Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Ερωτικό

Μου δίνεις τίποτα κι είναι πολλά.
Είναι πολλά τα τίποτα
Απαραιτήτως.
Είναι γλυκά.
Είναι απαραίτητα γλυκά σαν τα προσφέρεις
με την άνεση του «δούνε λαβείν»
και την σιγουριά πως συναισθηματικά
«μένω απ’ έξω».

Μα είναι πολλά.
Είναι υπέρογκα ποσά
σαν τα προφέρεις «δίνω λαβή»
και με την σιγουριά στους ώμους πως θα σπάσεις.
Θα τσακίσεις σα κλαδί
προτού ανθίσεις.

Μικρές Σκέψεις Για Την Ζωή

γ΄



Σιωπή και πίστη σ’ ότι αξίζει.
Σ’ ότι απόμεινε στη ψυχή.

Ο έχω τίποτα ελπίζει.
Ο πεινασμένος αδημονεί

Προτού Την Καληνύχτα


Το φως εδώ πέφτει νωρίς.
Βιάζεται ο ήλιος ν’ ακουμπήσει
την θάλασσα πίσω από τα βουνά
αφήνοντας μια λάμψη
ελάχιστα πιο φωτεινή από το φως του σπίρτου
και ένα τόνο πιο θερμή
πιο κόκκινη
πιο λεία.

Το υπόλοιπο ουρανό τον ντύνει σιγά η νύχτα
και το βουνό η μοναξιά και η φωνή των σκύλων
που λες θρηνούνε τον χαμό της τελευταίας λάμψης.

Το φως εδώ πέφτει νωρίς.
Μα λίγο πριν να σβήσει
ντύνει χρυσάφι το βουνό
και το χωριό πορφύρα
σαν υπενθύμιση θαρρείς
προτού την καληνύχτα.

Την Ώρα Των Σκιών


Ο ήλιος δύει πίσω από το βουνό
και την ώρα εκείνη
που ο ουρανός παίρνει φωτιά κι είναι μπλε τα δέντρα
οι άνθρωποι δείχνουν σκιές.
Μαβιές φιγούρες λίγο ζοφερές
δίχως ταυτότητα, χαρακτηριστικά ή χαρακτήρα.
Μονάχα όγκοι σκούροι
καθόλου απειλητικοί
σχεδόν αδιάφοροι μπορείς να πεις
αν εξαιρέσεις κάποιο εικαστικό ενδιαφέρον.

Την ώρα εκείνη
που άλλοι την λένε μαγική
άλλοι πάλι μίζερη και άλλοι απλά λυκόφως
ο κόσμος δείχνει να ισορροπεί
χωρίς να περισσεύει ούτε μια άκρη
ούτε μια στιγμή έξω από το ζύγι
Όλα δείχνουν να αλφάδι εντελώς

Για μια στιγμή.
Για μια μοναδική στιγμή
όλα ευτυχώς ταιριάζουν.

Μικρές Σκέψεις Για Την Ζωή

β΄

Αν η ζωή σου ξεγλίστρα
με γρήγορες κινήσεις
δεν φταίει η ανία
μήτε η μοναξιά.
Φταις εσύ που δεν τολμάς
να την κρατήσεις.

Δείχνει ξένο το φεγγάρι

Δείχνε ξένο το φεγγάρι.
Ξένος που προσπαθεί μαζί μας να γνωριστεί.

Χαρτί στυλό και άψητο μελάνι
γεμάτο σβώλους
τρίζει
ουρλιάζει
πριν να απλωθεί.

Γλώσσα ακατάληπτη
γεμάτη διφθόγγους
από κανένα στόμα δε χωρά ν’ απλωθεί.
Μήτε σε τέσσερα
μήτε σε χίλια
χρόνια.
Θέλει χείλια
Γλωσσίδα και αρχίδια
μουλιασμένα σε κρασί.
Φτηνό αλκοόλ
λαθραίο ουίσκι
μαύρο καπνό και ζάχαρη καφετή
για να την πιείς
μονάχα
όχι να την μιλήσεις
για να την καταλάβεις θέλει ραγισμένη ψυχή.

Η Ατλαντίδα να ‘χει βυθιστεί και να ‘χει αφήσει
στο κορμί σου την θέση της την γεωγραφική.
Μήκος 58ο
Πλάτος 40ο
Βάθος 120
της πιο παλιάς σου πληγής.
Ναι!
Δείχνει ξένος το φεγγάρι.
Ξένος που η γλώσσα του μας ενοχλεί.

Κάπου
Κάποτε
μου είπε κάποιος
πως δε σπάνε οι καρδιές
μήτε ραγίζουν
λυγίζουν μόνο γιατί είναι ελαστικές
μα η φεγγαρόγλωσσα ζητά ραγάδες
χαραμάδες
για να μπορέσει μέσα τους να μπει.
Γι’ αυτό τις ελαστικές καρδιές τις αποφεύγει.
Φεύγει.
Τις προσπερνάει και γυρεύει τις ελαττωματικές
Αυτές που εύκολα ραγίζουν
Εύκολα σπάνε
-σε χίλια κομμάτια-
που δεν επιδιορθώνονται ποτέ.

