Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Όταν Τελειώνει Η Μέρα

όταν τελειώνει η μέρα
η σιωπή
το μόνο αντίο που ταιριάζει

Αφήνω Τη Σκέψη Μου

Αφήνω την σκέψη μου στο μέλλον
φυλάξου μουρμουρίζεις δεν αντέχεται.
Μυριάδες δικαιολογίες για ένα ψέμα.
η αλήθεια απλά δεν παζαρεύεται.
Φουτάω την πένα μου σε μια φλέβα.
Βρώμικος σκοπός που όλο μπερδεύεται.
Η αγωνία και η μέρα δίδυμα αδέλφια
που κανείς δεν ορέγεται.
Σκύβεις κοντά χαμογελώντας
φυλάξου ψιθυρίζεις δεν αντέχεται.
Ανάβεις τσιγάρο αφηρημένα
ο καπνός με την αλμύρα ανακατεύεται.
Φυλάξου, ξεφυσάς, δεν αντέχεται.

9/02/06

Το τέλειο σχήμα
δύο γλουτών
που τελειώνουν.

******

Λίγο ακόμα θεέ μου
λίγο ακόμα
κι ίσως αύριο ξυπνήσω
αυτό που πάντα ονειρευόμουνα
Άντρας

Μια Ιστορία

Η ιστορία που θα πω δεν έχει τέλος.
Η ιστορία που θα πω κυλάει αργά
όπως η ζωή η ίδια.
Δεν ακολουθεί κανένα ρυθμό.
Δεν έχει στόχο. απλά πλάθεται καθώς κυλά
λέξη την λέξη.
Κι αν κάπου κολλήσει κάποια στιγμή
απλά αλλάζει πορεία.
Κάνει λίγο πίσω για μια ματιά
και παίρνει φόρα για να συνεχίσει.
Δεν έχει μυστήριο πολύ.
Δεν είναι τραγωδία.
Η ιστορία που προσπαθώ να πω
δεν έχει καμιά ουσία.
Καθώς κυλάει αλλάζει διαρκώς
δεν μένει ποτέ η ίδια.
Η ιστορία που θα πωείναι απλά μια ιστορία

Η Μέρα Φευγει Αργά

Η μέρα φεύγει αργά
ακούγοντας το φως να πέφτει
αργά κι αυτό
όπως η μέρα.
Χωρίς βιασύνη
Χωρίς πανικό
σχεδόν χωρίς προσπάθεια.
Απλά
Αργά.
Απαλά.
Αποτραβιέται.
Έχε γεια.

Ώς Εδώ

Ας αφήσουμε τα πράγματα να ησυχάσουνε.
Οι ήχοι μόνοι τους θα κουραστούν και θα σωπάσουν.
Αργά η πόλη θ’ αφήσει την σιωπή να την τυλίξει
σαν σάβανο τόσο στοργικό.
Μητρικό.
Ως εδώ.

Όλα Είναι Ψέμα

Όλα είναι ψέμα.
Η αλήθεια και η μοναξιά
το θείο ζευγάρι που όλα τα αγγίζει
όλα τα γεμίζει
όλα τα πουλά.

Το κάθε χάδι
μέσα στο χρόνο
να φαντάζει ίδιο με μια κραυγή.
Μια αλυσίδα γεγονότων που δεν
έχουν ακόμα αναλυθεί.

Αδικαιολόγητα.
Χωρίς αιτία
με αφορμή μια γιορτή.
Μια ελπίδα για κάτι νέο
που δεν έχει ακόμα ειπωθεί

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Όλα απλά
τρεις λέξεις ξέρω μοναχά
να λέω.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Ησυχία

Ο ήχος απ’ τα αυτιά μου κοντεύει να χαθεί.
Όλα έχουν σωπάσει.
Πρέπει να προσπαθήσω αρκετά
για να τον εντοπίσω.
Μπορεί αυτό να’ ναι καλό όμως σε μένα λείπει.
Μου λείπει αυτό το βουητό «παλιού ραδιοφώνου»
που λες και είναι όλη η κραυγή της πλάσης
που δοξάζει.
Το σύμπαν
Τον δημιουργό
Τον εαυτό της

Για Μια Στιγμή Μονάχα

Στο τέλος κάθε διαδρομής και μια ισημερία.
Ένα σταμάτημα θαρρείς του χρόνου που σαστίζει.
Δεν γέρνει η πλάστιγγα σε καμιά μεριά.
Πλήρης ισορροπία.
Για μια στιγμή μονάχα
για λίγο κάθε φορά.
Όπως το σάστισμα του άλτη πριν ξεκινήσει.
Όλα για λίγο σταματούν.
Ισορροπούν.

Βαθύ Μπλε Χρώμα


Τα μάτια της μοναξιάς έχουν βαθύ μπλε χρώμα.
Αφήνω πίσω λέξεις σε σκέψεις φίλων.
Όχι γιατί δεν μου αρκούν
αλλά γιατί περισσεύουν.
Βαραίνουν στη πληθώρα τους
μιας και δεν σκορπιούνται.
Δεν απλώνουν.
Δεν μοιράζονται.
Μοναχά βουίζουν
σα μύγες γύρω από τα μάτια μου
μου υπενθυμίζουν
πως τα μάτια της μοναξιάς
έχουν βαθύ μπλε χρώμα.

Ένα Κάποιο Βράδυ

Στον κύριο Ρεμπώ
Ένα βράδυ.
Ένα κάποιο απρόσωπο βράδυ.
Ένα κάποιο απρόσωπο και κρύο βράδυ
έβαλα την ζωή στα γόνατά μου
και την γεύτηκα..
Έβαλα την ζωή
-την δικιά μου ζωή-
στα γόνατα
-στα δικά μου τα γόνατα-
και την δοκίμασα.
Την γεύτηκα
και την βρήκα. . . .
όχι πικρή.
όχι καθόλου πικρή
την βρήκα μάλλον
. . . . . άνοστη.

Το Δάκρυ

Το δάκρυ
σπάει των άνθρωπο
πιο γρήγορα απ’ τον χρόνο

Το Γέλιο

Το γέλιο.
Το αχόρταγο κι οδυνηρό σου γέλιο.
Το γέλιο.
Το ολοκόκκινο και σουμερό σου γέλιο.
Το γέλιο αυτό
που σπάνια χαλάς
κι απλόχερα χαρίζεις.
Το γέλιο που ποτέ
δεν έπαψες να ελπίζεις.
Το γέλιο αυτό που κι θεός
τρόμαξε σαν πρωτόδε.

Το γέλιο.
Το γέλιο που σαν χείμαρρος
οδεύει προς το τέλος.
Το γέλιο.
Η αρχή του παντός.
Το γέλιο.
Όλων το τέλος.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η σταγόνα χάνεται
όταν βρεθεί στη λίμνη

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Ο πόλεμος είναι η αναλαμπή
μιας συνήθως πικρής αλήθειας.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η οργή είναι η ανάμνηση
μιας συνήθως πικρής αλήθειας.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

αν η ζωή είναι καημός
ο θάνατος είναι παγίδα

Είναι η σιωπή

Είναι η σιωπή πού’ χουμε μέσα μας και δε μπορούμε να περάσουμε στους άλλους. Είναι η παύση του Ψαρόνικου στον «Αντρειωμένο» λίγο πριν αγγίξει με το νύχι τη χορδή. Λίγο προχού χτυπήσει τη ψυχή με το δοξάρι κι ο αντρειωμένος ξαστοχήσει τρεις φορές. Είναι η βραχνάδα στου αδελφού του την φωνή –εκεί στη βάση του φάρυγγα είναι κρυμμένη- καθώς τραγουδάει τον «Ρωτόκρυτο» σκυφτός και τσαφουνάει τη καρδιά με το δικό του δοξάρι.

Είναι η σιωπή της θάλασσας ο αχός, καθώς σπάει στα βράχια στην Ακουμιανή γυαλιά. Το μεσημέρι. Μόλις ο ήλιος καβατζάρει το βουνό. Προχού αρχίσει το χώμα να πυρώνει. Είναι η βροχή στη τέντα της σκηνής. Ο ήχος της αστραπής που ποτέ δεν φτάνει. Είναι το φως που γλιστράει ερωτικό ανάμεσα στα φυλλώματα και τα βράχια της χαράδρας και το νερό που αναβλύζει κρύο και γλυκό εκεί που σκάει το κύμα και το σκεπάζει.

Είναι η σιωπή ο κινέζος φοιτητής της Τιεν Α Μεν. Όρθιος. Κάθετος μπροστά στο τανκ που πλησιάζει. Είναι η υψωμένη γροθιά στο γαλανό ουρανό ενός κόκκινου Μάη. Ο καπνός των λάστιχων και των χημικών που γκριζάρει ένα πολύχρωμο Νοέμβρη. Είναι ο Τσε που χαμογελάει νεκρός κι ο αντάρτης που ξοφλάει τα ονείρατά του.

Είναι η σιωπή εσύ που ανασαίνεις δίπλα μου βαριά και είναι εγώ που κρυφοκοιτώ το κορμί σου να σπαρταράει. Είναι τα λόγια τα μικρά. Τα μυστικά. Αυτά που δεν ειπώθηκαν μα καρτερούνε. Που γίνονται μέσα μας βουνά. Απροσπέλαστα σιγά σιγά και οι κορφές τους μας τρυπούνε. Είναι τα βλέμματα τα παιδικά. Τα χάδια τα εφηβικά. Οι αναστεναγμοί των ηλικιωμένων.

Η σιωπή μας είναι αυτά. Αλλάζει η πουτάνα πρόσωπα συχνά. Γι’ αυτό την φοβόμαστε μα και την αγαπούμε.

Γαϊδουροκαλόκαιρο

Το φως λούζει
τα πάντα δυνατό
ο αέρας ατάραχος
γερνάει.
Τα πάντα γύρω
σκεπάζει η σκόνη

Εφιάλτης

Χτες βράδυ
μέσα στη σιωπή
άκουσα την ανάσα μου βραχνή
βαθιά
και ήσυχη
σα να ζούσα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Όλα είναι ξένα
όλα λειψά
σαν είσαι μόνος.

*******

Βλέπω το φως
να φεύγει αργά
κι ο κόσμος γύρω
φαντάζει οικείος.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Ο χρόνος
βασανιστικά κυλά
αν τον μετράς με ώρες

**********

Το ν’ αγγίξεις τον ουρανό
δεν είναι ανέφικτο
είναι αδιακρισία.

**********

Ο ήχος της σιωπής
μοιάζει συχνά
με τον δικό μας ήχο

**********

Ο χτύπος της καρδιάς
ο δεύτερος
μετρά την φαντασία.

**********

Τρεις λέξεις.
Τρεις απόπειρες.
Τρεις θείες ονομασίες.
Αγάπη, ζωή και θάνατος.

**********

Μετρώ τον χρόνο
με στιγμές
που ξέχασα να ζήσω

**********

Μετρώ τον χρόνο
με στιγμές
που μπόρεσα ν’ αγαπήσω.

**********
Έρωτας είναι η στιγμές
που βιώνουμε
το ψέμα.

**********

Η ζωή είναι’ έρωτας
κι ο θάνατος
αγάπη

Συννεφόκαμα

Άλλη μια ώρα
Άλλη μια στιγμή με ταραγμένους ήχους.
Κεντημένη στα κύματα
στολισμένη σταγόνες .
Ο ήλιος του μεσημεριού θαμποφεγγίζει.
Καλοκαίρι.
Συννεφόκαμα.
Λίγο πριν βουτήξω στο λάκκο της ανάμνησης
στη θύμηση των χειλιών σου.

Ας Ευχηθούμε

Όσο βαστάει ακόμα η σιωπή ας ευχηθούμε.
Ας σηκώσουμε τα βλέμματα ψηλά
και με τα μάτια μας κλειστά ας ευχηθούμε
να’ ναι πάντα τ’ άστρα φωτεινά.
Πολλά
Να γαλατίζει ολούθε ο ουρανός απάνωθέ μας.
Η θάλασσα να γοά τόσο κοντά
τόσο ζεστά σαν ερωμένη
σου φιλί αχόρταγο σε οργασμό.
Ας είναι το μέρος τούτο φωτεινό
ειρηνικό
κι ευτυχισμένο

Προσευχή

Βλέπω τους γονείς μου και τους γονείς των γονιών μου .
Να! Βλέπω τους προγόνους μου και τους απόγονούς τους.
Να! Βλέπω τους παππούδες μου και όλο τον λαό μου
να με καλεί.
Με προστάζει να πάρω την θέση μου ανάμεσο τους.
Να σταθώ στην ατέλειωτη γραμμή που τρέχει στο χρόνο
Να σταθώ ορθός σ’ αυτή τη μάχη.
Μπροστά στο φόβο να σταθώ στητός.
Με το κεφάλι ίσιο.
Τα μάτια στο ύψος των ματιών.
Τα γόνατα αλύγιστα, την καρδιά γεμάτη
αγάπη
κι ένα τραγούδι στο ύψος των χειλιών.
Σαν έρθει ο εχθρός να τον καλωσορίσω.
Είναι τιμή μου μαζί του να μετρηθώ.
Κι ο θάνατος σαν έρθει να μη λιγοψυχήσω.
Να τον δεχτώ σα φίλο και σαν αδελφό.
Με το τραγούδι της ζωής να τον καλωσορίσω.
Με μια ευχή να τον υποδεχτώ.
Μόνο έτσι θα μπορώ σαν ίσος
μαζί τους στη Βαχγάλα να σταθώ.

10/05

Σιωπή
Παύση
Υπόκλιση
Το τέλος και το τώρα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η κούραση στα μάτια μου
σταγόνες στο χορτάρι.

***

Το σήμερα στο αύριο
θολά
σιγά
αδειάζει.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Το αύριο το τώρα
Εγκωμιάζει.

***

Τα μάτια κλείνουν
Τα χείλια ανοίγουν
Ο καιρός βροχερός

Αδελφός Θανάτου

Διστακτικά αργά
Καθώς η νύχτα φεύγει
- τ’ όνειρο ακόμα αργεί-
Η κούραση
αυτή η νωθρή και σκεβρωμένη φίλη
με τα αργά της βήματα τυλίγει το κορμί
και το βυθίζει
σ’ ένα ταξίδι που ελπίζει
πως δεν θα’ χει επιστροφή.

Καθώς μετράς το χρόνο που κυλάει
μέσα στους χτύπους ασυγχρόνιστων καρδιών
αφήνεις το μυαλό να τραγουδήσει
τον στίχο πού’ δες χαραγμένο
πριν από καιρό.

«Ύπνος
αδελφός θανάτου.
Θάνατος
Εραστής της ζωής»

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η κούραση στα μάτια μου
σταγόνες στο χορτάρι.

***

Το σήμερα στο αύριο
θολά
σιγά
αδειάζει.

Φταίει Ο Καιρός. Φταίει Το Καλοκαίρι

ΦΤΑΙΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ. ΦΤΑΙΕΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

…κι αν το κορμί μου στέκει αστείο και σε ζητάει
δεν φταίω εγώ
δεν είμαι εγώ αυτή που σου μιλάει
Φταίει ο ήλιος
που σου χαϊδεύει τα μαλλιά
και ξεροψήνει
της ψυχής μου τις ολόφρεσκες πληγές.

Έλα
αστειευόμουνα λιγάκι
Ένα αστείο ήτανε κάπως ψυχρό
όπως το βλέμμα σου προχτές το βράδυ
όπως τα χείλη σου τα τελευταίο καιρό
Στάσου που πας
δεν είμαι ’γω αυτή που ξεμακραίνει
Εγώ μένω πίσω
Εγώ λέω σ’ αγαπώ…
Κι αν σ’ αγαπώ πάντα κάτι περισσεύει.
Το έργο στο τέλος πάντα φαίνεται λειψό.
Δεν τα μετρώ
μα ποτέ κάτι δεν περισσεύει
ποια είναι λοιπόν οι αγάπη που δεν έχει χωρισμό.

Γείρε εσύ
θα μαζέψω εγώ ό,τι απομένει.
Θα συμμαζέψω και μετά θα κοιμηθώ.

Δεν θα χαθώ
όπως ο ήλιος πάντα ανατέλλει
μες στο κορμί μιας γουστέρας θ’ αναδυθώ.

Έρχομαι.

Έρχομαι.
Από την άλλη άκρη του δρόμου έρχομαι
Στολισμένος.
Μόνο με τα όνειρά μου
έρχομαι
και με λίγα ερωτόλογα που κάποτε ψιθύρισα
μα δεν τα εννοούσα.

Έρχομαι.
Με ιλιγγιώδης ταχύτητα φτάνω
Στα όριά του το σώμα μου.
Στα κόκκινα η ψυχή μου.
Επιμηκύνεται επώδυνα
λίγο προτού να σπάσει.

