί τα ρουθούνια του είναι σαν πέταλα ενός τριαντάφυλλου. Ο λαιμός του είναι ένα επίμηκες κύμα από το οποίο επιπλέει με λαμπρούς κυματισμούς μια μεταξένια χαίτη. Τα αυτιά του, που δείχνουν προς τα μέσα για να ακούνε τους ψίθυρους της δικιάς του αγνής ψυχής, είναι κρίνα στο ταραγμένο νερό της λίμνης της ζωής. Τα μάτια του γεμάτα και βαθιά ξεχειλίζουνε από τους θησαυρούς της γης. Σεβάσου το γιατί ολόκληρο το σώμα του είναι μυθικό, αλλά ακόμα γεμάτο σάρκα ζωντανή, γεμάτη μύες και αίμα καυτό που ταλαντεύεται εύπλαστο στη δύναμη του ανέμου, του ήλιου και της άμμου και της σιωπής. Θα μεταφέρει τους φίλους Του σε Αυτόν και η πλάτη του θα είναι κάθισμα προσευχής. Θα πετά χωρίς φτερά και θα κατακτά χωρίς ξίφος. Τίμησέ το γιατί είναι ο Πότης του ανέμου κι ο Χορευτής της φωτιάς. Καλωσόρισέ το γιατί είναι μόνο ένα άγριο άλογο και αυτό το άλογο είναι άνθρωπος. ”

Ο Ισμαήλ απόδιωξε το όνειρο και τη σκόνη από τα μάτια και είδε πως πάνω από αυτές τις οπλές που κάλπαζαν τόσο γρήγορα που έδειχναν να καταπίνουν το έδαφος από κάτω αναδύθηκε ένα από τα πιο όμορφα ζώα που είχε δει ποτέ.

Κάλπασε δίπλα του. Υποκλίθηκε με χάρη. Κι έμεινε ακίνητο με το σώμα του να πάλλεται ακόμα από την ένταση του στροβίλου και της ζωής.

Την άλλη μέρα επέστρεψε στον καταυλισμό. Οι άνθρωποί του μαζεύτηκαν τριγύρω του να δούνε το υπέροχο και μαγικό αυτό όν.

_ “Είναι ο Πότης του ανέμου”


Είπε μοναχά και το αποκαλούσε έτσι για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μόνο αργότερα το αποκάλεσαν άλογο. Κάθε φυλή ήθελε άλογα για δικά της, και έτσι από εκείνη την πρώτη δίνη της δύναμης και της ομορφιάς ήρθαν χιλιάδες άλλα.

Drinker of the Wind




ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟ


17/10/2013