Σ’ αυτές γυρεύει να χωθεί και να ριζώσει
να τις κυκλώσει
να τυλίξει τα κομμάτια
-αυτές τις καρδιές τις ξεχωρίζει από τα μάτια-
τόσο πυκνά που μόνο αυτό να τις συγκρατεί

Όταν ριζώσει μέσα σου
δεν σε αφήνει
ούτε στιγμή
να κοιμηθείς.
Όλο το βράδυ σου μιλά για τις αχτίδες που
αν και κρύβουν παγίδες
φέρουν την δύναμη της ζωής
με κείνη την γλώσσα
την τόσο στριγκή
που θυμίζει βόμβο μετασχηματιστή.

Τότε δεν δείχνει ξένο το φεγγάρι
Τότε είναι φίλος είναι
αδελφός
και σύντροφος ζωής

Μικρές Σκέψεις Για Την Ζωή


α΄


Κάτω από μυρωμένα πέταλα
ο θάνατος κοιμάται.

Μικρός συχνά σκεφτόμουνα
πως όταν γίνω άνδρας
τον θάνατο θα τον καλώ
σαν αδελφό και φίλο

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

**********

Το γέλιο.
Το γέλιο το βραχνό
απ’ της ζωής την κάψα.

Το γέλιο.
Το γέλιο το αβίαστο
το γάργαρο το γέλιο.

Το γέλιο.
Το γέλιο το πυκνό
τ’ απλόχερα σκορπισμένο.

Το γέλιο.
Το κακομαθημένο αυτό παιδί
που πάντα περιμένω

ΤΟ Σ'ΑΓΑΠΩ ΕΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΛΕΞΗ

Το σ’ αγαπώ να μην το λες είναι μεγάλη λέξη
σε στόμα που δεν ένιωσε την πίκρα της στιγμής.
Σε χείλη που δεν πικράθηκαν για όνειρα που χάθηκαν
σε κάποιο του χρόνου γύρισμα σε κάποια γωνιά της γης.

Το σ’ αγαπώ να μην το λες άμα δεν έχεις κοιτάξει
τον δρόμο κάποιο δειλινό να χάνεται σιγά σιγά στη λήθη
και να γεμίζει από σκιές κι αδέσποτα γατιά.
Να μην το λες αν δεν ένιωσες την πίκρα μοιρασμένη
σε ότι έχασες κι ότι κράτησες σε μια μόνο στιγμή

Το σ’ αγαπώ για να το πεις πρέπει να έχεις κόψει
πολλές φορές το χέρι σου σε λόγια φιλικά.
Το σ’ αγαπώ για να το πεις πρέπει να έχεις δώσει
χώμα και ύδωρ σε πολλούς που ζήτησαν πολλά.

Το σ’ αγαπώ για να το πεις πρέπει να έχεις σβήσει
το γέλιο και το δάκρυ σου σε άπειρα κορμιά
χωρίς να νοιώσεις μια στιγμή πως κάποιο περισσεύει
εκτός κι αν το περισσευούμενο κορμί ήσουν εσύ.

Το σ’ αγαπώ για να το πεις πρέπει να έχεις πονέσει
να έχεις λιώσει σαν κερί όχι για να φωτίσεις
μα για να ζεστάνεις μια ψυχή που σ’ έχει αρνηθεί.

Το σ’ αγαπώ να μην το λες ποτέ σου σαν ευχή.

24/7/01

Τ’ άνυδρο χώμα δεν γεννά
καμία υποψία για όσα κρύβει μέσα του
στις σκοτεινές του κρύπτες.

Κάποια στιγμή ακούγεται απ’ τις μικρές ραγάδες
ένας ψαλμός αλλόκοτος που εξυμνεί την φύση
και τότες αν είναι σούρουπο και έχεις περπατήσει
σε δρόμους κακοτράχαλους στα βάθη της ψυχής
ίσως πριν δουν τα μάτια σου να νοιώσει η καρδιά σου
μορφές μαβιές κι αλλόκοτες να περπατούν σκυφτές

Μην φοβηθείς
Μην βγάλεις μιλιά
Άσε τις να περάσουν.
Το χώμα τούτο τ’ άνυδρο γεννά παιδιά φτιασμένα
να αντέχουνε στο πέρασμα του αδηφάγου χρόνου.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΝΗΝΕΜΙΑΣ

Τον δυτικό τον άνεμο μην περιμένεις
μοιάζει η πνοή του με ανάσα φθισικού.
Άλλοτε δυνατή μα τώρα διακεκομμένη
που ψάχνει μια αιτία να κρατηθεί.

Τον δυτικό τον άνεμο μην περιμένεις
Έχει χάσει την προηγούμενη του ορμή
Στέκει νωθρός τώρα και βαριανασαίνει
ελπίζοντας ότι θ’ αναγεννηθεί.

Τον δυτικό τον άνεμο μην περιμένεις.
Τυλίξου στις νηνεμίας την σιγαλιά.
Τους αδιάφορους καιρούς μάθε να υπομένεις
χρειάζεσαι τις άπνοιες για να ξεκουραστείς

ΤΡΙΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΗ ΣΚΙΑΘΟ

*************


Όταν η σιωπή των λόγων μου βαρύνει τόσο
που δεν θα μου μείνει τίποτα
-μήτε αγέρας , μήτε νερό, μήτε μια στάλα γη για να ξαπλώσω-
θα δώσω στον ήχο μου όνομα.
Αρχαϊκό.
Περήφανο.
Με στρογγυλές τις άκρες
να στέκει υπερήφανο όταν θα έχω φύγει.