Έρχομαι.
Μ’ ακούτε
Έρχομαι.
Κραυγάζω καθώς πλαγιάζω στις στροφές
με το γκάζι στο τέρμα.
Έρχομαι.

Στις καινές παράτες σας έρχομαι.
Τους κενούς λόγους σας τσαλαπατάω.
Έρχομαι.

Με το κεφάλι ριγμένο πίσω έρχομαι.
Τα μάτια ξερά απ’ την ταχύτητα
το στόμα πικρό απ’ την βιασύνη.
Έρχομαι.
Φτάνω.
Και λίγο πριν το τέλος
όπως πάντα εκτροχιάζομαι.
Χάνω τον έλεγχο καθώς κραυγάζω. . . .

Φτάνω.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Όλα όσα είδα κι άκουσα
θρόισμα πεσμένων φύλων

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η νυχτερινή παγωνιά
έχει την έλλειψη σου

*****

Βρέχει.
Η σταγόνες απόηχος
που φέρει τ’ όνομά σου

*****

Μικρές στιγμές η μοναξιά
που σταματάει ο χρόνος.

Συμβουλές Σ'Ένα Μαθητευόμενο Μάγο δ΄

Αν η ζωή σου ξεγλίστρα
με γρήγορες κινήσεις
δεν φταίει η ανία
μήτε η μοναξιά.
Φταις εσύ που δεν τολμάς
να την κρατήσεις.

Μικρός Συχνά Σκεφτόμουνα

Κάτω από μυρωμένα πέταλα
ο θάνατος κοιμάται.

Μικρός συχνά σκεφτόμουνα
πως όταν γίνω άνδρας
τον θάνατο θα τον καλώ
σαν αδελφό και φίλο.

Πρόποση

Ας υψώσουμε τα χέρια μας ψηλά
κι ας ευχηθούμε
καλή αντάμωση ξανά.
Καλώς να ειδωθούμε.
Με το καλό σε χρόνια και καιρούς
ας ξανασυναντηθούμε.
Και να ‘χομε πολλά να πούμε.
Να διηγηθούμε
ιστορίες ατέλειωτες
ανέκδοτα και λόγια της ντροπής.
Ας έχουμε μεγάλη ζωή
κι ας κάνουμε καιρό να ειδωθούμε.
Ας έχουμε έντονη ζωή.
Γεμάτη ας είναι πόνο.
Αν δεν μπορούμε να νοιώσουμε χαρά
ας νοιώσουμε έστω νόστο.

Πλάνη

Όταν σε πρωτογνώρισα
γελαστικά κι αφέθηκα
για μια στιγμή στη πλάνη
πως ο δικός μας έρωτας
δεν θα ‘χει μοναξιά.

Μα τώρα ξέρω καλύτερα
πως ο έρωτας είν’ το ψέμα
που λέει πως μαζί δύο άνθρωποι
νικούν την μοναξιά.

Μονάχα Τα Κύματα

Μονάχα τα κύματα γνωρίζουνε
τα μυστικά της άμμου
έτσι όπως την αγγίζουνε
με τ’ ακροδάχτυλά τους
άλλοτε απαλά, ψιθυριστά σχεδόν
να στάζουν τρυφεράδα
κι άλλοτε γεμάτα απ’ το θυμό
που τους γεννά το πάθος.

Θ'ανθίσει

Κι αν φέρει άσους η ζαριά
κι είναι τα λάθη περίσσια
ο έρωτας ο δυνατός ξέρει να επιβιώνει.
Ότι κι αν σου πουν πολλοί
για τον έρωτα στην Αθήνα
αν έχει ρίζα δυνατή και πρόσφορη καρδιά
για ν’ αντρειέψει
Θ’ ανθίσει..
Θ’ ανεβεί ψηλά και θα σου δώσει άνθια.
Ο έρωτας ο δυνατός παντού πετάει φύλλα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Αν είναι ήττα η ζωή
δίνεις λάθος αγώνα

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Μια Μέρα

Μια μέρα.
Μια ουδέτερη χωρίς ταυτότητα μέρα.
Μια μέρα από αυτές που λείπεις
Επειδή επέλεξες να είσαι εκεί
Θα σηκωθώ
θ’ αγγίξω το αποτύπωμα του κορμιού σου
στο σεντόνι τ’ αδειανό
και θα σε βλαστημήσω.
Όχι γιατί σαν τον Ρεμπώ θα σε βρω πικρή.
Μα γιατί μ’ άφησες να σ’ αγαπήσω
κι έφυγες σε ταξίδι αναψυχής.

Ύστερα
Τα μάτια μου θα κλείσω.
Θ’ αφεθώ στο κάλεσμα τ’ ανέμου.
Στο τραγούδι της μέρας θα κυλήσω
κα ι κάπου κάπου θα γελώ καθώς ποτέ μου
δεν θα βρω άλλο σημάδι να σε αναγνωρίσω.

Θα ξεκινήσω.
Το δρόμο θα ξαναπάρω να σε συναντήσω.
Θα περιπλανηθώ.
Θα σε νοσταλγήσω
και θα χαθώ σε δρόμους που ποτέ μου
δεν τόλμησα ν’ ακολουθήσω.

Φώναξέ μου.
Το ξέρεις πως θα ξαναγυρίσω.
Το ξέρεις πως στο κορμί σου
Σαν κύμα λαχταρώ να συντριφτώ
Για να σ’ αγγίξω.

Λόγια

Λένε
Μια καλημέρα δεν αρκεί
Για να γεμίσει την μέρα με ζωή
Μα η ανάμνηση και μόνο αυτού του ήχου
Φέρνει στο κορμί μου τέτοια ταραχή
που με τρομάζει.
Δείχνει ζωντανό.
Δείχνει να ξεμουδιάζει.
Να μυρμηγκιάζει
και να μαρμαρυγεί.

Δειλινό

Όταν ο ήλιος αγγίξει το νερό
η θάλασσα μερεύει
κι αφήνεται στα χέρια του
να την γλυκοπλανέψει

Στον Στρατή Θαλασσινό

Σαν βγήκα στο δρόμο πριν από καιρό
άπειρος
δειλός
με μόνο μου εφόδιο την όρεξη για ταξίδι
Είχα τα μάτια αδειανά
τα χείλια διψασμένα
για εικόνες και ορίζοντες
αλλοτινούς και ξένους.
Τώρα γυρίζω μοναχός
με κούραση στα πόδια.
Έχω γεμάτη την καρδιά
μα άδεια ακόμα μάτια
και τα σκασμένα χείλη μου
διψούν όπως και πρώτα.

Ερωτικό Μικρό

Χίλια που σμίγουν
σε χρόνο δανεικό
αφήνουν σημάδια
που καίν’ για καιρό

Υπόθεση

Ας υποθέσουμε για μια στιγμή
-για’ να λεπτό μονάχα-
πως η ζωή ολάκερη
δεν είναι τίποτα άλλο
από ‘να όνειρο τρελό
που βλέπουν τα μυρμήγκια.

Όσο απλό κι αν ακούγεται.
Όσο χαζό και ψέμα.
Δεν διαφέρει τίποτα
από το να πιστεύεις
ότι όλο το σύμπαν γύρω μας
χτίστηκε χωρίς λόγο

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Σφαίρες

Σφαίρες που αλλάζουν όνομα ανάλογα το δέρμα
και το χρώμα των ματιών που τις κοιτούν.
Το πλάτος και το μήκος.

Σφαίρες που γρήγορα περνούν
κι ορίζουν την ζωή μας.

Σφαίρες που ονειρεύονται τα
ονείρατα που ζούμε

Θά 'Θελα Νά 'Χα Χρόνο

Θα’ θελα να’ χα χρόνο

Θα’ θελα να’ χα χρόνο
όχι μόνο να σ’ ερωτευτώ
μα και να σε γνωρίσω.

Στις πιο κρυφές σου σκέψεις να τυλιχτώ
τους σκοτεινούς σου φόβους να φωτίσω
τα πιο τρελά σου όνειρα να φανταστώ
με τους αγαπημένους σου σκοπούς να σε νανουρίσω.

Του κορμιού σου τους χυμούς να γευτώ
του οργασμού σου την μυρωδιά να οσφρανθώ
του έρωτα σου τις κραυγές να τραγουδήσω.

Μέσα στη θλίψη των ματιών σου να βυθιστώ
το σώμα σου με τα φιλία μου πόντο τον πόντο να μετρήσω.

Θα’ θελα να’ χα χρόνο όχι μόνο να σ’ ερωτευτώ
μα και να σ’ αποπλανήσω.
Να με γνωρίσεις.
Να με βαρεθείς.
Προχού να φύγεις να σ’ αποχαιρετήσω.

Θα’ θελα να’ χα μόνο
λίγο ακόμα χρόνο να σε ζήσω

Ο Τελευταίος Χτύπος

Ο τελευταίος χτύπος της καρδιάς ενός ανθρώπου έχει την δύναμη να φτάσει μέχρι την καρδιά της γης και να ριζώσει. Ν’ αναπτυχθεί. Να βγάλει άνθη

Ο τελευταίος χτύπος της καρδιάς κάθε ανθρώπου έχει την δύναμη να δώσει ζωή

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Αν κινηθείς αντίστροφα
Θα φτάσεις πάλι
στο τέρμα

*****

Από το ένα στο μηδέν
Όλη η ζωή του ανθρώπου.

Χάι κου στον έρωτα

Το όνειρο κι ο έρωτας
πηγαίνουν χέρι –χέρι

*****

Ο έρωτας κι ή σιωπή
κρατούν όσο τους πρέπει

*****

Ο έρωτας και η ψευτιά
φορούν τα ίδια ρούχα

*****

Η αλήθεια και ο έρωτας
πονούν όταν κοπούν

*****

Του έρωτα και της ζωής
τους πρέπουνε τραγούδια

*****

Του θανάτου και του έρωτα
τους πρέπουνε χοροί

*****

Η Θλίψη και ο έρωτας
θέλουν υπομονή

*****

Τον χρόνο και τον έρωτα
μοναχά τους ζεις

Θα Δώσω Χρόνο Στον Έρωτα

Θα δώσω χρόνο στον έρωτα
ν’ ανθίσει
να λουλουδίσει
Ν’ απλώσει ρίζες στο κορμί
και να γιγαντωθεί.

Δεν θα βιαστώ να τον αρνηθώ
Μήτε να τον πιστέψω.
Αν δώσει ρίζες και καρπό
απλά θα τον γευτώ.

Αν πάλι τύχει και μαραθεί
θα τον ξεριζώσω
και θα φυτέψω στη θέση του
ένα πιο δυνατό

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Αν ήμουνα ανόητος
είπε ο σοφός
θα τα ήξερα όλα.

******

Ο θόρυβος
την νύχτα
τη δυναμώνει.

Σπονδή στoν W. Blake

Enough or too much
Enough is never too much


Τα αρκετά είναι πάντα πάρα πολλά
Μα τα πάρα πολλά δεν θα γίνουν ποτέ αρκετά.

Τέσσερα Βιβλία

Ανατέλλων πατέρα
πρωινό φως
ποιος τολμά τη λάμψη σου
να σχεδιάσει.

Το βιβλίο της γης
με γραμμές τόσο πυκνές
που η ανθρώπινη ζωή
δεν αρκεί να τις αλλάξει

Το βιβλίο της θάλασσας
με γραμμές αεικίνητες
που η ανθρώπινη ζωή
δεν μπορεί να χαράξει

Το βιβλίο του αέρα
με γραμμές αόρατες
που κι ο μικρότερος ψίθυρος
μπορεί να τις αλλάξει

Το βιβλίο της φωτιάς
με γραμμές τόσο άστατες
που μόνο ανθρώπινη βούληση
μπορεί να τις ανάψει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Κάτω από ματωμένα πέταλα
ο θάνατος κοιμάται.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Θέε μου δως μου δύναμη
να γίνω σα κλαδάκι

*****

Η σιωπή σκεπάζει
το φως της μέρας

*****

Το φως, το χάδι, το νερό
Τρεις νότες της ουράνιας
θείας μελωδίας

Συμβουλές Σ'Ένα Μαθητευόμενο Μάγο δ'

Ονειρέψου την στιγμή
Που όλα τα όνειρα
θα γίνουν πραγματικότητα
Νοστάλγησε την ώρα
που όλα τα πράγματα
ήταν ονειρεμένα.
Οι ομοιότητες τους σίγουρα τρομάζουν

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Οι σκύλοι ονειρεύονται
όνειρα που τρομάζουν


*****

Ουσία
Κενό
Πληρότητα

*****

Το νερό θρηνεί
καθώς επανέρχεται
σε θερμοκρασία δωματίου

*****

Μικρή αναλαμπή
όμοια ηλεκτρική εκκένωση
ελευθερώνει τη μνήμη

*****

Η τάξη φέρνει κίνηση
η στάση αταξία

Μικρες Σκέψεις Για Τη Ζωή

Τι είναι θεός, τι άνθρωπος
και τι το ανάμεσό τους.
Μια νότα, μια δίεση
και μία συγχορδία.

Με Μια Κραυγή

Όλα αρχίζουνε ξανά με μια κραυγή οικία.
Καινούργια όνειρα θα ‘ρθούν σε γνώριμους πλέον δρόμους.
Καινούργιοι ονειρότοποι.
Καινούργιοι ονειροδρόμοι.
Τα χρώματα θα λάμπουνε μ’ ένα νέο τρόπο
πρωτόγνωρο μοναδικό όπως κάθε μέρα.

Ότι Κι Αν Πω Θα Μοιάζει Αλήθεια

Ότι κι αν πω θα μοιάζει αλήθεια.
Τα χείλια μου όμως τα κινεί ο πανικός.
Τα χέρια μου χαράζουν στον αέρα
περίτεχνα σκουπίδια
μπας και σκεπάσουν με μπιχλιμπίδια
το κενό

Κρυφά Και Σίγουρα

Υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν ειπωθεί
Φωλιάζουν άηχα πίσω από κάθε λέξη.
Με τις σιωπές κάνουν την παρουσία τους αισθητή.
Με τις ανάσες αφήνουν να τα μαντέψεις.
Υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν ειπωθεί
γιατί ποτέ δεν τόλμησες να τα προφέρεις
μα σιωπηλά σου υπαγορεύουν τι θα πεις
αθόρυβα δηλητηριάζουνε τις λέξεις.

Μια Νύχτα

Βομβίζει όμορφα
η μέρα σαν αρχίζει

Συμβουλές Σ'Ενα Μαθητευόμενο Μάγο γ΄

Το Δυτικό τον άνεμο
μην περιμένεις
με τα δικά σου τα φτερά
μάθε να πετάς

Μικρές Σκέψεις Για Την Ζωή

Τα πάντα είναι μάταια ακόμα και η αγάπη
Άμα δεν έχεις για πηγή το δικό σου κέντρο
Που μοιάζει να ταυτίζεται με το κέντρο όλων

Χρησμός

Η Αφροδίτη στους Ιχθύς
και στον Κριό η σελήνη.
Ο Κρόνος κάπου ανάμεσα
σε Λέοντα και Παρθένο.
Ο ήλιος στην ανατολή
κι η γη σε ισημερία.
Τότε μόνο θ’ ακουστεί
η σωστή η λέξη
που δίχως ίχνος ιερού
θ’ αλλάξει όλο τον κόσμο.

Συνταγή

Δύο σταγόνες λεμονιού
Δυο πρέζες χοντρό αλάτι
Μια κουταλιά χλιο νερό
Όλα τα καθαρίζει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Νοιώσε το φως
φίλα το σκοτάδι

******
Το φως του κεριού
χρωματίζει τη νύχτα

******
Το νερό της βροχής
ξεπλένει τη νύχτα.

******
Μετά το τέλος η αρχή
απέχει μόνο ένα βήμα .

******
Τι όμορφα που ακούγεται
η μέρα που τώρα αρχίζει

Πνοή Ανέμου

πνοή ανέμου,
είπε ο εκκλησιαστής,
πνοή ανέμου, πνοή ανέμου,
τα πάντα είναι πνοή ανέμου


Τραγούδι ειπωμένο με περισσό καημό.
Βλέμμα αφημένο με νόστο στο κενό.
Εικόνα που θυμίζει αλλοτινή σκηνή.
Μνήμη που γεμίζει με μια ξένη ζωή

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Ότι αγγίζει μια καρδιά
πηγάζει από μια άλλη.