Θα του δώσω όνομα και χρώμα
μα όχι τόπο
για να μην πάρει δύναμη
φωνάξει και ξυπνήσει των παππούδων τις ψυχές
και δώσει εξηγήσεις.
Για μια ζωή που σπατάλησα σε μάταιους αγώνες
για χαύνα καλοπέραση και ζεστούς χειμώνες.

Θα τ’ ονομάσω Ουρουήλ
Και θα ’ναι ασημοπράσινο όπως οι ελαιώνες.



**********


Σαν χιόνι που δεν έλιωσε μα υπομένει
την κάψα του καλοκαιριού να σβήσει στον χειμώνα
χαράζοντας στην ράχη του τους κύκλους της ζωής.
αργά πολύ θα φαγωθεί και λίγο πριν να σβήσει
θ’ αφήσει να σχηματιστεί πάνω του η μορφή μας.

Όχι αυτή που κρύβουμε μ’ αυτή που όλοι νιώθουν
και μας κρατάνε μυστική για να μην μας σοκάρει.



***********



Φαιό το χρώμα της ζωής
γεώδες της ανίας
και σκούρο λερωμένο γρι
της νωθρής φαντασίας.

Αυτά ορίζουν την μέρα μου στην αρχή του χειμώνα
σ’ ένα τόπο που μετρά στο τέλος του αιώνα
τις ώρες που απόμειναν μέχρι να γαληνέψει
σε μια νάρκη όψιμη που οδηγεί στη δρέψει.

Γένεσις

Πολύ πρίν από την αρχή τα πάντα γύρω δεν υπήρχαν ή μάλλον υπήρχε ένα Τίποτα χωρίς ταυτότητα ή όνομα ή ήχο.

Χωρίς μορφή.

Χωρίς ψυχή.

Χωρίς κανένα σχήμα.

Δεν υπήρχε χρόνος, χώρος μήτε φως.

Το τίποτα απλωνόταν προς όλες τις κατευθύνσεις.

Για το πως αυτό το Τίποτα έγινε σιγά σιγά τα πάντα γύρω φταίει μια λέξη που αναδύθηκε ξαφνικά απο του τίποτα τα βάθη.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την Αρχή και όπως λένε και οι γραφές εν αρχή ήταν ο λόγος που ξέσπασε σε μια Κραυγή μετά από λίγο.

Έπειτα έγινε Ουρλιαχτό που άργησε να σβήσει και καθώς σερνότανε στο πουθενά τα φωνήματα που κουβαλούσε, ανάμνηση από την Πατρική Κραυγή, έπλεκαν σχήματα πολύπλοκα ανώνυμα ακόμα.

Το Ουρλιαχτό έσβησε αργά και μόνο ο απόηχος έμεινε να μακραίνει με λίγα, μα μύρια φωνήματα που δεν πρόλαβαν να παγώσουν.

Τα πρώτα σχήματα μείναν βουβά να περιστρέφονται αργά σε τυχαίους σχηματισμούς που γέμιζαν τον Χώρο.

Έτσι αργά το τίποτα έγινε Πουθενά.

Το Πουθενά Χάος.

Το Χάος, χάνοντας την αρχική του Ορμή, απόμεινε σε Χώρο και τα φωνήματα τα αρχικά, τα κύρια συστατικά του Λόγου, γίναν πλανήτες, άστρα λαμπερά μα και τα πάντα γύρω.

Για λίγο μια παγερή Σιωπή γέμισε τον Χώρο.

Ο απόηχος της γενέτειρας Κραυγής ήταν μακριά για να μπορέσει να ταράξει το παγωμένο κενό της Σιωπής.

Σαν εικόνα μόνο φαινόταν να σβήνει μακριά με τα φωνήματα σαν άψυχα να βαραίνουν.

Στο κέντρο του Χώρου ξαφνικά ακούστικε ένας Βόμβος.

Πιότερο ψίθυρος αρχικά βάλθηκε να δυναμώνει και να γεμίζει τον Χώρο ζεστασιά διώχνοντας την παγερή Σιωπή στου άπειρου τα βάθη.

Στο πέρασμά της η Σιωπή έδωσε κίνηση ξανά στην αρχική φωνηματική σκόνη που άρχισε να πλέκεται ξανά σε γνώριμους σχηματισμούς με πιο ήρεμη χάρη μ’ακόμα χωρίς όνομα.

Ο Βόμβος δυνάμωνε σταθερά ώσπου έφτασε να γίνει μια ολόλαμπρη φωτιά που γέμισε τον Χώρο ζεστασιά και φως και ήχο.

Τότε ο Βόμβος χωρίς ν’αλλάξει στο παραμικρό χροιά ή ένταση ή ύφος άρχισε να απαριθμεί κι έτσι να ονοματίζει τα σχήματα τα φωνητικά που είχαν κατακάτσει.

Αρχίζοντας πρώτα από αυτόν πέρασε στα πιο κοντινά και συνεχίζει να ονοματίζει συστηματικά τα πάντα που ακουμπάει.

Μεγάλα και μικρά με την ίδια προσοχή και φροντίδα χωρίς να παραλείψει ούτε το κενό που μένει ανάμεσά τους.