******
Ότι έχει τέλος έχει αρχή
Ότι έχει κέντρο στόχο.

******
Ότι εύκολα λέγεται
εύκολα ξεχνιέται.

******
Στις νύχτες του καλοκαιριού
φωλιάζει ο χειμώνας

******
Πίσω από τα κύματα
ακλουθεί ο χρόνος

******
Ο ήλιος του μεσημεριού
θυμίζει καλοκαίρι

******
Το φως του ολόγεμου φεγγαριού
στολίζει τον χειμώνα

******
Η σιωπή είναι ήχος δυνατός
που ξέχασε ν’ ανασάνει

******
Το φως είναι τα χάδια μας
που άγγιξαν την ψυχή μας

******
Τα δάκρυα είναι έρωτες
που έσβησαν πριν καούνε.

******
Ότι δεν ξεστομίζεται
γίνεται εφιάλτης.

******
Λίγο ακόμα μείνε σταθερός
και θα γυρίσει ο κόσμος να σ’ αγγίξει

******
Λίγο ακόμα μίλα πιο σιγά
και θ’ ακουστεί ο ήχος της αλήθειας

******
Αν είναι η καρδιά σου ανοιχτή
ο χρόνος δεν θα την μαυρίσει.

******
Τώρα η σιωπή
είναι
σημάδι αμηχανίας

******
Έχω δυο μόνο ονόματα
Εγωισμός και Φόβος

******
Ίσως να μένει μόνο η θλίψη
σαν φύγουν όλοι απ’ τη σκηνή

******
Το όχι και το ναι ακούγονται
Ίσως στα αυτιά της αλήθειας

Δύο Λύκοι

Έχω δύο λύκους στη καρδιά
που τρέφονται από μένα.
Ο ένας τρώει αχόρταγα όλες μου τις αισθήσεις
κι ο άλλος απ’ τις σκέψεις μου τις πιο βασανισμένες.
Τις νύχτες με συντροφεύουνε στα άσκοπα ξενύχτια
και ρουφάνε άπληστα μαζί μου αυτές τις ώρες.
Έτσι σαν έρθει το πρωί με βρίσκει τσακισμένο
αλλά στεγνό από αισθήματα
ταπί από ιδέες

Χάι- κου στα Ακούμια

Το κύμα σπάει
στον βράχο γιομάτο
με υποσχέσεις
***

Το φως τραβιέται
χώρες ξένες
να αναθρέψει
***

Ο αγέρας γεμίζει
τούτη την ώρα
με γλυκιά θλίψη
***


Τα μάτια σου καίνε
από τ’ αλάτι
που τά’ χει τυλίξει
***

Αύριο θά’ ναι
μια άλλη μέρα
για να χορέψεις
***

εγώ θα στέκω
πάλι εδώ
να με μαγέψεις

Ακουμιανή γυαλιά

Ζέστη
Αέρας
Μυρωδιά αλμύρας και θυμάρι
Και ο αχός της θάλασσας
Να σου μεθά το νου.

Πορτρέτο

Το φεγγάρι ασημολούζει
στον ματιών σου τις πηγές
και ο ήλιος σκαρφαλώνει
των χειλιών τις κορυφογραμμές.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Με Λίγα Λόγια β΄

Πέρασε δίχως αναπαμό
άλλη μια σκούρα μέρα
μες στον αχό της θάλασσας
στης μπόρας την φοβέρα.

Με Λίγα Λόγια

Το τώρα στέκει ακίνητο
το αύριο τρομάζει
κι ο χρόνος ονειρεύεται
την λάμψη του παρόντος

Μικρό Ερωτικό

Θά’ θελα να ’ρχόσουνα γεμάτη υποσχέσεις
και να μου της ψιθύριζες με φλογισμένα χείλη
γεμάτα αλάτι και μυστικά άκρως απαγορευμένα

Θα ’σκυβες
κι αυτή η κίνηση θα χάραζε στη μέρα
σημάδι ανεξίτηλο που θα την καθορίζει.

Το Άνυδρο Χώμα

Τ’ άνυδρο χώμα δεν γεννά
καμία υποψία για όσα κρύβει μέσα του
στις σκοτεινές του κρύπτες.

Κάποια στιγμή ακούγεται απ’ τις μικρές ραγάδες
ένας ψαλμός αλλόκοτος που εξυμνεί την φύση
και τότες αν είναι σούρουπο και έχεις περπατήσει
σε δρόμους κακοτράχαλους στα βάθη της ψυχής
ίσως πριν δουν τα μάτια σου να νοιώσει η καρδιά σου
μορφές μαβιές κι αλλόκοτες να περπατούν σκυφτές

Μην φοβηθείς
Μην βγάλεις μιλιά
Άσε τις να περάσουν.
Το χώμα τούτο τ’ άνυδρο γεννά παιδιά φτιασμένα
να αντέχουνε στο πέρασμα του αδηφάγου χρόνου.

Νερό Κι Αλάτι

Νερό κι αλάτι και μουσική από μια θάλασσα που αιώνια
παφλάζει
μέσα στη ζέστη του μεσημεριού στο αιώνιο καλοκαίρι.
ένα φιλί μικρού παιδιού στα χείλη τα σκασμένα
από τ’ αλάτι του νερού και τ’ άνεμου το χάδι
καθώς πέφτει το θείο φως κι ο ήλιος όλο γλυκαίνει
φαντάζει η φιγούρα σου αρχέγονη μητέρα που μόνιμα
λικνίζεται
στο ρυθμό των κυμάτων .

Προσχέδιο Ι

Είδα τ’ άστρα να σχηματίζονται.
Να σμίγουν
οι μάζες τους με κρότο.
Να φλέγονται με λάμψεις απάνθρωπης ομορφιάς
και μεγαλείου
Να λιώνουν σε πυροτεχνήματα κι ένα αέναο ποτάμι φωτός
στον χρόνο
Που δεν είχε όνομα
μήτε αρχή
ή τέλος
γιατί δεν σκέφτηκε κανείς να τον μετρήσει.

Πλανήτες να σχηματίζονται
καπνίζοντας ακόμα να καταρρέουν σε στάχτες και κομμάτια
γης
ποικιλόμορφα
Όσο και οι κόκκοι της άμμου.
Να κρυώνουν και να τυλίγονται σε αέρια πολύχρωμα
με φαντασμαγορικές όψεις .

Ήμουν εκεί.
Ήμουν παρών.
Σ’ ένα ατέρμονο εγώ που ήταν όλα.
Κι όλα ήμουνα εγώ.
Αστρόνειρο.
Καθάριο φως
και χώμα

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

Η Φωνή Του Παγωνιού

Η φωνή του παγωνιού είναι κραυγή οδύνης.
Σπαραγμού.
Γι’ αυτό δεν είναι ωραία.
Με τόσα μάτια ορθάνοιχτα σπαράζει σαν αντικρίζει
την πλάνη που ζούμε όλοι μας
μακριά απ’ τον ένα.

Άμα Κοιτάξεις Στον Καθρέφτη Θα Με Δεις

Θαμπό
Ωχρό
απ’ αγωνία
Ν’ αναρωτιέμαι γιατί εγώ.
Γιατί η μοναξιά μου φέρνει ανία.
Να κοιτάω το κενό
με μάτι γλαρό
και στόμα καλά κλεισμένο
να μην ξεφύγει λέξη καμιά.
Μην χάσει καμία σκέψη.
Να μεγαλώνω
Να γερνώ
Ν’ αργοπεθαίνω
Ν’ αναρωτιέμαι αν θα με δω
ποτέ ευτυχισμένο

Λόγια Για Λόγια β΄

Υπάρχουνε λόγια που γεμίζουν τον χώρο
με βόμβο κι άλλα που πλάθουν μόλις ειπωθούνε
εξαίσιους τοίχους.
Όμως εκείνα που μας ταιριάζουν μοιάζουν με βέλος
που περιμένει να βρει τον στόχο.

Λόγια Για Λόγια

Λόγια για λόγια
λέξεις για ήχους
που τόσο λαχταράω
μα η δειλία και το μίσος
μου τα στερούνε.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Ο πόνος είναι φίλος
Όπως ο τρόμος
το μίσος κι η αγάπη.

**********

Έμαθα λέξεις
Τέχνες και μέρη
Και κράτησα άγνωστο
Τον εαυτό μου

**********

Τόση δειλία
Και τόσος φόβος
Δεν μου ταιριάζουν.

**********

Τόσο ξένη
Μου είναι η καρδιά μου
Που δεν την ακούω

**********

Σαν πέσει η νύχτα
μετράω το αίμα
όπως σταλάζει
πηχτό και κρύο
Από τον φόβο

**********

Θα μείνω για πάντα
Μόνος και ξένος
Στον κόσμο που φτιάχνω

**********

Θεέ μου βοήθα
Ν’ αγγίξω την καρδιά μου
Κι ας την σπάσω


**********

Θεέ μου βοήθα
ν’ αγγίξω την καρδιά μου
χωρίς να την σπάσω

**********

Το στυλό χαράζει
στο χαρτί τα λόγια
που δεν με ζορίζουν.

**********

Όταν αγγίξω
αυτό που ζητάω
ίσως τρομάξω
επειδή το έχω.

**********

Όσες αλήθειες
Κι αν γράψω αιδώ κάτω
Δεν θα με πείσουν
Ν’ αγγίξω το θείο

Διαπίστωση

Ρωτάω ευθέως
Αν ψάχνω για τρόπους να με σκοτώσω
Και στο μυαλό μου γεμίζει ο χώρος
Με σιωπή υπόπτου.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Το μίσος γεμίζει
τον χώρο με ήχους
που φέρνουν σκοτάδι

****

Σε κάθε κουβέντα
κρύβεται μέσα
ένα Αχ! που μουδιάζει

****

Όσο πονάω
τόσο πεισμώνω
και το πείσμα τρομάζει

****

Όλα τριγύρω ξένα φαντάζουν
όταν τ’ αγγίξεις
με χέρια βαμμένα
στο χρώμα της γνώσεις

Σταγόνα Στη Σταγόνα

Όπως κυλάει η σιωπή
σταγόνα τη σταγόνα
όψεις αλλάζει το κενό
ήχους και σημασία

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Φυλαχτό

Σα φυλαχτό
κρατάω ακόμα
αυτό το σώμα
που μένει χρόνια
χωρίς ζωή
χωρίς μιλιά

Κι αν ξεθωριάζει
αργά απ’ τα χρόνια
βρίσκει η μνήμη
καινούργια παλέτα
να συμπληρώσει τα κενά.

Μονάχα Φόβος

Ο τρόμος στο βλέμμα
κρύβει καλά τα μυστικά του.

Χωρίς ντροπές.
Χωρίς σιωπές.
Στο χρόνο στέκει
κι αν έχουν χάσει
για λίγο την λάμψη
την παλιά τα φτερά του
αντέχει ακόμα
για ένα παιχνίδι
μέχρι το τέλος.

Το πιο σκληρό ναρκωτικό που έχω πάρει
απέχει πολύ από το να ονομαστεί
μονάχα φόβος .

Ταξιδιωτικό ΄β

Ο δρόμος πήγαινε μπροστά
σα μια γραμμή στον χάρτη
με το τοπίο ν’ αλλάζει συνεχώς
σε χρώμα και σε σχήμα.

Μα στο καθρέφτη διαρκώς
πάντα το ίδιο βλέμμα.
Άδειο, αμήχανο παγερό
να με κοιτά στα μάτια.

Συμβουλές Σ'Ένα Μαθητευόμενο Μάγο ΄β

Το να κοιτάς το άπειρο είναι ευχή
Το να κοιτάς το τώρα είναι σοφία
Το να κοιτάς το αύριο κατάρα
Το χτες σαν το κοιτάς είν’ προσευχή
Τον ουρανό είν’ όριο
Τα άστρα ουτοπία.

Θάνατος Σε Χρώμα Μπλε

Όχι δεν θα ξαναπώ σε τίποτα άλλο.
Όσα κομμάτια έχουν απομείνει ας χαθούν.
Ας σβήσουν.
Δεν πειράζει.
Το αίμα το δικό μου έχει κουραστεί
να λέει τα ίδια
και να κοιτά τις λέξης
να μακραίνουν στο κενό.
Όχι από ψέμα
Όχι από πόνο
μα από ανία

Κι αν ξημερώσει μαύρο φως;
Θα γύρω το κορμί μου
σε λάθος αγκαλιά ξανά.
Θα κοιμηθώ.
Τα μάτια μου θα κλείσω
κι αθώα θα γελώ όπως ποτέ μου.
«Φίλε το φως χαιρέτησε μου»
θα πω καθώς θα σας αφήσω.

Φίλη

Ας ευχηθούμε καλή αντάμωση στου χωρισμού την ώρα
γιατί σαν φίλη θε να ’ρθεί όταν θα πλησιάσει.
Θα ’ρθεί σαν φίλη στοργική και θα μας δώσει
τις ύστατες του χρόνου τις ευχές.
Θα ’ρθεί σαν φίλη στοργική και θα μας δώσει
τις πρώιμες του πόνου φορεσιές.

*********

Σαν τα τραγούδια τα παλιά γεμάτα πίκρα.
Σαν των πουλιών τις ταξιδιάρικες φωνές.
Σαν μια φέτα από γυαλί γεμάτη αλήθεια.
Σαν τις αγάπης τις γλυκόξινες πληγές.
Ακολουθούν χίλιες παροιμίες
με πράγματα απίθανα ή πιστευτά
για να μπορέσω να σου πω
και για να νοιώσεις
το πόσο μου γεμίζεις την καρδιά

Γεράκι

Τα φτερά του γερακιού ξεφτίζουνε στις άκρες.
Χάνουν το σχήμα το αεροδυναμικό
και σβήνουν σ’ ένα χνούδι απαλό
σαν του μωρού το δέρμα.
Σαν τον ήλιο του Μαγιού
τις πρώτες μέρες.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

**********

Ας δούμε τα χέρια να χτυπάνε τρεις φορές
Γιατί ο ήχος που γεννούν δεν φτάνει
να εξηγήσει τη βία που σκαλώνει μες στης εσοχές
των κατώτερων τμημάτων των άνω άκρων
καθώς συγκρούονται με την δύναμη απελπισμένου σκλάβου
που διψάει για ζωή.
Για λίγο ήλιο.
Για μια ώρα χαλαρή.
Ας κοιτάξουμε λοιπόν τα χέρια
κι ας αφήσουμε το κορμί μας να συγκλονιστεί
από τους συνεχόμενους κυματισμούς που ξεπετάνε
καθώς ρυθμικά χτυπάνε
τρεις φορές.

Η Σιωπή Είναι Σημαντικότερη Από Τα Λόγια

Η σιωπή είναι σημαντικότερη από τα λόγια.
Πριν και μετά από κάθε λέξη ιερή
είναι η σιωπή που κλειεί το θείο
κι λέξη απλά είν’ το κλειδί.

Εικόνα ΄δ

Πως τρέχει ο ιδρώτας.
Πως αυλακώνει
αυτή την πλάτη την τόσο νωθρή.
Λες κι η ζωή δεν την πυρώνει.
Λες κι ο θάνατος δεν την απειλεί.
Ίσως απλά να περιμένει.
Ίσως να στέκει έτσι σκυφτή
ατάραχη και να προσμένει
από ’να χάδι να ζωγραφιστεί.
Ή πάλι ίσως κάτι να κρύβει.
Να προστατεύει μέσα στα σπλάχνα της
μια άλλη ζωή.

Εικόνα ΄γ

Η εικόνα ενός στήθους
δεν μ’ ερεθίζει
εκτός κι αν κρύβει
ή προμηνύει
μια ηδονή άκρως βιωμένη.

Αν έχει σημάδια που να δηλώνουν
πως πάθη ασίγαστα το φουσκώνουν
ή αν το έχει αυλακώσει
η άσβεστη δίψα του για την ζωή.

Όνειρα Οικία

Προβάλουν συχνά στα όνειρά μας
γεννώντας τον τρόμο
τέρατα όμοια με τις μορφές
τις τόσο οικίες.

Η δύναμή τους
δεν είν’ η ασχήμια τους
μα το πόσο μας μοιάζουν.

σαν να κοιτιόμαστε
μέσα στον ύπνο
στης ψυχής τον καθρέφτη.

Εικόνα ΄β

Δίδυμα φύλλα
που μισοκρύβουν
πίσω το άνθος.

Ποτέ δεν ανοίγουν
γιατί φοβούνται
το θείο πάθος.

Σαν μαραζώσουν
πιότερο σμίγουν
να συγκαλύψουν
το μέγα λάθος.

Κρήτη

Στα τοίχοι που πότισαν από το αίμα
χιλιάδων νέων, δειλών αντρειωμένων
προβάλουν σκιές που δειλόχορεύουν
τον έρωτα, τον θάνατο και την ελευθερία
του να ζεις αγόγγυστα, όπως γουστάρεις
χωρίς να δέχεσαι κανένα νόμο
πέρα απ’ τα όρια που βάζει η καρδιά σου
και το άγριο πρόσταγμα των άγιων παππούδων.

Μέτρο και τάξη δεν χωρούν στο χορό τους
καθώς ο καθένας ακούει στη καρδιά του
αλλιώς τον ψίθυρο της καμένης πέτρας
που κλείνει στη σάρκα της την όλο φλόγα
και άγιο έρωτα ψυχή των προγόνων.

Ορχεύονται άναρχα και όταν αγγίξουν
την κορφή του πάθους τους αναστενάζουν.
Είναι ο ήχος τους όμοιος μ’ αγέρα
που κατεβαίνει μ’ ορμή τα φαράγγια
Αγγίζει τη θάλασσα και την υποτάζει
ώστε να γίνει ερωμένης το χάδι
κι αφού χαθεί στου πελάου τα βάθη
αφήνουν το κορμί τους να ησυχάσει
και να γεμίσει ξανά με τον πόνο
που λέγεται έρωτας και γράφεται
Κρήτη.

Εικόνα

Μοιάζει ακίνδυνο το κόκκινο βλέμμα
μπρος τα δυσδιάκριτα κόκκινα στήθη
που δεν τονίζονται
μα αχνουπάρχουνε φυλακισμένα
σε σκούρο βελούδο.

Συμβουλές Σ'Ένα Μαθητευόμενο Μάγο ΄α

Μάζεψε δύναμη απ’ τα άστρα.
Νοιώσε το μαύρο του κενού.
Μάθε τα χρώματα που βλέπεις
σβηστά στο μπλε του ουρανού.

Κάψε τα μάτια σου στη λύπη.
Την ψυχή σου στη χαρά.
Όση αγάπη έχεις σκόρπισε.
Να δύνασαι να ξοδεύεσαι
αυτό είν’ το μόνο που μετρά.

Φωνές

Οι φωνές στο δάσος μας τρομάζουν
γιατί μας θυμίζουν
αυτά που προδώσαμε.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η σιωπή είναι φίλος
που μένει μαζί μας
από συνήθεια.

****

Το φως στο κορμί μας
το μόνο χάδι
που μας σοκάρει.

****

Τα μάτια μου καίω
μέσα στο γέλιο
των δήθεν φίλων.

****

Το φως των άστρων
κλείνει στις σκιές του
τα όνειρά μας.

****

Μέσα στα χείλια
τα γυναικεία
υπάρχει αγάπη.

****

Το ναι και το όχι
οι πρώτες λέξεις
που πρέπει να μάθεις.

Μακρινή Ακτή

Σαν σταθείς μόνος στην άκρη
της ακτής με το ξένο κύμα
στ’ αυτιά σου φτάνει ο αχός
μιας θάλασσας τόσο ξένης
που δε θυμίζει τίποτε
απ’ την δική σου φίλη.

Ούτε σε χρώμα, ούτε σε μυρωδιά
ούτε καν σε γεύση.
Αυτή είναι πικρή, θεόπικρη
σκέτο καυτό φαρμάκι
ενώ η δικιά σου ζάχαρη
γλυκιά και μυρωδάτη
γιομάτη ήχους γνώριμους
Φωνές τόσο δικές σου
που ηχούν στην ψυχή σου καθαρμός
απ’ όλη την κούραση σου
και απ’ τον πόνο τ’ αποχωρισμού
Θυμήσου...

Μικρή Γουστέρα

Μικρή γουστέρα
φοράς σα βέρα
την θνησιμότητά σου.

Μια Μέρα

Όλα είναι αγάπη.
Όλα είναι ψέμα.
Όλα είναι δρόμος.
Μια θλίψη.
Μια μέρα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Νόστος για κάτι
που μοιάζει στολίδι
μα δεν το ’χω αγγίξει.

****

Όλα είναι δρόμος.
Όλα ταξίδι.
Κι όλα στάση.

****

Το φως του ήλιου
σαν δάκρυα λύπης
μας λευτερώνει.

****

Όλα είναι τέλος
όταν αρχίζουν
κι όταν είναι στη μέση.

****

Το γέλιο στα χείλια
μοιράζει το φως του
στη νύχτα της σκέψης.

****

Η πορεία μας δρόμος
χωρίς ορίζοντα
στο βάθος του χρόνου.

****

Η ψιχάλα στο φύλο
θυμίζει δάκρυ
που μόλις επλάσθει.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Ο δρόμος της γνώσης
περνάει μονάχα
μέσα απ’ τη λήθη

****

Η ευτυχία
γέλιο παιδιού
Χωρίς αιτία

****
Η λύπη
γέλιο ενήλικα
από συνήθεια.

****

Η ζωή μολυβιά
απ’ τα χέρια παιδιού
που μαθαίνει να γράφει.

****
Είν’ η ανάσα
η προσευχή
σε κάθε θείο

****

Ο ήλιος που δύει
η μόνη αλήθεια
που μας φοβίζει.

****

Τ’ αλφάβητό μας
η αγάπη, ο φόβος
και τ’ άθροισμά τους.


****

Η ψυχή μας
το χρώμα στα φύλλα
των αμάραντων.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Αν η ζωή μας
είναι λεία σαν πάγος
κανείς δεν φταίει.

****

Σαν βράχια κοφτερά
στέκουν οι σκέψεις
στο δρόμο της λήθης.

****

Οι ενοχές
φοβέρες κενές
στα αυτιά ενόρκων.

Μικρές Φελάχες

Τα μάτια αυτών των κοριτσιών σε μαγνητίζουν
όχι από το χρώμα ή την καλλονή
μα με τη δύναμη που μεταγγίζουν
σ’ ότι το βλέμμα τους αιχμαλωτιστεί.

Έχουν τη δύναμη να σε γεμίζουν.
Να ζήσουν πριν να γκρεμιστούν.
Μα και τη θλίψη επειδή γνωρίζουν
πως ότι αγαπάνε μπορούν και να το μισούν.

Καλοκαίρι Μεσημέρι

Ο ήλιος καίει πιο πολύ τα καλοκαίρια.
Φτάνει μέχρι τη καρδιά και την πονά.
Γι’ αυτό γιατί η θάλασσα η ζωοδότρα ψεύτρα
έχει την δύναμη να την ξαναγεννά

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

ευκάλυπτος


Πόσο δροσίζει
η αιχμή σου
καθώς με καίει

*****

Η μέρα φεύγει.
Πιστά τη ακολουθεί
μια άλλη μέρα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η μέρα φεύγει.
Ό κόρακας που κράζει
τη σιωπή δεν σκεπάζει.

****

Ο ήλιος γέρνει.
Πέφτει η σκιά μου
στο μαξιλάρι μου.

****

Μετρώ τον χρόνο
με τις σιωπές που εσύ
μου προσάπτεις

****

Πόσο αλλάζω
το παρών δε φτάνει
να το χωνέψω.

Διόρθωση Πορείας

θα κυλήσω ένα πρωινό
σε μια πορεία που θυμίζει γιατρειά
Μα οδηγεί πιο μακριά
Πιο κοντά στο κέντρο.

Μόνο Χρώματα

Θα μπορούσαμε να ορίσουμε το κόσμο χωρίς σχήματα.
Μόνο με χρώματα
Δίχως όγκους
Θα βλέπαμε τότε πως το χρώμα δεν είναι μορφή
είναι διάσταση
Ο αδελφός του χρόνου.

Το χρώμα είναι λόγος.
Είναι φως
και μόνο το φως υπάρχει.
Είναι η ψυχή μας που δίνει μορφή
αντλώντας σχήματα από τα όνειρά μας.

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

Χαϊ-κου Την Ώρα Της Δύσης

Ο ήλιος θυμίζει
τα μάτια της γάτας
που μόλις ξυπνήσαν


Ο ήλιος που δύει
τον βράχο στολίζει
στο χρώμα της δόξας

Η πόλη θυμίζει
παλιά ερωμένη
που τώρα ξεχνιέται


Το κύμα π’ αφρίζει
στα βράχια συντρίβει
της θλίψης το σκάφος


Οι ελιές ασημίζουν
σα δάκρια σε φύλλα
που μόλις ανοίξαν.

Ταξιδιωτικό

Πορεία δυτικά, ο ήλιος πρίμα
και ο αέρας δυνατός
στο ύψος των μαλλιών σου.

Αυτό Που Οι Σκύλοι Ονομάσαν Αγάπη

Αυτό που οι σκύλοι ονομάσαν αγάπη
είναι κάτι ανάμεσα στη λάμψη των ματιών σου
και στην στιλπνή αναλαμπή ατσάλινης λεπίδας.
Είναι κάτι λιγότερο απ’ το ουρλιαχτό των γάτων
και στην αχόρταγη κραυγή που βγάζεις όταν χύνεις.

Σιωπή Και Πίστη

Σιωπή και πίστη σ’ ότι αξίζει.
Σ’ ότι απόμεινε στη ψυχή.

Ο έχων τίποτα ελπίζει.
Ο πεινασμένος αδημονεί.

Έλα Ξανά Χαρά

Έλα ξανά χαρά σε λάθος ώρα έστω
Έλα ξανά και δείξε μου τον πόνο που μου πρέπει
μα μάθε με να τραγουδώ.
Να χαίρομαι τον πόνο σαν άλλη μια ένδειξη ζωής
απλή όπως η μέρα
η πρωτομηνιά
η νύχτα
το παιχνίδι.

Έλα ξανά χαρά.
Αν όχι αργά
αν όχι θαμπή
αν όχι καλυμμένη κάτω από χίλια στρώματα
ενοχών και ζήλιας
έλα αγνή και σίγουρη όπως σου αξίζει.

Έλα ξανά χαρά
Έλα ξανά σε μένα
Έλα και μείνε σύμβουλος για πάντα στο πλευρό μου

Όχι Άλλο Ψέμα

Όχι άλλο ψέμα.
Μια αλήθεια θαμπή και κρύα σαν κραυγή
Υγρή
να στάζει χολή.
Πικρή από απόγνωση και πράσινη απ’ την ελπίδα
που χρόνια τώρα θάφτηκε μέσα μας
κακοφόρμισε και μας τρομάζει τόσο
που ότι κι αν πούμε ακούγεται δειλό
απ’ της ανυπομονησίας το τρέμουλο
και το ξερό κροτάλισμα των δοντιών μας.

Θολή Μνήμη

Θολή η μνήμη
που μας χωρίζει
απ’ την συνήθεια.

Σώμα σκυμμένο
σα τσακισμένο
από αγάπη.

Κορμί μουδιασμένο
καρδιά βαριά
δευτέρα βράδυ.

Τ’ αυτιά μου ακούνε
ότι η καρδιά μου
τα προστάζει.

Το κλάμα μιας γάτας
των δίπλα τον βήχα
το τηλέφωνο που δεν χτυπάει.

Βουίζω

Όσο το μπλε του ουρανού φαντάζει άδειο
δεν έχω τίποτα καινούργιο να σας πω.
Όσο κι αν προσπαθώ δεν βρίσκω λόγια
αρκετά για να σκεφτώ.
Μένουν εικόνες οι σκέψεις μου βουβές
χωρίς κανένα ήχο.
Γι’ αυτό σιωπώ.
Μάλλον μιλώ ακατάπαυστα μα χωρίς ήχο
μόνο ένα βόμβο ηλεκτρονικό που σας ζαλίζει
και δεν σας αφήνει να σκεφτείτε αν σας αξίζει
αν σας πρέπω ή αν σας εκπροσωπώ

Βουίζω.
Γέρνω σιγά σιγά
και κλείνοντας τα μάτια
αφήνομαι να βυθισθώ στο άδειο γαλάζιο
τ’ ουρανού που μένει ακόμα άδειο.

Μικρό Ερωτικό

Τι κι αν μετρώ τον χρόνο με τις ανάσες
και τις ματιές σου τις κλεφτές
Τι κι αν ξοδεύω το κορμί μου σ’ αυταπάτες
και σε ελπίδες τόσο θολές
Το μόνο που μετρά είναι το τώρα
και το κορμί σου που χωρά στην αγκαλιά
Η ψυχή σου που δίνεται με πάθος
και τα χείλια σου που στάζουν σπέρμα και χαρά .

Λίγα Λόγια Για Ένα Βράδυ

Τώρα θα έπρεπε να πω κάτι γι’ αυτό το σώμα
το δέρμα τα κοντά μαλλιά, το χλωμό της στήθος
που όμοιο φεγγάρι κρύβεται πίσω από την μασχάλη
για να προβάλει πιο χλωμό
πιο αμήχανο
πιο τολμηρό
στην επόμενη της ανάσα

Ο Ήχος Δε Σπάει Την Σιωπή

Ο ήχος δεν σπάει την σιωπή
σα γέφυρα την ενώνει
με το στόμα που ζητά
τ’ αυτιά μας να χορτάσει

Ο ήχος δεν σπάει την σιωπή.
Ούτε την σκεπάζει
απλά για λίγο την απωθεί
στων αυτιών την άκρη

Ο ήχος κι η σιωπή
με θάνατο και με ζωή
δεν μοιάζουν.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Ο Έρωτας Δεν Ευδοκιμεί Εις Τας Αθήνας

Ο έρωτας δεν ευδοκιμεί εις τας Αθήνας.
Έτσι τουλάχιστον μου ’χουνε πει
όσοι προσπάθησαν να τον μεταφυτέψουνε εκεί.
Ματαίως

Ας τον φροντίζουνε πολύ
ας τον περιποιόντουσαν δεόντως
ας τον ποτίζουνε όσο του αναλογεί
- καμιά φορά και παραπάνω-
μ’ αγάπη, λόγια δροσερά
και τρυφερό νερό απ’ την ψυχή τους.

Ο έρωτας δεν ευδοκιμεί.
Μπορεί να φταίει το χώμα.
Μπορεί η γρήγορη ζωή
η ηχορύπανση η φοβερή να μην τον τρέφουν.
Μπορεί το κλίμα να του πέφτει βαρύ.
Να τον στεναχωρεί.
Να μην έχει χώρο ν’ απλωθεί.
Να ρίξει ρίζες μες την γη
και να θεριέψει.
Ποιος ξέρει.
Μπορεί.

Πάντως ο έρωτας δεν ευδοκιμεί.
Ξεραίνεται
-όχι με μιας-
σιγά σιγά μαραζώνει.
Τα φύλλα γίνονται καφετιά
ώσπου απομένουν δυο ξερά κλαδιά
σε μια άδεια γλάστρα
και γύρω τους χώμα υγρό.
Θλιβερών.
Μες τους χυμούς και τίποτα να το στεγνώσει

Λυπηρών μα πέρα ως πέραν αληθινών
Ο έρωτας πεθαίνει στας Αθηνάς.

Ο Έρωτας Ως Δύναμη

Ο έρωτας ως δύναμη
αγνή χωρίς αξίες
δεν υπολογίζει τίποτα
μήτε θεούς
μήτε δαίμονες
μήτε και δυσκολίες.

Φωλιάζει θεριό ανήμερο στης καρδιάς την χώρα
τρώγει ωμές τις σάρκες σου
σου πίνει την ανάσα
και δεν χορταίνει με τίποτα
παρά τον θάνατό του

Σαν κοπάσει πίσω του
αφήνει αποκαΐδια
τα θαμπά σου όνειρα
αδειανές αγκάλες
μέρες κενές κι έρημες πνιγμένες στην ανία.

Ο έρωτας ως δύναμη φέρνει αδυναμία

Τα Μάτια Μόνο Λένε Την Αλήθεια

Τα μάτια μόνο λένε την αλήθεια
όταν οι μέρες γίνονται θολές
τα μάτια και τα μπράτσα τα μετρημένα
πόντο τον πόντο με χαρακιές.

Κι ας ουρλιάζουνε έξω χίλια στόματα
ας βουίζουν
ας βρίζουν
ας έχουν χίλια επιχειρήματα ορθά
τα μάτια μόνο λένε την αλήθεια.
Βουβά.
Σεμνά.
Απλά.

Λόγια

Όλα κυλάνε ομαλά
μα χωρίς ήχο.
Λόγια για λόγια κελαριστά
που δε θυμίζουν
γάργαρο τρεχούμενο νερό
μα δόντια μοναχά που τρίζουν
και σε ξυπνούν στον ύπνο σου τα βράδια.