Και οι φωνηματικοί σχηματισμοί στο άκουσμα του ονόματός τους παίρνουνε ξαφνικά ζωή επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά τον ήχο του ονόματός τους


Ακόμα και τώρα, χιλιάδες χρόνια μακριά από το πρώτο όνομα που δόθηκε στην πλάση αν κάποιος κλείσει τα αυτιά θα μπορέσει να ακούσει τον Βόμβο αυτόν τον ιερό να συνεχίζει να μετράει.

Καθώς απλώνεται παντού το άγγιγμά του πλέκει περίτεχνα απλούς σχηματισμούς που ονοματίζει.

Κρατάει ταυτόχρονα και τον ρυθμό που τα πάντα γυρίζει σ’ένα Αδιάκοπο Χορό που είναι η ζωή των πάντων.

Στο πέρασμά της η Σιωπή παρέσυρε από τους σχηματισμούς, που τώρα λέμε πλανήτες, κόκκους σκόνης φωνηματικής εμάς τα έμβυα όντα που στο ρυθμό τους χορεύουμε την λιγοστή ζωή μας.

Όλα είμαστε φτιαγμένα από τα ίδια υλικά που τραγούδησαν το Σύμπαν.

Φωνήματα απλά που περιείχε η Λέξη.

Ο Λόγος ο πρωταρχικός που ακόμα αντηχεί στ’αυτιά μας και καθορίζει.

Την Μορφή, το σχήμα μας και την Ταυτότητά μας

Τρία βλέμματα, δυο θρήνοι, μια ευχή

I

Στον πατέρα μου


Τους είδα κουρασμένους κι άυπνους με τ’ όνειρο ακόμα στα μάτια, τον καφέ ζεστό στα πόδια τους, το τσιγάρο υγρό στο στόμα πικρό από τον ύπνο. Στεγνό από την έγνοια, με τις ρυτίδες απόηχους ενός στραβού χαμόγελου απ’ τον καιρό που υπήρξαν έφηβοι. Τρομαγμένοι στη θέα ενός λειψού μεροκάματου, μιας κρύας μπύρας, ενός στραβού χαμόγελου στα μάτια των παιδιών τους.

Τα χείλια κινιούνται αθόρυβα. Τα λόγια από καιρό λησμονημένα. Τ’ όνειρο έσβηνε σαν απόηχος της πόλης που άρχιζε να ξυπνάει. Η σκέψη βαριά στα χέρια τους, την διώχνουν για να ξαποστάσουν. Σήκωναν το βλέμμα σε κάθε γουλιά, τα λόγια λιγοστά και μασημένα, παράταιρα απ’ όσα έκρυβε ο νους, ξένα στα όσα ήθελε η καρδιά τους και που ποτέ της δε θα δει.

Τα ρούχα τους νοτισμένα και βρόμικα με την κούραση ακόμα στις ραφές. Το παράπονο στους ασβεστολεκέδες. Σοβάδες μιας ζωής σε σκληρή δούλεψη στους ήχους της μπετονιέρας. Στα σπασμένα χέρια απ’ το σφυρί. Στα σκαμμένα πρόσωπα από τον ήλιο.

Αποτελειώνουν τον καφέ. Σβήναν το τσιγάρο πάντα στο πιατάκι και κινούσαν για την δουλειά αγέλαστοι, ανέκφραστοι, με το κλειδί αμήχανα στο χέρι που έγνεφε ένα αχνό «γεια χαρά». Ένα φιλί που από καιρό είχε χαθεί. Χωρίς δαχτυλικά αποτυπώματα. Χωρίς ταυτότητα. Γεμάτοι μνήμη που την μετρούν σε χαρακιές, σε κάλους και σημάδια.

Όσα ήθελαν δεν ονειρεύτηκαν. Όσα πόθησαν δε φαντάστηκαν. Όσα τελικά απόχτησαν με μέρες ζωής ανταλλάχτηκαν. Ίσως γι’ αυτό, καθώς περνούσαν την εξώθυρα για λίγο, σχεδόν κρυφά, τα μάτια τους χαμογελούσαν.




II

Τους είδα γυμνούς, ασθενικούς να ουρλιάζουν. Να σέρνονται σε αφώτιστα βίντεο. Να πάλλονται, να τραγουδάνε.

Φίδια οι μυείς καθώς μάχονται με το κρότο της μπότας. Λεπίδες τα χέρια, αιτίες τα βλέμματα, κομμένα τα λόγια. Ο ιδρώτας να κυλά αχόρταγος. Να χαράζει κάθε ρυτίδα, υμνώντας κάθε χαρακιά μαρμαριγώντας έρωτα. Αιμορραγώντας πάθος.

Κοφτές οι κινήσεις, γρήγορες, η μέση λυγισμένη. Το φως σκαλώνει πάνω της, ο ήχος την παιδεύει. Πουλούν την ψυχή τους στο δαίμονα που λέγεται εφηβεία. Παίρνουν γι’ αντάλλαγμα οργή, φιγούρα αγέραστη και μια φωνή που στάζει απελπισία.

Βαραίνουν οι νότες στα βήματα. Η οργή στα κομμάτια. Η εφηβεία στο διάολο. Η κούραση στα μάτια που αρπάζονται πάνω τους ρουφώντας την κάθε πόζα. Και ουρλιάζουν σε κάθε γλίστρημα. Σε κάθε στάλα ιδρώτα. Σε κάθε της μέσης λύγισμα. Στο στρίγκλισμα της κιθάρας που καθώς γλιστρά ανάμεσα στη σειρά των στοίχων γεμίζει το ενδιάμεσο μιας ζωής χαμένης.

Λευκές σελίδες η άνδρωση. Χωρίς συνοχή το τέλος λουσμένο απ’ την παρασκιά των κόκκινων προβολέων. Την φευγαλέα αναλαμπή της τελευταίας νότας.
Κι όταν τα φώτα ανάψουνε. Η χορδή ηρεμήσει. Υποκλίνονται. Αποσύρονται. Σκεβρώνουνε. Αφήνουνε τον μύθο να τους τυλίξει.



ΙΙΙ

Τους είδα με τα φώτα νυσταγμένα, τα μάτια βαριά να έρεπουνε στους δρόμους της Αθήνας. Να ταξιδεύουν σε τοπία μυστικά, σε μονοπάτια ξένα. Να έλκονται από παράξενες μουσικές. Ένα σαξόφωνο στο Μισισιπή, κλαρίνο στα ζαγοροχώρια.

Η ζωή τους όλο γυρίσματα. Τσακίσματα. Η φωνή τους ένα μοιρολόι να κρατάει το ίσο στον χορό, στην άσφαλτο ανάμεσα στην άσπρη γραμμή και το τέλος του δρόμου.

Όλοι η πορεία τους νωχελικό συρτό. Μπλουζ από ένα άγονο δέλτα, από ένα μεθυσμένο μουσικό. Γραβάτα λυτή, σακάκι καρό, όργανο φθαρμένο και γλωσσίδι βρεγμένο με ποτό.

Ο δρόμος στρωμένος με διηγήσεις που μοιάζουνε νιφάδες χιονιού. Αιωρούνται για λίγο κι ύστερα δεν υπάρχουν. Δεν φαίνονται πουθενά. Μόνο στη μνήμη. Μόνο στην ηχώ της τελευταίας νότας. Μόνο στα παραμύθια πού’ ναι για παιδιά. Μόνο στη μνήμη.

Η πορεία τους αρμονική με μια δικιά της όμως συμμετρία. Με μια δικιά της κορυφογραμμή που κυνηγάει τη γραμμή των οριζόντων μα δεν την τέμνει πουθενά. Μόνο ίσως στη κατάληξη αμέσως μετά το σόλο. Εκεί στη παύση λίγο θα σταθεί. Θ’ ανασάνουν γρήγορα προτού να ξαναρχίσει άλλη μι’ αχόρταγη διαδρομή που διαρκεί ελάχιστα, όσο και η ανάσα, που κουβαλά στη πλάτη της χιλιάδες λέει λόγια.
Έτσι και η ζωή τους όλο ανάσες και εκπνοές και χίλια μύρια λόγια που μοιάζουν να ’ναι μαγικά. Που μοιάζουν να ’ναι ψέμα όπως αυτά που λένε τα παιδιά ή μάλλον σαν αυτά που ακούνε οι μεγάλοι.
Δεν κατοικούνε πουθενά. Όπου αφήνουν το καπέλο λένε σπίτι κι αντί πατρίδα λένε καρδιά. Λένε γειτονιά, λένε αυλόγυρο μιας εκκλησιάς που λειτουργεί καθημερινά και μυρίζει μέλι. Που μυρίζει πασχαλιά και ρόδο και λεμόνι και αντηχεί στον εσπερινό από φωνές και γέλια. Από τον ίσκιων των κυπαρισσιών και τους ψαλμούς που σέρνονται αργά όπως το δείλι και μοιάζουν να ’ναι στάσιμοι μα ξάφνου φουρτουνιάζουν, θυμώνουν κι ανυψώνονται σα κύματα που πάσχουν, τα βράχια να μεριάσουνε στην αμμουδιά να σβήσουν. Με τον ουρανό να σμίξουν. Να πάρουν απ’ το δειλινό το μωβ πού’ χουν οι μύθοι. Έπειτα ξάφνου σιωπή.
Παύση . . . Και η ζωή τους μένει μόνο ένα σφύριγμα που παίζει πέντε νότες. Όσες και οι αγέρηδες. Όσα και τα καλάμια πού’ ταν δεμένα στον αυλό που έπαιζε ο Πάνας και προμηνούσε έρωτες και γέννες και θανάτους.

Έτσι και οι κουβέντες τους, λίγες και μετρημένες. Όσες χωρούν σε μια ζωή γεμάτη από εικόνες. Γεμάτη ήχους, μουσικές, εξωτικά τραγούδια. Ρυθμούς που συγγενεύουνε με τους ρυθμούς των άστρων. Με τους χτύπους της καρδιάς. Με της βροχής τα λόγια που αριθμούν τα βάσανα που κρύβει το μοιρολόι. Άλλοτε τα βήματα ενός γρήγορου μπάλου ή τ’ αυξημένα τρίηχα στο μπλουζ της διαδρομής τους.