Όταν ο αχός της πόλης που ξενυχτά σκεπάζει
όλους τους άλλους ήχους της ψυχής.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η σιωπή είναι στιγμή
που ο χρόνος ξέχασε

Νεκρομαντείο 2006

Εκεί όπου επέρασε ο λάλης μου στον Άδη
σουλατσάρουν Ιταλοί με τις χοντρές κοιλιές τους
και fake ερμαφρόδιτοι με τα στητά βυζιά τους
αναφωνώντας “o mon die” και “ Θιούλη, τι φρίκη”
“δεν είναι η θάλασσα ζεστή” και “η αμμουδιά είν’ αίσχος”
Ο Χάρος έδωσε τα κλειδιά σε δωμάτια με θέα
με swimming pool και αίθουσα μπιλιάρδου.
Η Περσεφόνη τώρα σερβίρει αλκοόλ και παγωμένο fredo
κι ο Άδης ο άλλοτε φοβερός θεός τώρα δουλεύει σχάρα.
Μόνο το ποτάμι ακόμα κυλά αργά ανάμεσά τους
και μεταφέρει τις ψυχές μακριά από τον άδη
σε άλλους τόπους χλοερούς όπου δεν έχει ακόμα
γεμίσει τουρίστες, Irish bar και πλαστικές καρέκλες.

Βλέπεις σ’ αυτή την χώρα μόνο οι νεκροί
έχουν ακόμα γούστο.

Το Τραγούδι Των Σειρήνων

Ποιο τραγούδι άραγε τραγουδούσαν οι σειρήνες;
Ποιά μελωδία, ποιός σκοπός σαγηνεύει τόσο
ώστε να πέφτουνε οι ναυτικοί στην ακτή σαν μύγες;
Ποια μελωδία είναι τόσο δυνατή που νικά τον νόστο;

Χάθηκε.
Έσβησε πια κι αυτή μαζί με τιε σειρήνες.
Την πήρε το κύμα μακριά με μόνο τον αχώ της θάλασσας
λίγο να το θυμίζει.
Γι’ αυτό μαγεύει
Γι’ αυτό τραβάει έτσι το νου
και τον πλαταίνει τόσο.
Σε μέρη αρχέγονα τον σκορπά και τον βυθίζει.

Τι κι αν χαθήκαν θα μου πεις.
Τι κι αν δεν ζούνε.
Έστω και λίγο
το τραγούδι τους θα ζει για πάντα μες στο κύμα
και κάποιο αυτί
κι ας μην είναι ναυτικού
θα το ακούσει.
Και θα πλαταίνει.
Θα χάνεται στου μύθου το κατώφλι.

Μπορεί.
Μπορεί ακόμα κι αυτή τη στιγμή κάποιος να το γράφει.
Να το ανασύρει εξαρχής απ’ της θάλασσας την ράχη.
Δεν έχει σημασία όμως πια αφού οι σειρήνες φύγαν.
Αφού ότι απόμεινε είναι ναυτική με σιδερένια πλοία
και η θάλασσα τα μυστικά τα κράτησε για ‘κείνη.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

Σκέψεις Στη Πειραϊκή

Εγώ. Δεν θα τολμήσω να διαβώ ποτέ τη μακρινή γραμμή των οριζόντων. Δεν θα αντικρύσω ποτέ τι κρύβεται πέρα απ’ αυτά στο βάθος. Δεν έχω πείσμα αρκετό να επιμείνω, οπότε στέκομαι εδώ και αργοσβήνω.

Κοιτάζω τον χρόνο να κυλά. Τον ήλιο να ταξιδεύει και κάθε που γέρνει κόκκινος, στο βάθος της εικόνας, αναρωτιέμαι αν έχασα ή αν το παιχνίδι παίζεται ακόμα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Πέτρα
Θάλασσα και συννεφιά
βαρύς χειμώνας.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Λόγια
σιωπή και ψέματα
το λίκνο της Ιπποσύνης.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Σιωπή.
Εγώ, εσύ κι η νύχτα.
Ο έρωτας έξω ουρλιάζει.

Θα Επιστρέψω

Θα ‘ρθω ξανά
ευλογημένη ομορφιά
θα επιστρέψω.
Όχι άοπλος κι ασθενικός
όπως ήρθα τώρα.
Πάνοπλος θα ‘μα σα θα ‘ρθώ.
Διπλά αντρειωμένος.
Με τα χέρια γεμάτα σπαθιά
και φλόγα μες στα χείλια.

Θα ‘ρθω ξανά
Στο λέω
κάποτε
θα επιστρέψω.

Εκείνη

Εκείνη φλογοσκέπαστη
φιλντισοκαμωμένη
μέσα στο χρόνο ακροπατεί
με τον ζέφυρο πρίμα
κι ο ήλιος πριν γύρει να κοιμηθεί
αφήνει στα μαλλιά της
την τελευταία αναλαμπή
μήνυμα στον αποσπερίτη
πως ο έρωτας ο πορθητής
θεριεύει μετά την δύση

Έρωτας

Ο έρωτας δεν γράφει ποιήματα
αλυχτάει σαν λύκος μόλις σε δει
ολόγεμη σελήνη.

Δεν τριγυρνά χαρούμενος
μοιράζοντας λουλούδια
παλεύει με γυμνό σπαθί
με δόντια και με νύχια
για να κερδίσει ένα φιλί
ένα άγγιγμα
ένα σου βλέμμα.

Ο έρωτας
ο δικός μου ο έρωτας
δεν κάθεται σε θρόνο
καίγεται
φλέγεται μέσα στη κόμη σου
σαν νυχτοπεταλούδα.
Τυλίγεται στις καμπύλες σου
και σε συντροφεύει
Ψέλνει για μάντρα της φωνές
που βγάζεις σαν τελειώνεις
και τρέφεται από τους χυμούς
της φλόγας της ηδονής σου.

Κάτι Για Καλημέρα

Καλή σου μέρα όμορφη
κοιμήθηκα μέσα στο άρωμά σου
κοιτώντας την ανάσα σου
να πλέκει τα όνειρά μου

Ερωτικό Τραγούδι

Σιωπές.
Λόγια.
Μουσικές.
Στιγμές κοντά στα ουράνια.
Πόνος.
Χαρές.
Ματαιωμένες ηδονές
πράξεις χωρίς περηφάνια.

Όταν η ζωή γίνεται ποίημα
ο έρωτας σου είναι η μελωδία.

Στιγμή

Βροχή χρυσή
στην έρημο της μέρας
τα λίγα λόγια που μου λες
την ώρα που σαν κλέφτης
αγγίζω το χρυσάφι που κρατάς
στα βάθη των ματιών σου.

Ο Χρόνος Μετριέται Με Στιγμές Που Ζούμε Μόνοι

Ο χρόνος μετριέται με στιγμές που ζούμε μόνοι.
Αμίλητοι.
Αγάμητοι.
Χωρίς κανένα χάδι
να μας ηλεκτρίσει την ψυχή.
Τις λίγες φορές που το χέρι μας
αγγίζει κάποιο κορμί
χωρίς να θέλει από κάπου ν’ αρπαχτεί
τα ουράνια ανοίγουν.
Άγγελοι κατεβαίνουνε
μπορείς αν θέλεις να τους δεις
κι η φύση πλημυρίζει
από ηδονές και μελωδίες.

Στιγμές

Στιγμές
μικρές στιγμές και βλέμματα.
Πλάγια.
Δυο δάχτυλα υγρά.
Ένα κορμί που μαρμαρυγεί.
Στο φόντο κάποιοι κάτι χορεύουν
η ψυχή μου τυλιγμένη στη δική σου ψυχή.

Σιωπές.
Μικρές στιγμές που όλα παγώνουν
κι η ζωή μου μετριέται μ’ αυτές.

Μικρό Ερωτικό

Στα μάτια κρύβεται η ψυχή.
Στα χείλια η αλήθεια
κι ανάμεσα στα στήθη σου
φωλιάζει ο έρωτας μου.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Σιωπή.
Η ώρα λέει
πάλι την αλήθεια.

Μικρό Παραμύθι

Οι δράκοι ζούνε όλοι μαζί
κλεισμένοι σ’ ένα λεμόνι
κάπου σε χώρα μακρινή
που λένε Μαδαγασκάρη.

Νανούρισμα

Όλη τη νύχτα έπαιζα
μονά ζυγά τον χρόνο.
Σαν χάραξε ο ουρανός
κι ανέτειλε ο ήλιος
ο χρόνος μ’ εγκατέλειψε
στην αγκαλιά του ύπνου.

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

Καλή Σου Νύχτα

Καλή σου νύχτα άγγελε της μοναξιάς μου
έχε τα μάτια σου κλειστά κι ίσως βρεθούμε πάλι
στους τόπους όπου ο έρωτας φέρει τ’ όνομά του
απλώνει τα μαύρα του φτερά και σβήνει τα σημάδια
που άφησε η λογική πάνω στα κορμιά μας.

Καλή σου νύχτα έρωτα
της μοναξιάς μου χρώμα

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Καθώς Η Νύχτα Φεύγει

Διστακτικά αργά
Καθώς η νύχτα φεύγει
- τ’ όνειρο ακόμα αργεί-
Η κούραση
αυτή η νωθρή και σκεβρωμένη φίλη
με τα αργά της βήματα τυλίγει το κορμί
και το βυθίζει
σ’ ένα ταξίδι που ελπίζει
πως δεν θα’ χει επιστροφή.

Καθώς μετράς το χρόνο που κυλάει
μέσα στους χτύπους ασυγχρόνιστων καρδιών
αφήνεις το μυαλό να τραγουδήσει
τον στίχο πού’ δες χαραγμένο
πριν από καιρό.

«Ύπνος
αδελφός θανάτου.
Θάνατος
Εραστής της ζωής»

Πάνω σε κλεμμένους στίχους

Όταν το παιδί, παιδί ήτανε
η άνοιξη έμοιαζε ατελείωτη.
Φωτεινή.
Πολύχρωμη.
Χαρούμενη
και κάθε μέρα μια μυρωδιά καινούργια
κουβαλούσε.

Όταν το παιδί, παιδί ήτανε
σαν παιδί σκεφτότανε
σαν παιδί περπάταγε
σαν παιδί μιλούσε

Όταν το παιδί, παιδί ήτανε
ο χειμώνα βαρύς φάνταζε.
Υγρός.
Ασήκωτος
γεμάτος μύθους.
Οι νύχτες σκοτεινές και σίγουρες.
Οι μέρες σύντομες
γεμάτες υποσχέσεις.

Όταν το παιδί, παιδί ήτανε
τα καλοκαίρια σύντομα φαίνονταν.
Ζεστά.
Ραχάτικα.
Ψεύτικα.
Κουτσουρεμένα
κι ο ουρανός ψεύτικος και τ’ άστρα
ζωγραφισμένα.

Όταν το παιδί, παιδί ήτανε
τα κορίτσια φαίνονταν ανόητα.
Δειλά.
Άτολμα.
Ραφινάτα.
Τα ρούχα τους άβολα ήτανε
και τα μαλλιά τους μεταξένια.

Όταν το παιδί μεγάλωσε
σαν παιδί σκεφτότανε
σαν παιδί πονούσε
μα σαν παιδί δεν μιλούσε.

Έτσι το μικρό αγόρι έχασε.
Πίστεψε το μυστήριο που έκρυβε μέσα του
κι αυτό απεδείχθη
επικίνδυνο

Εικόνα το σούρουπο



Το φως σταλάζει λιγοστό. Δεν περιμένω να φωτίσει την ψυχή μου.

Όσες στιγμές μπορώ. Όσες μπορώ, χαράζω σαν ιερογλυφικά πάνω στο κορμί μου. Την ψυχή μου την κρατάω καθαρή. Για ύστερα. Μετά θάνατον που λένε.( η αιωνιότητα θα είναι πολλάκις βαρετή δίχως τίποτα να σημαδέψεις. )

Οι ποιητές σιώπησαν και οι ρήτορες σαστίζουν σαν κοιτούν την ιστορία που δεν γράφεται πια με αίμα και σύμβολα – έστω φθαρμένα- αλλά με ψέμα και σιωπές μαγνητοφώνων.

Το μόνο που αποτυπώνεται στη μνήμη μου είναι ο κώλος της νεαράς που με προσπερνάει βαδίζοντας γρήγορα. Δύο αγκομαχώμενα ημισφαίρια σ’ ένα κορμί που έχει αρχίσει κιόλας να γερνάει.

Τρεις Εικόνες / Μια Βραδιά



Προχτές μέτρησα τις μέρες μου. Είχα μαχαίρι σε πληγή κι ήθελα να το στρίψω. Λειψές τις βρήκα. Μίζερες. Κι όλες ίδιες. Μόνο το χνάρι από το στυλό τις διαχωρίζει. κι ένας αστερίσκος στο τέλος της γραμμής να καθορίζει τον έρωτα που κάναμε ή όχι στο σκοτάδι

Τρεις Εικόνες / Μια Βραδιά



Στο μισοσκόταδο το δωμάτιο δείχνει πιο μικρό. Το ταβάνι κατεβαίνει χαμηλά και τι πιέζει. Η πόλη έξω, παραδόξως σιωπηλή και το φεγγάρι διστάζει πίσω από τις κεραίες.

Ο βόμβος. Ο βόμβος στο κεφάλι μου διαρκείς. Εκκωφαντικός. Μονότονος, με κουράζει. Δεν είσαι εδώ. Δεν είμαι εδώ.

Ίσως μπορέσω να κοιμηθώ λίγο απόψε.

Τρεις Εικόνες / Μια Βραδιά


Τα μάτια κλειστά. Τα χείλη μισάνοιχτα μαλλιά χυτά στο μέτωπο στο πλάι. Ανασαίνεις βαριά. Κινείσαι ελάχιστα. Μόνο το στήθος σου καθώς βαριανασαίνεις.

Τίποτα δεν ταράζει την ηρεμία του προσώπου σου. Τα χέρια σου κρατάνε σφιχτά το σκέπασμά σου. Τότε μόνο τα μάτια μου σταματούν, στους ξασπρισμένους κόμπους των δαχτύλων σου.

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Ερωτικό

Μου δίνεις τίποτα κι είναι πολλά.
Είναι πολλά τα τίποτα
Απαραιτήτως.
Είναι γλυκά.
Είναι απαραίτητα γλυκά σαν τα προσφέρεις
με την άνεση του «δούνε λαβείν»
και την σιγουριά πως συναισθηματικά
«μένω απ’ έξω».

Μα είναι πολλά.
Είναι υπέρογκα ποσά
σαν τα προφέρεις «δίνω λαβή»
και με την σιγουριά στους ώμους πως θα σπάσεις.
Θα τσακίσεις σα κλαδί
προτού ανθίσεις.

Μικρές Σκέψεις Για Την Ζωή

γ΄



Σιωπή και πίστη σ’ ότι αξίζει.
Σ’ ότι απόμεινε στη ψυχή.

Ο έχω τίποτα ελπίζει.
Ο πεινασμένος αδημονεί

Προτού Την Καληνύχτα


Το φως εδώ πέφτει νωρίς.
Βιάζεται ο ήλιος ν’ ακουμπήσει
την θάλασσα πίσω από τα βουνά
αφήνοντας μια λάμψη
ελάχιστα πιο φωτεινή από το φως του σπίρτου
και ένα τόνο πιο θερμή
πιο κόκκινη
πιο λεία.

Το υπόλοιπο ουρανό τον ντύνει σιγά η νύχτα
και το βουνό η μοναξιά και η φωνή των σκύλων
που λες θρηνούνε τον χαμό της τελευταίας λάμψης.

Το φως εδώ πέφτει νωρίς.
Μα λίγο πριν να σβήσει
ντύνει χρυσάφι το βουνό
και το χωριό πορφύρα
σαν υπενθύμιση θαρρείς
προτού την καληνύχτα.

Την Ώρα Των Σκιών


Ο ήλιος δύει πίσω από το βουνό
και την ώρα εκείνη
που ο ουρανός παίρνει φωτιά κι είναι μπλε τα δέντρα
οι άνθρωποι δείχνουν σκιές.
Μαβιές φιγούρες λίγο ζοφερές
δίχως ταυτότητα, χαρακτηριστικά ή χαρακτήρα.
Μονάχα όγκοι σκούροι
καθόλου απειλητικοί
σχεδόν αδιάφοροι μπορείς να πεις
αν εξαιρέσεις κάποιο εικαστικό ενδιαφέρον.

Την ώρα εκείνη
που άλλοι την λένε μαγική
άλλοι πάλι μίζερη και άλλοι απλά λυκόφως
ο κόσμος δείχνει να ισορροπεί
χωρίς να περισσεύει ούτε μια άκρη
ούτε μια στιγμή έξω από το ζύγι
Όλα δείχνουν να αλφάδι εντελώς

Για μια στιγμή.
Για μια μοναδική στιγμή
όλα ευτυχώς ταιριάζουν.

Μικρές Σκέψεις Για Την Ζωή

β΄

Αν η ζωή σου ξεγλίστρα
με γρήγορες κινήσεις
δεν φταίει η ανία
μήτε η μοναξιά.
Φταις εσύ που δεν τολμάς
να την κρατήσεις.

Δείχνει ξένο το φεγγάρι

Δείχνε ξένο το φεγγάρι.
Ξένος που προσπαθεί μαζί μας να γνωριστεί.

Χαρτί στυλό και άψητο μελάνι
γεμάτο σβώλους
τρίζει
ουρλιάζει
πριν να απλωθεί.

Γλώσσα ακατάληπτη
γεμάτη διφθόγγους
από κανένα στόμα δε χωρά ν’ απλωθεί.
Μήτε σε τέσσερα
μήτε σε χίλια
χρόνια.
Θέλει χείλια
Γλωσσίδα και αρχίδια
μουλιασμένα σε κρασί.
Φτηνό αλκοόλ
λαθραίο ουίσκι
μαύρο καπνό και ζάχαρη καφετή
για να την πιείς
μονάχα
όχι να την μιλήσεις
για να την καταλάβεις θέλει ραγισμένη ψυχή.

Η Ατλαντίδα να ‘χει βυθιστεί και να ‘χει αφήσει
στο κορμί σου την θέση της την γεωγραφική.
Μήκος 58ο
Πλάτος 40ο
Βάθος 120
της πιο παλιάς σου πληγής.
Ναι!
Δείχνει ξένος το φεγγάρι.
Ξένος που η γλώσσα του μας ενοχλεί.

Κάπου
Κάποτε
μου είπε κάποιος
πως δε σπάνε οι καρδιές
μήτε ραγίζουν
λυγίζουν μόνο γιατί είναι ελαστικές
μα η φεγγαρόγλωσσα ζητά ραγάδες
χαραμάδες
για να μπορέσει μέσα τους να μπει.
Γι’ αυτό τις ελαστικές καρδιές τις αποφεύγει.
Φεύγει.
Τις προσπερνάει και γυρεύει τις ελαττωματικές
Αυτές που εύκολα ραγίζουν
Εύκολα σπάνε
-σε χίλια κομμάτια-
που δεν επιδιορθώνονται ποτέ.

Σ’ αυτές γυρεύει να χωθεί και να ριζώσει
να τις κυκλώσει
να τυλίξει τα κομμάτια
-αυτές τις καρδιές τις ξεχωρίζει από τα μάτια-
τόσο πυκνά που μόνο αυτό να τις συγκρατεί

Όταν ριζώσει μέσα σου
δεν σε αφήνει
ούτε στιγμή
να κοιμηθείς.
Όλο το βράδυ σου μιλά για τις αχτίδες που
αν και κρύβουν παγίδες
φέρουν την δύναμη της ζωής
με κείνη την γλώσσα
την τόσο στριγκή
που θυμίζει βόμβο μετασχηματιστή.

Τότε δεν δείχνει ξένο το φεγγάρι
Τότε είναι φίλος είναι
αδελφός
και σύντροφος ζωής

Μικρές Σκέψεις Για Την Ζωή


α΄


Κάτω από μυρωμένα πέταλα
ο θάνατος κοιμάται.

Μικρός συχνά σκεφτόμουνα
πως όταν γίνω άνδρας
τον θάνατο θα τον καλώ
σαν αδελφό και φίλο

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

**********

Το γέλιο.
Το γέλιο το βραχνό
απ’ της ζωής την κάψα.

Το γέλιο.
Το γέλιο το αβίαστο
το γάργαρο το γέλιο.

Το γέλιο.
Το γέλιο το πυκνό
τ’ απλόχερα σκορπισμένο.

Το γέλιο.
Το κακομαθημένο αυτό παιδί
που πάντα περιμένω

ΤΟ Σ'ΑΓΑΠΩ ΕΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΛΕΞΗ

Το σ’ αγαπώ να μην το λες είναι μεγάλη λέξη
σε στόμα που δεν ένιωσε την πίκρα της στιγμής.
Σε χείλη που δεν πικράθηκαν για όνειρα που χάθηκαν
σε κάποιο του χρόνου γύρισμα σε κάποια γωνιά της γης.

Το σ’ αγαπώ να μην το λες άμα δεν έχεις κοιτάξει
τον δρόμο κάποιο δειλινό να χάνεται σιγά σιγά στη λήθη
και να γεμίζει από σκιές κι αδέσποτα γατιά.
Να μην το λες αν δεν ένιωσες την πίκρα μοιρασμένη
σε ότι έχασες κι ότι κράτησες σε μια μόνο στιγμή

Το σ’ αγαπώ για να το πεις πρέπει να έχεις κόψει
πολλές φορές το χέρι σου σε λόγια φιλικά.
Το σ’ αγαπώ για να το πεις πρέπει να έχεις δώσει
χώμα και ύδωρ σε πολλούς που ζήτησαν πολλά.

Το σ’ αγαπώ για να το πεις πρέπει να έχεις σβήσει
το γέλιο και το δάκρυ σου σε άπειρα κορμιά
χωρίς να νοιώσεις μια στιγμή πως κάποιο περισσεύει
εκτός κι αν το περισσευούμενο κορμί ήσουν εσύ.

Το σ’ αγαπώ για να το πεις πρέπει να έχεις πονέσει
να έχεις λιώσει σαν κερί όχι για να φωτίσεις
μα για να ζεστάνεις μια ψυχή που σ’ έχει αρνηθεί.

Το σ’ αγαπώ να μην το λες ποτέ σου σαν ευχή.

24/7/01

Τ’ άνυδρο χώμα δεν γεννά
καμία υποψία για όσα κρύβει μέσα του
στις σκοτεινές του κρύπτες.

Κάποια στιγμή ακούγεται απ’ τις μικρές ραγάδες
ένας ψαλμός αλλόκοτος που εξυμνεί την φύση
και τότες αν είναι σούρουπο και έχεις περπατήσει
σε δρόμους κακοτράχαλους στα βάθη της ψυχής
ίσως πριν δουν τα μάτια σου να νοιώσει η καρδιά σου
μορφές μαβιές κι αλλόκοτες να περπατούν σκυφτές

Μην φοβηθείς
Μην βγάλεις μιλιά
Άσε τις να περάσουν.
Το χώμα τούτο τ’ άνυδρο γεννά παιδιά φτιασμένα
να αντέχουνε στο πέρασμα του αδηφάγου χρόνου.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΝΗΝΕΜΙΑΣ

Τον δυτικό τον άνεμο μην περιμένεις
μοιάζει η πνοή του με ανάσα φθισικού.
Άλλοτε δυνατή μα τώρα διακεκομμένη
που ψάχνει μια αιτία να κρατηθεί.

Τον δυτικό τον άνεμο μην περιμένεις
Έχει χάσει την προηγούμενη του ορμή
Στέκει νωθρός τώρα και βαριανασαίνει
ελπίζοντας ότι θ’ αναγεννηθεί.

Τον δυτικό τον άνεμο μην περιμένεις.
Τυλίξου στις νηνεμίας την σιγαλιά.
Τους αδιάφορους καιρούς μάθε να υπομένεις
χρειάζεσαι τις άπνοιες για να ξεκουραστείς

ΤΡΙΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΗ ΣΚΙΑΘΟ

*************


Όταν η σιωπή των λόγων μου βαρύνει τόσο
που δεν θα μου μείνει τίποτα
-μήτε αγέρας , μήτε νερό, μήτε μια στάλα γη για να ξαπλώσω-
θα δώσω στον ήχο μου όνομα.
Αρχαϊκό.
Περήφανο.
Με στρογγυλές τις άκρες
να στέκει υπερήφανο όταν θα έχω φύγει.

Θα του δώσω όνομα και χρώμα
μα όχι τόπο
για να μην πάρει δύναμη
φωνάξει και ξυπνήσει των παππούδων τις ψυχές
και δώσει εξηγήσεις.
Για μια ζωή που σπατάλησα σε μάταιους αγώνες
για χαύνα καλοπέραση και ζεστούς χειμώνες.

Θα τ’ ονομάσω Ουρουήλ
Και θα ’ναι ασημοπράσινο όπως οι ελαιώνες.



**********


Σαν χιόνι που δεν έλιωσε μα υπομένει
την κάψα του καλοκαιριού να σβήσει στον χειμώνα
χαράζοντας στην ράχη του τους κύκλους της ζωής.
αργά πολύ θα φαγωθεί και λίγο πριν να σβήσει
θ’ αφήσει να σχηματιστεί πάνω του η μορφή μας.

Όχι αυτή που κρύβουμε μ’ αυτή που όλοι νιώθουν
και μας κρατάνε μυστική για να μην μας σοκάρει.



***********



Φαιό το χρώμα της ζωής
γεώδες της ανίας
και σκούρο λερωμένο γρι
της νωθρής φαντασίας.

Αυτά ορίζουν την μέρα μου στην αρχή του χειμώνα
σ’ ένα τόπο που μετρά στο τέλος του αιώνα
τις ώρες που απόμειναν μέχρι να γαληνέψει
σε μια νάρκη όψιμη που οδηγεί στη δρέψει.

Γένεσις

Πολύ πρίν από την αρχή τα πάντα γύρω δεν υπήρχαν ή μάλλον υπήρχε ένα Τίποτα χωρίς ταυτότητα ή όνομα ή ήχο.

Χωρίς μορφή.

Χωρίς ψυχή.

Χωρίς κανένα σχήμα.

Δεν υπήρχε χρόνος, χώρος μήτε φως.

Το τίποτα απλωνόταν προς όλες τις κατευθύνσεις.

Για το πως αυτό το Τίποτα έγινε σιγά σιγά τα πάντα γύρω φταίει μια λέξη που αναδύθηκε ξαφνικά απο του τίποτα τα βάθη.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την Αρχή και όπως λένε και οι γραφές εν αρχή ήταν ο λόγος που ξέσπασε σε μια Κραυγή μετά από λίγο.

Έπειτα έγινε Ουρλιαχτό που άργησε να σβήσει και καθώς σερνότανε στο πουθενά τα φωνήματα που κουβαλούσε, ανάμνηση από την Πατρική Κραυγή, έπλεκαν σχήματα πολύπλοκα ανώνυμα ακόμα.

Το Ουρλιαχτό έσβησε αργά και μόνο ο απόηχος έμεινε να μακραίνει με λίγα, μα μύρια φωνήματα που δεν πρόλαβαν να παγώσουν.

Τα πρώτα σχήματα μείναν βουβά να περιστρέφονται αργά σε τυχαίους σχηματισμούς που γέμιζαν τον Χώρο.

Έτσι αργά το τίποτα έγινε Πουθενά.

Το Πουθενά Χάος.

Το Χάος, χάνοντας την αρχική του Ορμή, απόμεινε σε Χώρο και τα φωνήματα τα αρχικά, τα κύρια συστατικά του Λόγου, γίναν πλανήτες, άστρα λαμπερά μα και τα πάντα γύρω.

Για λίγο μια παγερή Σιωπή γέμισε τον Χώρο.

Ο απόηχος της γενέτειρας Κραυγής ήταν μακριά για να μπορέσει να ταράξει το παγωμένο κενό της Σιωπής.

Σαν εικόνα μόνο φαινόταν να σβήνει μακριά με τα φωνήματα σαν άψυχα να βαραίνουν.

Στο κέντρο του Χώρου ξαφνικά ακούστικε ένας Βόμβος.

Πιότερο ψίθυρος αρχικά βάλθηκε να δυναμώνει και να γεμίζει τον Χώρο ζεστασιά διώχνοντας την παγερή Σιωπή στου άπειρου τα βάθη.

Στο πέρασμά της η Σιωπή έδωσε κίνηση ξανά στην αρχική φωνηματική σκόνη που άρχισε να πλέκεται ξανά σε γνώριμους σχηματισμούς με πιο ήρεμη χάρη μ’ακόμα χωρίς όνομα.

Ο Βόμβος δυνάμωνε σταθερά ώσπου έφτασε να γίνει μια ολόλαμπρη φωτιά που γέμισε τον Χώρο ζεστασιά και φως και ήχο.

Τότε ο Βόμβος χωρίς ν’αλλάξει στο παραμικρό χροιά ή ένταση ή ύφος άρχισε να απαριθμεί κι έτσι να ονοματίζει τα σχήματα τα φωνητικά που είχαν κατακάτσει.

Αρχίζοντας πρώτα από αυτόν πέρασε στα πιο κοντινά και συνεχίζει να ονοματίζει συστηματικά τα πάντα που ακουμπάει.

Μεγάλα και μικρά με την ίδια προσοχή και φροντίδα χωρίς να παραλείψει ούτε το κενό που μένει ανάμεσά τους.

Και οι φωνηματικοί σχηματισμοί στο άκουσμα του ονόματός τους παίρνουνε ξαφνικά ζωή επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά τον ήχο του ονόματός τους


Ακόμα και τώρα, χιλιάδες χρόνια μακριά από το πρώτο όνομα που δόθηκε στην πλάση αν κάποιος κλείσει τα αυτιά θα μπορέσει να ακούσει τον Βόμβο αυτόν τον ιερό να συνεχίζει να μετράει.

Καθώς απλώνεται παντού το άγγιγμά του πλέκει περίτεχνα απλούς σχηματισμούς που ονοματίζει.

Κρατάει ταυτόχρονα και τον ρυθμό που τα πάντα γυρίζει σ’ένα Αδιάκοπο Χορό που είναι η ζωή των πάντων.

Στο πέρασμά της η Σιωπή παρέσυρε από τους σχηματισμούς, που τώρα λέμε πλανήτες, κόκκους σκόνης φωνηματικής εμάς τα έμβυα όντα που στο ρυθμό τους χορεύουμε την λιγοστή ζωή μας.

Όλα είμαστε φτιαγμένα από τα ίδια υλικά που τραγούδησαν το Σύμπαν.

Φωνήματα απλά που περιείχε η Λέξη.

Ο Λόγος ο πρωταρχικός που ακόμα αντηχεί στ’αυτιά μας και καθορίζει.

Την Μορφή, το σχήμα μας και την Ταυτότητά μας

Τρία βλέμματα, δυο θρήνοι, μια ευχή

I

Στον πατέρα μου


Τους είδα κουρασμένους κι άυπνους με τ’ όνειρο ακόμα στα μάτια, τον καφέ ζεστό στα πόδια τους, το τσιγάρο υγρό στο στόμα πικρό από τον ύπνο. Στεγνό από την έγνοια, με τις ρυτίδες απόηχους ενός στραβού χαμόγελου απ’ τον καιρό που υπήρξαν έφηβοι. Τρομαγμένοι στη θέα ενός λειψού μεροκάματου, μιας κρύας μπύρας, ενός στραβού χαμόγελου στα μάτια των παιδιών τους.

Τα χείλια κινιούνται αθόρυβα. Τα λόγια από καιρό λησμονημένα. Τ’ όνειρο έσβηνε σαν απόηχος της πόλης που άρχιζε να ξυπνάει. Η σκέψη βαριά στα χέρια τους, την διώχνουν για να ξαποστάσουν. Σήκωναν το βλέμμα σε κάθε γουλιά, τα λόγια λιγοστά και μασημένα, παράταιρα απ’ όσα έκρυβε ο νους, ξένα στα όσα ήθελε η καρδιά τους και που ποτέ της δε θα δει.

Τα ρούχα τους νοτισμένα και βρόμικα με την κούραση ακόμα στις ραφές. Το παράπονο στους ασβεστολεκέδες. Σοβάδες μιας ζωής σε σκληρή δούλεψη στους ήχους της μπετονιέρας. Στα σπασμένα χέρια απ’ το σφυρί. Στα σκαμμένα πρόσωπα από τον ήλιο.

Αποτελειώνουν τον καφέ. Σβήναν το τσιγάρο πάντα στο πιατάκι και κινούσαν για την δουλειά αγέλαστοι, ανέκφραστοι, με το κλειδί αμήχανα στο χέρι που έγνεφε ένα αχνό «γεια χαρά». Ένα φιλί που από καιρό είχε χαθεί. Χωρίς δαχτυλικά αποτυπώματα. Χωρίς ταυτότητα. Γεμάτοι μνήμη που την μετρούν σε χαρακιές, σε κάλους και σημάδια.

Όσα ήθελαν δεν ονειρεύτηκαν. Όσα πόθησαν δε φαντάστηκαν. Όσα τελικά απόχτησαν με μέρες ζωής ανταλλάχτηκαν. Ίσως γι’ αυτό, καθώς περνούσαν την εξώθυρα για λίγο, σχεδόν κρυφά, τα μάτια τους χαμογελούσαν.




II

Τους είδα γυμνούς, ασθενικούς να ουρλιάζουν. Να σέρνονται σε αφώτιστα βίντεο. Να πάλλονται, να τραγουδάνε.

Φίδια οι μυείς καθώς μάχονται με το κρότο της μπότας. Λεπίδες τα χέρια, αιτίες τα βλέμματα, κομμένα τα λόγια. Ο ιδρώτας να κυλά αχόρταγος. Να χαράζει κάθε ρυτίδα, υμνώντας κάθε χαρακιά μαρμαριγώντας έρωτα. Αιμορραγώντας πάθος.