Η πορεία τους δεν έχει τελειωμό. Δε καταλήγει πουθενά αυτός ο δρόμος. Απ’ τα ζαγοροχώρια στο Μισισίπι κι απ’ τα βαμβακοχώραφα στους σαλονικιώτικους τεκέδες. Μια στάση στη Κρήτη για μια ρακή, γιά’ να περήφανο ριζίτικο τραγούδι κι έπειτα πάλι ανατολή. Σικάγο, Δυτική Ακτή και Νέα Ορλεάνη. Το σαντούρι συναντάει το καζού. Ο Μάρκος σε κάποιον χόλερ σιγοντάρει και η καρδιά τους ματώνει παντού καθώς δε σταματά το ρυθμό της διαδρομής τους να κρατάει και σα τις στάλες της βροχής τα βάσανα και τις χαρές τους να μετράει.




IV


Σπονδή σε μια φυλή που αρνείται να ζήσει. Φοβάται να ενηλικιωθεί. Να ωριμάσει να καθιερωθεί. Αδυνατώντας να σηκώσει στις πλάτες της το βάρος μια πολλά υποσχόμενης ζωής, τινάζει τα μυαλά της στον αέρα. Τηγανίζει τα μάτια της. Γεμίζει τα πνευμόνια της γκάζι. Τις φλέβες τη δηλητήριο. Την ψυχή της οπιούχα όνειρα, πολύχρωμες εικόνες. Νερό και σώμα ενός θεού ψεύτικου όσο κι οι υποσχέσεις εραστών σε οργασμό που δεν τον περιμένουν. Δυνατού όσο και ο θόρυβος των τρεμάμενων δοντιών τους στ’ άκουσμα του χρόνου που προστίθεται. Εκκωφαντικός. Ανυπολόγιστος. Ψυχρός σα λεπίδι.

Σε μια φυλή που στο πρωτάκουσμα της πρώτης σύγκρουσης χώνει το πιστόλι στο στόμα. Λείο το μέταλλο. Ψυχρό το μέταλλο. Ερωτικό σαν πέος μιας ζωής που εκσπερματώνει θάνατο. Φόβο και ηρεμία. Κρότο που σκεπάζει για μια στιγμή τα κλάματα. Τους λυγμούς. Τα σχόλια των ρεπόρτερ. Τον ήχο από τα φλας και τ’ ανυπόφορα μελό αυτών που ξέρουν. Που έχουν ζήσει. Που έχουν δει. Που πέρασαν πόλεμο. Πείνα. Κατοχή. Μια κάποια χούντα. Μα μεγάλωσαν σε χωματόδρομο και αυτοί βαδίζουν σε πληροφορίες.

Αφήνει πίσω της βρομιά. Ίσως λίγες λέξεις αν έχει το θάρρος να σκεφτεί. Κάνα-δύο φίλους έκπληκτους και συγγενείς γεμάτους θλίψη. Οδύνη κι ένα κουφάρι άψυχο που με τον χρόνο σβήνει.

Σε μια φυλή που δε σοβαρεύεται. Δεν κατεβάζει τον γιακά. Δεν σκύβει το κεφάλι. Τα μάτια κοιτάζουν γεμάτα τσαμπουκά. Εφηβική ανέδυα. Θράσος και βλακεία. Δεν μπαίνει στο λούκι να σκεφτεί. Κολλά το κόλτ στο κεφάλι. Δεν έχει το θάρρος ν’ αντικρύσει την ζωή. Φιλά τον θάνατο στο στόμα. Δεν βάζει τα κλάματα. Αιμορραγεί. Ψυχορραγεί. Εκσπερματώνει. Με κινήσεις αβέβαιες. Σπασμωδικές. Με τρεμάμενα χέρια. Για μια στιγμή ίσως νοιώσουν πανικό μα το δάχτυλο έχει σφίξει κιόλας τη σκανδάλη. Φεύγουν απ’ τη ζωή άσχετα πως έχουν ζήσει. Όσο γίνεται πιο ανώδυνα. Ανεμπόδιστα. Χωρίς μεγαλείο η τελευταία πράξη δε διαδραματίζεται σε κάποιο θέατρο μα στης ζωής το σφαγείο.

Στερνή σπονδή σε μια φυλή ασύνδετη. Αδιάφορη. Συνένοχη σε έγκλημα που δεν τιμωρείται. Δύστροπη Εκνευριστικά απροσάρμοστη σαν το καρφί που όλο λυγίζει. Πιεστική στην απουσία της. Χλευαστική στο συνήθειο της να ζει με θόρυβο και να τελειώνει με κρότο. Όχι σαν επικίνδυνο εκρηκτικό μα σα πασχαλιάτικο βαρελότο. Που δεν ονειρεύεται την επανάσταση. Δεν γράφει μανιφέστα. Μ’ ένα κολτ στο κρόταφο ή μι’ ακονισμένη φαλτσέτα χαράζει την ιστορία της σε καρπούς πυρωμένους. Καμένους στη φλόγα μύριων ψεύτικων στιγμών που δε ξέρουν να σωπάσουν. Να σβήσουν. Να σεβαστούν. Μα ολοένα ουρλιάζουν. Δυσφορούν. Αγκομαχούν. Κουράζουν την κάθε ανάσα.

Σε μια φυλή που δεν ακροβατεί σε τεντωμένο νήμα. Τυλίγεται μ’ αυτό. Το κάνει θηλιά. Πνίγει τα όνειρά της. Με ύμνο τον επιθανάτιο ρόγχο της. Τους άπνοους λυγμούς της. Την αδιαφορία της. Την μοναξιά της. Το πείσμα της να μη μάχεται, να μην περιμένει. Να τελειώνει γρήγορα. Ανώδυνα; Χωρίς δικαιολογία. Χωρίς εξήγηση. Με πολλή φαντασία. Μ’ ένα γουστάρω στραβό στόμα της. Ένα σπασμό στ’ άψυχο σώμα. Μια κίνηση των ματιών μπροστά στο άπειρο. Ένα ακούσιο σφίξιμο των χεριών στο τώρα.

Σε μια φυλή που δεν εξαπλώνεται. Δεν διεκδικεί, δε δικαιώνεται. Δε μάχεται παρά μόνο τον εαυτό της. Που ματώνει σε κάθε πρωινό. Κλαίει σε κάθε δύση. Σε κάθε κορμί θρηνεί τον έρωτα που ποτέ δε θα ζήσει. Που θεωρεί τη ζωή ανυπόφορη. Την αυτοκτονία λιγότερο επώδυνη. Πιο γρήγορη. Μια λύση.

Σπονδή σε μια φυλή που δε γερνά. Δεν σκέφτεται. Δεν ονειρεύεται. Δεν πετά. Δεν κρύβεται. Που ξέρει πως δεν θα ζήσει.




V


Είναι η σιωπή πού’ χουμε μέσα μας και δε μπορούμε να περάσουμε στους άλλους. Είναι η παύση του Ψαρόνικου στον «Αντρειωμένο» λίγο πριν αγγίξει με το νύχι τη χορδή. Λίγο προχού χτυπήσει τη ψυχή με το δοξάρι κι ο αντρειωμένος ξαστοχήσει τρεις φορές. Είναι η βραχνάδα στου αδελφού του την φωνή –εκεί στη βάση του φάρυγγα είναι κρυμμένη- καθώς τραγουδάει τον «Ρωτόκρυτο» σκυφτός και τσαφουνάει τη καρδιά με το δικό του δοξάρι.
Είναι η σιωπή της θάλασσας ο αχός, καθώς σπάει στα βράχια στην Ακουμιανή γυαλιά. Το μεσημέρι. Μόλις ο ήλιος καβατζάρει το βουνό. Προχού αρχίσει το χώμα να πυρώνει. Είναι η βροχή στη τέντα της σκηνής. Ο ήχος της αστραπής που ποτέ δεν φτάνει. Είναι το φως που γλιστράει ερωτικό ανάμεσα στα φυλλώματα και τα βράχια της χαράδρας και το νερό που αναβλύζει κρύο και γλυκό εκεί που σκάει το κύμα και το σκεπάζει.

Είναι η σιωπή ο κινέζος φοιτητής της Τιεν Α Μεν. Όρθιος. Κάθετος μπροστά στο τανκ που πλησιάζει. Είναι η υψωμένη γροθιά στο γαλανό ουρανό ενός κόκκινου Μάη. Ο καπνός των λάστιχων και των χημικών που γκριζάρει ένα πολύχρωμο Νοέμβρη. Είναι ο Τσε που χαμογελάει νεκρός κι ο αντάρτης που ξοφλάει τα ονείρατά του.
Είναι η σιωπή εσύ που ανασαίνεις δίπλα μου βαριά και είναι εγώ που κρυφοκοιτώ το κορμί σου να σπαρταράει. Είναι τα λόγια τα μικρά. Τα μυστικά. Αυτά που δεν ειπώθηκαν μα καρτερούνε. Που γίνονται μέσα μας βουνά. Απροσπέλαστα σιγά σιγά και οι κορφές τους μας τρυπούνε. Είναι τα βλέμματα τα παιδικά. Τα χάδια τα εφηβικά. Οι αναστεναγμοί των ηλικιωμένων.

Η σιωπή μας είναι αυτά. Αλλάζει η πουτάνα πρόσωπα συχνά. Γι’ αυτό την φοβόμαστε μα και την αγαπούμε.


Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ



Το φως το λίγο πιο αχνό από αυτό της νύχτας κρύβει τραγούδια μέσα του τόσο σπαρακτικά που αν τ’ ακούσει ανθρώπου νους σαλεύει και ραγίζει.

Κουβαλά στη ράχη του το θρήνο όλων των άστρων για τα’ όνειρα που χάνονται σαν έρθει το πρωί. Τα μοιρολόγια πού’ πλεξαν μάνες για τα παιδιά τους που χάθηκαν μια άνοιξη σε ξύλινο σταυρό φαντάζουν μπροστά στο θρήνο αυτό νυφιάτικο τραγούδι. Ψεύτικο παράπονο από μικρό παιδί.

Μόνο της νύχτας τα πλάσματα μπορούνε να τ’ ακούσουν γι’ αυτό και οι φωνούλες τους είναι λυπητερές. Κλαίνε κι αυτά μαζί με το φως για αυτά που δεν θα γίνουν.

Γι τα όνειρα που χάνονται πριν έρθει το πρωί.