Κοφτές οι κινήσεις, γρήγορες, η μέση λυγισμένη. Το φως σκαλώνει πάνω της, ο ήχος την παιδεύει. Πουλούν την ψυχή τους στο δαίμονα που λέγεται εφηβεία. Παίρνουν γι’ αντάλλαγμα οργή, φιγούρα αγέραστη και μια φωνή που στάζει απελπισία.

Βαραίνουν οι νότες στα βήματα. Η οργή στα κομμάτια. Η εφηβεία στο διάολο. Η κούραση στα μάτια που αρπάζονται πάνω τους ρουφώντας την κάθε πόζα. Και ουρλιάζουν σε κάθε γλίστρημα. Σε κάθε στάλα ιδρώτα. Σε κάθε της μέσης λύγισμα. Στο στρίγκλισμα της κιθάρας που καθώς γλιστρά ανάμεσα στη σειρά των στοίχων γεμίζει το ενδιάμεσο μιας ζωής χαμένης.

Λευκές σελίδες η άνδρωση. Χωρίς συνοχή το τέλος λουσμένο απ’ την παρασκιά των κόκκινων προβολέων. Την φευγαλέα αναλαμπή της τελευταίας νότας.
Κι όταν τα φώτα ανάψουνε. Η χορδή ηρεμήσει. Υποκλίνονται. Αποσύρονται. Σκεβρώνουνε. Αφήνουνε τον μύθο να τους τυλίξει.



ΙΙΙ

Τους είδα με τα φώτα νυσταγμένα, τα μάτια βαριά να έρεπουνε στους δρόμους της Αθήνας. Να ταξιδεύουν σε τοπία μυστικά, σε μονοπάτια ξένα. Να έλκονται από παράξενες μουσικές. Ένα σαξόφωνο στο Μισισιπή, κλαρίνο στα ζαγοροχώρια.

Η ζωή τους όλο γυρίσματα. Τσακίσματα. Η φωνή τους ένα μοιρολόι να κρατάει το ίσο στον χορό, στην άσφαλτο ανάμεσα στην άσπρη γραμμή και το τέλος του δρόμου.

Όλοι η πορεία τους νωχελικό συρτό. Μπλουζ από ένα άγονο δέλτα, από ένα μεθυσμένο μουσικό. Γραβάτα λυτή, σακάκι καρό, όργανο φθαρμένο και γλωσσίδι βρεγμένο με ποτό.

Ο δρόμος στρωμένος με διηγήσεις που μοιάζουνε νιφάδες χιονιού. Αιωρούνται για λίγο κι ύστερα δεν υπάρχουν. Δεν φαίνονται πουθενά. Μόνο στη μνήμη. Μόνο στην ηχώ της τελευταίας νότας. Μόνο στα παραμύθια πού’ ναι για παιδιά. Μόνο στη μνήμη.

Η πορεία τους αρμονική με μια δικιά της όμως συμμετρία. Με μια δικιά της κορυφογραμμή που κυνηγάει τη γραμμή των οριζόντων μα δεν την τέμνει πουθενά. Μόνο ίσως στη κατάληξη αμέσως μετά το σόλο. Εκεί στη παύση λίγο θα σταθεί. Θ’ ανασάνουν γρήγορα προτού να ξαναρχίσει άλλη μι’ αχόρταγη διαδρομή που διαρκεί ελάχιστα, όσο και η ανάσα, που κουβαλά στη πλάτη της χιλιάδες λέει λόγια.
Έτσι και η ζωή τους όλο ανάσες και εκπνοές και χίλια μύρια λόγια που μοιάζουν να ’ναι μαγικά. Που μοιάζουν να ’ναι ψέμα όπως αυτά που λένε τα παιδιά ή μάλλον σαν αυτά που ακούνε οι μεγάλοι.
Δεν κατοικούνε πουθενά. Όπου αφήνουν το καπέλο λένε σπίτι κι αντί πατρίδα λένε καρδιά. Λένε γειτονιά, λένε αυλόγυρο μιας εκκλησιάς που λειτουργεί καθημερινά και μυρίζει μέλι. Που μυρίζει πασχαλιά και ρόδο και λεμόνι και αντηχεί στον εσπερινό από φωνές και γέλια. Από τον ίσκιων των κυπαρισσιών και τους ψαλμούς που σέρνονται αργά όπως το δείλι και μοιάζουν να ’ναι στάσιμοι μα ξάφνου φουρτουνιάζουν, θυμώνουν κι ανυψώνονται σα κύματα που πάσχουν, τα βράχια να μεριάσουνε στην αμμουδιά να σβήσουν. Με τον ουρανό να σμίξουν. Να πάρουν απ’ το δειλινό το μωβ πού’ χουν οι μύθοι. Έπειτα ξάφνου σιωπή.
Παύση . . . Και η ζωή τους μένει μόνο ένα σφύριγμα που παίζει πέντε νότες. Όσες και οι αγέρηδες. Όσα και τα καλάμια πού’ ταν δεμένα στον αυλό που έπαιζε ο Πάνας και προμηνούσε έρωτες και γέννες και θανάτους.

Έτσι και οι κουβέντες τους, λίγες και μετρημένες. Όσες χωρούν σε μια ζωή γεμάτη από εικόνες. Γεμάτη ήχους, μουσικές, εξωτικά τραγούδια. Ρυθμούς που συγγενεύουνε με τους ρυθμούς των άστρων. Με τους χτύπους της καρδιάς. Με της βροχής τα λόγια που αριθμούν τα βάσανα που κρύβει το μοιρολόι. Άλλοτε τα βήματα ενός γρήγορου μπάλου ή τ’ αυξημένα τρίηχα στο μπλουζ της διαδρομής τους.

Η πορεία τους δεν έχει τελειωμό. Δε καταλήγει πουθενά αυτός ο δρόμος. Απ’ τα ζαγοροχώρια στο Μισισίπι κι απ’ τα βαμβακοχώραφα στους σαλονικιώτικους τεκέδες. Μια στάση στη Κρήτη για μια ρακή, γιά’ να περήφανο ριζίτικο τραγούδι κι έπειτα πάλι ανατολή. Σικάγο, Δυτική Ακτή και Νέα Ορλεάνη. Το σαντούρι συναντάει το καζού. Ο Μάρκος σε κάποιον χόλερ σιγοντάρει και η καρδιά τους ματώνει παντού καθώς δε σταματά το ρυθμό της διαδρομής τους να κρατάει και σα τις στάλες της βροχής τα βάσανα και τις χαρές τους να μετράει.




IV


Σπονδή σε μια φυλή που αρνείται να ζήσει. Φοβάται να ενηλικιωθεί. Να ωριμάσει να καθιερωθεί. Αδυνατώντας να σηκώσει στις πλάτες της το βάρος μια πολλά υποσχόμενης ζωής, τινάζει τα μυαλά της στον αέρα. Τηγανίζει τα μάτια της. Γεμίζει τα πνευμόνια της γκάζι. Τις φλέβες τη δηλητήριο. Την ψυχή της οπιούχα όνειρα, πολύχρωμες εικόνες. Νερό και σώμα ενός θεού ψεύτικου όσο κι οι υποσχέσεις εραστών σε οργασμό που δεν τον περιμένουν. Δυνατού όσο και ο θόρυβος των τρεμάμενων δοντιών τους στ’ άκουσμα του χρόνου που προστίθεται. Εκκωφαντικός. Ανυπολόγιστος. Ψυχρός σα λεπίδι.

Σε μια φυλή που στο πρωτάκουσμα της πρώτης σύγκρουσης χώνει το πιστόλι στο στόμα. Λείο το μέταλλο. Ψυχρό το μέταλλο. Ερωτικό σαν πέος μιας ζωής που εκσπερματώνει θάνατο. Φόβο και ηρεμία. Κρότο που σκεπάζει για μια στιγμή τα κλάματα. Τους λυγμούς. Τα σχόλια των ρεπόρτερ. Τον ήχο από τα φλας και τ’ ανυπόφορα μελό αυτών που ξέρουν. Που έχουν ζήσει. Που έχουν δει. Που πέρασαν πόλεμο. Πείνα. Κατοχή. Μια κάποια χούντα. Μα μεγάλωσαν σε χωματόδρομο και αυτοί βαδίζουν σε πληροφορίες.

Αφήνει πίσω της βρομιά. Ίσως λίγες λέξεις αν έχει το θάρρος να σκεφτεί. Κάνα-δύο φίλους έκπληκτους και συγγενείς γεμάτους θλίψη. Οδύνη κι ένα κουφάρι άψυχο που με τον χρόνο σβήνει.

Σε μια φυλή που δε σοβαρεύεται. Δεν κατεβάζει τον γιακά. Δεν σκύβει το κεφάλι. Τα μάτια κοιτάζουν γεμάτα τσαμπουκά. Εφηβική ανέδυα. Θράσος και βλακεία. Δεν μπαίνει στο λούκι να σκεφτεί. Κολλά το κόλτ στο κεφάλι. Δεν έχει το θάρρος ν’ αντικρύσει την ζωή. Φιλά τον θάνατο στο στόμα. Δεν βάζει τα κλάματα. Αιμορραγεί. Ψυχορραγεί. Εκσπερματώνει. Με κινήσεις αβέβαιες. Σπασμωδικές. Με τρεμάμενα χέρια. Για μια στιγμή ίσως νοιώσουν πανικό μα το δάχτυλο έχει σφίξει κιόλας τη σκανδάλη. Φεύγουν απ’ τη ζωή άσχετα πως έχουν ζήσει. Όσο γίνεται πιο ανώδυνα. Ανεμπόδιστα. Χωρίς μεγαλείο η τελευταία πράξη δε διαδραματίζεται σε κάποιο θέατρο μα στης ζωής το σφαγείο.

Στερνή σπονδή σε μια φυλή ασύνδετη. Αδιάφορη. Συνένοχη σε έγκλημα που δεν τιμωρείται. Δύστροπη Εκνευριστικά απροσάρμοστη σαν το καρφί που όλο λυγίζει. Πιεστική στην απουσία της. Χλευαστική στο συνήθειο της να ζει με θόρυβο και να τελειώνει με κρότο. Όχι σαν επικίνδυνο εκρηκτικό μα σα πασχαλιάτικο βαρελότο. Που δεν ονειρεύεται την επανάσταση. Δεν γράφει μανιφέστα. Μ’ ένα κολτ στο κρόταφο ή μι’ ακονισμένη φαλτσέτα χαράζει την ιστορία της σε καρπούς πυρωμένους. Καμένους στη φλόγα μύριων ψεύτικων στιγμών που δε ξέρουν να σωπάσουν. Να σβήσουν. Να σεβαστούν. Μα ολοένα ουρλιάζουν. Δυσφορούν. Αγκομαχούν. Κουράζουν την κάθε ανάσα.

Σε μια φυλή που δεν ακροβατεί σε τεντωμένο νήμα. Τυλίγεται μ’ αυτό. Το κάνει θηλιά. Πνίγει τα όνειρά της. Με ύμνο τον επιθανάτιο ρόγχο της. Τους άπνοους λυγμούς της. Την αδιαφορία της. Την μοναξιά της. Το πείσμα της να μη μάχεται, να μην περιμένει. Να τελειώνει γρήγορα. Ανώδυνα; Χωρίς δικαιολογία. Χωρίς εξήγηση. Με πολλή φαντασία. Μ’ ένα γουστάρω στραβό στόμα της. Ένα σπασμό στ’ άψυχο σώμα. Μια κίνηση των ματιών μπροστά στο άπειρο. Ένα ακούσιο σφίξιμο των χεριών στο τώρα.

Σε μια φυλή που δεν εξαπλώνεται. Δεν διεκδικεί, δε δικαιώνεται. Δε μάχεται παρά μόνο τον εαυτό της. Που ματώνει σε κάθε πρωινό. Κλαίει σε κάθε δύση. Σε κάθε κορμί θρηνεί τον έρωτα που ποτέ δε θα ζήσει. Που θεωρεί τη ζωή ανυπόφορη. Την αυτοκτονία λιγότερο επώδυνη. Πιο γρήγορη. Μια λύση.

Σπονδή σε μια φυλή που δε γερνά. Δεν σκέφτεται. Δεν ονειρεύεται. Δεν πετά. Δεν κρύβεται. Που ξέρει πως δεν θα ζήσει.




V


Είναι η σιωπή πού’ χουμε μέσα μας και δε μπορούμε να περάσουμε στους άλλους. Είναι η παύση του Ψαρόνικου στον «Αντρειωμένο» λίγο πριν αγγίξει με το νύχι τη χορδή. Λίγο προχού χτυπήσει τη ψυχή με το δοξάρι κι ο αντρειωμένος ξαστοχήσει τρεις φορές. Είναι η βραχνάδα στου αδελφού του την φωνή –εκεί στη βάση του φάρυγγα είναι κρυμμένη- καθώς τραγουδάει τον «Ρωτόκρυτο» σκυφτός και τσαφουνάει τη καρδιά με το δικό του δοξάρι.
Είναι η σιωπή της θάλασσας ο αχός, καθώς σπάει στα βράχια στην Ακουμιανή γυαλιά. Το μεσημέρι. Μόλις ο ήλιος καβατζάρει το βουνό. Προχού αρχίσει το χώμα να πυρώνει. Είναι η βροχή στη τέντα της σκηνής. Ο ήχος της αστραπής που ποτέ δεν φτάνει. Είναι το φως που γλιστράει ερωτικό ανάμεσα στα φυλλώματα και τα βράχια της χαράδρας και το νερό που αναβλύζει κρύο και γλυκό εκεί που σκάει το κύμα και το σκεπάζει.

Είναι η σιωπή ο κινέζος φοιτητής της Τιεν Α Μεν. Όρθιος. Κάθετος μπροστά στο τανκ που πλησιάζει. Είναι η υψωμένη γροθιά στο γαλανό ουρανό ενός κόκκινου Μάη. Ο καπνός των λάστιχων και των χημικών που γκριζάρει ένα πολύχρωμο Νοέμβρη. Είναι ο Τσε που χαμογελάει νεκρός κι ο αντάρτης που ξοφλάει τα ονείρατά του.
Είναι η σιωπή εσύ που ανασαίνεις δίπλα μου βαριά και είναι εγώ που κρυφοκοιτώ το κορμί σου να σπαρταράει. Είναι τα λόγια τα μικρά. Τα μυστικά. Αυτά που δεν ειπώθηκαν μα καρτερούνε. Που γίνονται μέσα μας βουνά. Απροσπέλαστα σιγά σιγά και οι κορφές τους μας τρυπούνε. Είναι τα βλέμματα τα παιδικά. Τα χάδια τα εφηβικά. Οι αναστεναγμοί των ηλικιωμένων.

Η σιωπή μας είναι αυτά. Αλλάζει η πουτάνα πρόσωπα συχνά. Γι’ αυτό την φοβόμαστε μα και την αγαπούμε.


Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ



Το φως το λίγο πιο αχνό από αυτό της νύχτας κρύβει τραγούδια μέσα του τόσο σπαρακτικά που αν τ’ ακούσει ανθρώπου νους σαλεύει και ραγίζει.

Κουβαλά στη ράχη του το θρήνο όλων των άστρων για τα’ όνειρα που χάνονται σαν έρθει το πρωί. Τα μοιρολόγια πού’ πλεξαν μάνες για τα παιδιά τους που χάθηκαν μια άνοιξη σε ξύλινο σταυρό φαντάζουν μπροστά στο θρήνο αυτό νυφιάτικο τραγούδι. Ψεύτικο παράπονο από μικρό παιδί.

Μόνο της νύχτας τα πλάσματα μπορούνε να τ’ ακούσουν γι’ αυτό και οι φωνούλες τους είναι λυπητερές. Κλαίνε κι αυτά μαζί με το φως για αυτά που δεν θα γίνουν.

Γι τα όνειρα που χάνονται πριν έρθει το πρωί.

ΠΩΣ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ ΜΙΑ ΖΩΗ Σ’ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ




Ας είμαστε ρεαλιστές .
Ας προβλέψουμε το αυριανό μας όνειρο. Ας ταξιδέψουμε για βόλτα στο φεγγάρι. Ας κρύψουμε τα λόγια μας στα κύματα τις αγριότερης τρικυμίας. Ας τραγουδήσουμε στο σκοπό που σφυρίζει δίπλα μας ο πιο δυνατός τυφώνας.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Ας πιούμε χρυσάφι, μέλι και νερό σ’ ένα ποτήρι. Ας τρατάρουμε τον θάνατο λικέρ και γλυκό κεράσι. Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε πέρα από χρόνο κι ο χρόνος είναι δανεικός. Δε μας ανήκει. Δεν έχει τίποτα να κάνει με ‘μας. Δε μας γνωρίζει.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Ας ονειρευτούμε. Τα πιο τρελά μας όνειρα χορεύουν στη σκιά μιας πραγματικότητας που δε μας αξίζει. Πεζή. Αδιάφορη. Γυμνή. Δε μας αγγίζει. Γέρνει ανήμπορη να ονειρευτεί το μέλλον που της πρέπει..

Μα εμείς
Ας φανούμε ρεαλιστές .
Ας ονειρευτούμε το φεγγάρι. Το πιο τρελό μας όνειρο ας κάνουμε σύντροφο ζωής.

ΧΑΜΑΚΑΛΑΝ



Όταν κατέβηκε ο Χαμαλακάν στη μέση γη τα πουλιά σιώπησαν στα κλαδιά τους. Όλη πλάση σώπασε θαυμάζοντας το νέο θεό που πάτησε την γη μετά από τόσους κύκλους.

Είχε μακριά και πλούσια μαλλιά που λάμπανε κυματίζοντας στη πρωινή αύρα σαν ακτίδες ήλιου πρωινού τον καιρό της ζέστης. Η όψη του ήταν μαγική. Τέλεια συμμετρία. Μύτη μακριά και ίσια σαν γραμμή στη κόψη του στιλέτου. Στόμα γεμάτο και μεστό στο χρώμα της βρεμένης γης στις όχθες του Ορινόκο, με δόντια λευκά και δυνατά σαν του ιαγουάρου. Κορμός σαν δέντρο μαύρου τικ. Άκρα σαν στιλπνά και δυνατά όλο μυείς και νεύρα.

Όλα τριγύρω σώπασαν και έκλιναν το κεφάλι από σεβασμό στο νέο θεό που ήρθε τη γη ν’ αλλάξει.

Μόνο ο μαύρος πάνθηρας άρχισε να μουγκρίζει κι όταν η κουκουβάγια η σοφή τον ρώτησε τον λόγο που έδειχνε τόση ασέβεια στο κύριο των κόσμων αυτός της αποκρίθηκε:
_ “Δεν είναι έλλειψη σεβασμού μα λύπη για την πλάση που πρόκειται να αφανιστεί και να το θυμηθείτε. Τίποτα δεν αλλάζει ριζικά αν πρώτα δεν πεθάνει.

Θα δείτε χιλιάδες πτώματα προτού τελειώσει η μέρα. Μάνες θα μείνουν χωρίς παιδιά. Νεογνά χωρείς μητέρες. Δέντρα που στέκουν πλούσια θα μείνουν χωρίς φύλα. Καρποί θα σαπίζουν στα κλαδιά και οι αγροί θα σαπίσουν. Μας περιμένουν μαύροι καιροί προτού ν’ αναγεννηθούμε.

Γι’ αυτό θρηνώ. Γιατί η αλλαγή πάντοτε φέρνει και πόνο.”

Οι άλλοι δεν τον πιστέψανε αλλά ο Χαμαλακάν τόσο εχάρει που τον υιοθέτησε και πήρε την μορφή του.

Ακόμα και τώρα τον καιρό που γεμίζει η μέρα ο γιός του θεού ακόμα θρηνεί της αλλαγής τον πόνο.

ΑΞΕΧΑΣΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ



_ “Υπάρχουνε πράγματα ανείπωτα που έρπουν στο σκοτάδι της κάθε ανθρώπινης καρδιάς. Πλάσματα αλλόκοτα γεννήματα του φόβου των τόσων ανθρώπινων γενεών στη θέα του θανάτου.”

Μου είπε ανάμεσα στο ρακί ο γερό Θωμάς απ’ το γνωστό καφενείο. Σταμάτησε να πάρει μια γουλιά και μία από ‘κείνες τις ατελείωτες όλο καημό και μεθυσμένο παράπονο τζούρες.

Με κοίταξε καλά, μάλλον θολά, αλλά ήταν ότι καλύτερο μπορούσε και συνέχισε να παραμιλά. Έτσι κι αλλιώς το αν τον άκουγες, δεν τον αφορούσε

_ “Του τέλους που πρόκειται να ‘ρθει . . . Που νοιώθουμε πως καραδοκεί στη κάθε μας ανάσα.”

Άλλη μια παύση. Άλλη μια γουλιά. Μια ματιά. Μια μακρόσυρτη μεθυσμένη ανάσα.

_ “Πλάσματα που αν τύχει να ειδωθούν κάτω απ’ το φως της μέρας παίρνουνε άκακες μορφές και σχήματα μάλλον γελοία. . . . Μα κάτω απ’ το φως του φεγγαριού και τις σκιές της νύχτας γίνονται θαρρείς τέρατα, κατέχου το που στο λέω. Γίνονται τα τέρατα θαρρείς που τόσο μας τρομάζουν.”

Καινούργια ανάσα. Καινούργια γουλιά. Μια ματιά να δει αν τον προσέχω- και αυτό ήταν αρκετό για να προσέξω μόνο αυτόν. Τράβηξε την παύση πιο πολύ για να γεμίσει με ρακί και το δικό μου ποτήρι.

_ “Αυτά τα πράγματα, τ’ ακούς μικρέ. Αυτά τα τέρατα για να τα νικήσεις, πρέπει να τα καλέσεις με το πραγματικό τους τ’ όνομα που τόσο καλά γνωρίζεις. Και ‘συ. Και ΄γω. Και όλοι μας . . . Γεννιόμαστε μ’ αυτή τη γνώση. Περνάς όμως μια ολάκερη ζωή πασχίζοντας να ξεχάσεις. Μα ξέρεις μέσα σου καλά τους ήχους που τ’ απαρτίζουν. . . .”

Πέρασε το υπόλοιπο βράδυ σιωπηλός πασχίζοντας να ξεχάσει - τη ζωή του ολόκληρη αν ήταν δυνατόν. Όταν σηκώθηκε να φύγει, ώρες μετά, πολύ μεθυσμένος πια. Πολύ κουρασμένος πια για να συνεχίσει να πίνει και να προσπαθεί να ξεχάσει και να λησμονηθεί. Γύρισε – έτσι ξαφνικά – με το χέρι στο πόμολο της τζαμένιας πόρτας και φώναξε, όσο μπορούσε να φωνάξει δηλαδή, χωρίς να με κοιτάξει.

_ “Μ’ ακούς μικρέ. . . . Το νου σου. . . Άλφα και δέλτα κι έψιλον. Λάμδα και φι και γιώτα.”

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ




Το φως του ήλιου κένταγε στη θάλασσα δαντέλες με σχέδια πρωτόγνωρα στα μάτια των γερόντων. Σχέδια που περίτεχνα σχημάτιζαν ιστορίες που μόνο τα ψάρια του βυθού κατείχαν το νόημά τους.

Τα ψάρια κι ο Χαμ-Χατάρ, ο γέρο καμηλιέρης που ήτονε γόνος ναυτικών μα θρέμμα της ερήμου. Ο τελευταίος μιας γενιάς που ανδρώθηκε μονάχα με γάλα αγριοκάμηλου και αίμα από γελάδια.

Κείνη την ώρα ήτονε στο βράχο ξαπλωμένος και λόγιασε πως θα γενεί να βρει κανά σελίνι, να ξεγελάσει την δίψα του που τον ετυραννούσε απ’ τον καιρό που πέρασε την έρημο καβάλα, σε μια καμήλα πελελή που ’τρεμε την σκιά της.

Σαν είδε στο κύμα τα σχέδια, τα μάθια του στενέψαν και έστεκε και τα θώραγε κουνώντας αχνά τα χείλια, σα να στορούσε μέσα του το νόημα των σχεδίων.

Σε μια στιγμή σηκώθηκε. Ίσιωσε τα σκουτιά του και τράβηξε για την σπηλιά στην άκρη της παραλίας. Στο δρόμο έσκυψε κι έκοψε ένα μάτσο θυμάρι, ένα κλαδί χαμόκεδρο, λίγο σταμναγκάθι και δυο κλαδιά αρκουδόβατο γερτό απ’ τα κουκούτσια.

Έφτασε έξω απ’ τη σπηλιά κι χάραξε ένα κύκλο που στόλισε το σχήμα του με βότσαλα βρεγμένα από τ’ άσπρα κύματα που σπάζαν στ’ ακρογιάλι.. Στο νότο έβαλε κόκκινα. Στο χάραμα έβαλε άσπρα. Πράσινες πέτρες στον Βορρά και στην δύση μαύρα. Έπειτα πήρε λίγο νερό, το έπλασε με χώμα και χάραξε ένα σταυρό στα τέσσερα σημεία. Στο κέντρο έστησε σωρό από ξεραμένα φύκια και γύρω τους στερέωσε τα κλαδιά που ’χε μαζώξει.

Έπειτα αποσύρθηκε στης σπηλιάς τα βάθη κι έπιασε να τραγουδά τραγούδια ξεχασμένα, που λέγαν κάποτε παλιά στα βάθη της ερήμου, οι ίσκοι οι μπλε που έφταναν στη θάλασσα γι’ αλάτι.

Όση ώρα ετραγούδαγε απ’ έξω από το σπήλι μαζεύονταν και κάθονταν γύρω από τον κύκλο διάφορα πετούμενα που είτε από κάποιο ξόρκι είτε επειδή συνήθιζαν να κάθονται εκεί πέρα, στρώσαν τριγύρω απ’ την σπηλιά ένα φτερωτό ταπέτο, που άμα το αντίκριζες απ’ την πλευρά του ήλιου, θα έβλεπες πως σχημάτιζε παρόμοια δαντέλα με κείνη που πρωτύτερα είχα σχεδιάσει ο ίδιος.

Τα τραγούδια του βάσταξαν ώσπου να ‘ρθεί το δείλι.

Την ώρα που ο ήλιος έγερνε στη ράχη της θαλάσσης και χάραζαν οι ακτίνες του κόκκινο μονοπάτι, ο Χαμ-Χατάρ σταμάτησε. Έπαψε το τραγούδι και απ’ τη σπήλια ξεμύτισε. Πλησίασε τον κύκλο. Μπροστά στα φύκια στάθηκε. Έσκυψε. Με δυο βότσαλα- ένα λευκό , ένα μαύρο- έβαλε σπίθα στο σωρό που φούντωσε με την πρώτη κι έβγαζε φλόγες κόκκινες ωσάν το μονοπάτι.

Περίμενε να υψωθούν οι φλόγες μισό μπόι κι έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα σβώλο αλάτι που το ’χε χούι να κουβαλά όπως οι βεδουίνοι. Τον έριξε μες την φωτιά που άσπρισε αμέσως και εσυγοψιθύρισε στη θάλασσα:

_ “Kαλώς ήρθες.”

Τότες απ’ την άκρη του μονοπατιού στα ριζά του ήλιου εφανερώθει μια σκιά που σιγοπερπατούσε, σαν σε βόλτα ατάραχη στη ράχη των κυμάτων. Εβάδιζε ευθυτενής, τραβώντας στο κατόπι της το κόκκινο του ήλιου και τύλιγε τη γύμνια της με τ’ άσπρο των κυμάτων.

Σαν ζύγωσε στην αμμουδιά και φάνηκε η μορφή της όλη η πλάση εσιώπησε από το θαυμασμό της και ο ήλιος εβυθίστηκε στα βάθη των κυμάτων. Εστήθει πορφυρόντητη κάτω από το φως των άστρων και τα μαλλιά της έπλεκαν στον άνεμο τα σχέδια, που έπλεκαν πρωτύτερα του ήλιου οι αχτίδες.

Ο Χαμ-Χατάρ γονάτισε και είπε :

_ “Προσκυνώ σε”

Και κείνη μεγαλοπρεπής του ’γνεψε να σωπάσει και με φωνή που ήχησε ουράνια μελωδία τον ερώτηξε τα εξής:

_“Ήρθα απ’ το φως του δειλινού, απ’ τον ήχο των κυμάτων με του κέδρου την καπνιά το σώμα μου ντυμένο και του θυμαριού τη μυρωδιά πλεγμένο στα μαλλιά μου. Ήρθα από την άκρη του καιρού, του χρόνου την καμπύλη, του έρωτα την απαρχή, του Χάροντα το τέλος. Ήρθα απ’ το κέντρο τ’ ουρανού σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου και σε ρωτώ τι γίνεται εδώ στη γαλάζια σφαίρα.”

Ο Χαμ-Χατάρ αποκρίθηκε:

_”Όλα κυλούν με τον καιρό σαν άμμος της ερήμου. Όλα περνούν. Όλα χάνονται για να ξαναβρεθούνε. Όλα αλλάζουν διαρκώς και όμως μένουν ίδια. Βασίλεια υψώνονται και πόλεις δημιουργούνται. Άνθρωποι πεθαίνουνε για να ξαναγεννηθούνε. Εκεί που έπεφτε βροχή τώρα έρημος στέκει και στα άγονα βουνά τώρα υψούνται δάση. Όλα αλλάζουν διαρκώς όπως εσύ προστάζεις. “

_”Πες μου”
Τον ρώτησε με μια φωνή που ήχησε σαν κύμα
_ “Τι γίνεται η Ουρκ; Η Ναπ-Ναπάρ, η Βίβλος; Η Νινευή πώς στέκεται; Η Μπούτα πώς πηγαίνει;”

_”Η Ουρκ εχάθη από καιρό. Η Βίβλος έσβησε επίσης. Η Μπούτα εμαζεύτηκε σε δύο, τρεις καλύβες. Την Ναπ-Ναπάρ η άμμος πια τη σιγοκαταπίνει και η Νινευή γκρεμίστηκε σε μια βραδιά απ’ τον ήχο, χιλιάδων κεράτων κριαριών που σκάλισαν οι Σημίτες. Άλλες πόλεις υψώθηκαν σε άλλες τοποθεσίες. Οι δρόμοι αλλάξαν προορισμό. Οι άνθρωποι θρησκείες. Οι αρχαίοι ναοί γκρεμίστηκαν και υψωθήκαν άλλοι. Τίποτα δε θυμίζει πια τον τόπο που χεις φτιάξει. “

_ “Καλώς… Για πες απάντησε κανείς σ’ αυτό που είχα ρωτήσει;”

_ “Όχι, κυρά, δεν βρέθηκε το κέντρο αυτής της πλάσης. Κάποιοι έχουν βρει τον αφαλό. Κάποιοι άλλοι βρήκαν την άκρη. Κάποιοι την εγυρίσανε και λεν πως είναι σφαίρα, μα άλλοι την παρομοίωσαν με ένα ασημένιο τάσι που πλέει αργοσάλευτο στο κέντρο της θαλάσσης. Κάποιοι την εζυγίσανε και βρήκαν πως ζυγίζει όσο το γέλιο ενός παιδιού κι άλλοι πως χαράζει μέσα στα μάτια μιας κοπελιάς όταν σιγοξυπνάει. Μα ακόμα κανείς δεν έψαξε να βρει πού είναι το κέντρο.”

Τότε η κυρά του κύματος, η μητέρα όλων, ύψωσε τα χέρια της σε σημάδι ευλογίας και αφού τον γέρο ευλόγησε πήρε να ξεμακραίνει.

_ “Κυρά”. Ο γέρος φώναξε. “Μία σου χάρη μόνο.”

Η Μητέρα στάθηκε και γύρισε με χάρη.

_ “Είμαι γέρος και άκληρος, το τέρμα της γενιάς μου. Αν λείψω εγώ δε θα βρεθεί κανένας να δοξάζει τη χάρη μήτε να νογά του ήλιου τα σημάδια που αναγγέλλουν τον καιρό πού ’ρχεσαι για ορμήνια.”

Η κυρά του κύματος τον κοίταξε με οίκτο.

_ “Μη κλαις και μη βαρύνεσαι μόν’ φτύσε εκεί στο χώμα κι έλα σε τρία μερόνυχτα και πάρε ό,τι έβρεις. Τάισέ το με άνεμο και πότισ’ το με κύμα και κάθε γιόμα φεγγαριού αυτό θα μου δίνει γνώμη.”

Ο Χαμ-Χατάρ υπάκουσε και μέχρι να αποφτύσει η γαζέλα εχάθηκε και μόνο η σελήνη έμεινε να καθρεφτίζεται στης θάλασσας το κύμα. Σε τρεις μέρες γύρισε και βρήκε στ’ ακροθαλάσσι ένα μικρό νεογέννητο τσακάλι της ερήμου. Ο γέρος το εμάζωξε, το φρόντισε σαν βρέφος κι όταν αυτό μεγάλωσε άρχισε να φωνάζει σε κάθε γιόμα φεγγαριού τα νέα στη Μητέρα.