ΠΩΣ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ ΜΙΑ ΖΩΗ Σ’ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ




Ας είμαστε ρεαλιστές .
Ας προβλέψουμε το αυριανό μας όνειρο. Ας ταξιδέψουμε για βόλτα στο φεγγάρι. Ας κρύψουμε τα λόγια μας στα κύματα τις αγριότερης τρικυμίας. Ας τραγουδήσουμε στο σκοπό που σφυρίζει δίπλα μας ο πιο δυνατός τυφώνας.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Ας πιούμε χρυσάφι, μέλι και νερό σ’ ένα ποτήρι. Ας τρατάρουμε τον θάνατο λικέρ και γλυκό κεράσι. Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε πέρα από χρόνο κι ο χρόνος είναι δανεικός. Δε μας ανήκει. Δεν έχει τίποτα να κάνει με ‘μας. Δε μας γνωρίζει.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Ας ονειρευτούμε. Τα πιο τρελά μας όνειρα χορεύουν στη σκιά μιας πραγματικότητας που δε μας αξίζει. Πεζή. Αδιάφορη. Γυμνή. Δε μας αγγίζει. Γέρνει ανήμπορη να ονειρευτεί το μέλλον που της πρέπει..

Μα εμείς
Ας φανούμε ρεαλιστές .
Ας ονειρευτούμε το φεγγάρι. Το πιο τρελό μας όνειρο ας κάνουμε σύντροφο ζωής.

ΧΑΜΑΚΑΛΑΝ



Όταν κατέβηκε ο Χαμαλακάν στη μέση γη τα πουλιά σιώπησαν στα κλαδιά τους. Όλη πλάση σώπασε θαυμάζοντας το νέο θεό που πάτησε την γη μετά από τόσους κύκλους.

Είχε μακριά και πλούσια μαλλιά που λάμπανε κυματίζοντας στη πρωινή αύρα σαν ακτίδες ήλιου πρωινού τον καιρό της ζέστης. Η όψη του ήταν μαγική. Τέλεια συμμετρία. Μύτη μακριά και ίσια σαν γραμμή στη κόψη του στιλέτου. Στόμα γεμάτο και μεστό στο χρώμα της βρεμένης γης στις όχθες του Ορινόκο, με δόντια λευκά και δυνατά σαν του ιαγουάρου. Κορμός σαν δέντρο μαύρου τικ. Άκρα σαν στιλπνά και δυνατά όλο μυείς και νεύρα.

Όλα τριγύρω σώπασαν και έκλιναν το κεφάλι από σεβασμό στο νέο θεό που ήρθε τη γη ν’ αλλάξει.

Μόνο ο μαύρος πάνθηρας άρχισε να μουγκρίζει κι όταν η κουκουβάγια η σοφή τον ρώτησε τον λόγο που έδειχνε τόση ασέβεια στο κύριο των κόσμων αυτός της αποκρίθηκε:
_ “Δεν είναι έλλειψη σεβασμού μα λύπη για την πλάση που πρόκειται να αφανιστεί και να το θυμηθείτε. Τίποτα δεν αλλάζει ριζικά αν πρώτα δεν πεθάνει.

Θα δείτε χιλιάδες πτώματα προτού τελειώσει η μέρα. Μάνες θα μείνουν χωρίς παιδιά. Νεογνά χωρείς μητέρες. Δέντρα που στέκουν πλούσια θα μείνουν χωρίς φύλα. Καρποί θα σαπίζουν στα κλαδιά και οι αγροί θα σαπίσουν. Μας περιμένουν μαύροι καιροί προτού ν’ αναγεννηθούμε.

Γι’ αυτό θρηνώ. Γιατί η αλλαγή πάντοτε φέρνει και πόνο.”

Οι άλλοι δεν τον πιστέψανε αλλά ο Χαμαλακάν τόσο εχάρει που τον υιοθέτησε και πήρε την μορφή του.

Ακόμα και τώρα τον καιρό που γεμίζει η μέρα ο γιός του θεού ακόμα θρηνεί της αλλαγής τον πόνο.

ΑΞΕΧΑΣΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ



_ “Υπάρχουνε πράγματα ανείπωτα που έρπουν στο σκοτάδι της κάθε ανθρώπινης καρδιάς. Πλάσματα αλλόκοτα γεννήματα του φόβου των τόσων ανθρώπινων γενεών στη θέα του θανάτου.”

Μου είπε ανάμεσα στο ρακί ο γερό Θωμάς απ’ το γνωστό καφενείο. Σταμάτησε να πάρει μια γουλιά και μία από ‘κείνες τις ατελείωτες όλο καημό και μεθυσμένο παράπονο τζούρες.

Με κοίταξε καλά, μάλλον θολά, αλλά ήταν ότι καλύτερο μπορούσε και συνέχισε να παραμιλά. Έτσι κι αλλιώς το αν τον άκουγες, δεν τον αφορούσε

_ “Του τέλους που πρόκειται να ‘ρθει . . . Που νοιώθουμε πως καραδοκεί στη κάθε μας ανάσα.”

Άλλη μια παύση. Άλλη μια γουλιά. Μια ματιά. Μια μακρόσυρτη μεθυσμένη ανάσα.

_ “Πλάσματα που αν τύχει να ειδωθούν κάτω απ’ το φως της μέρας παίρνουνε άκακες μορφές και σχήματα μάλλον γελοία. . . . Μα κάτω απ’ το φως του φεγγαριού και τις σκιές της νύχτας γίνονται θαρρείς τέρατα, κατέχου το που στο λέω. Γίνονται τα τέρατα θαρρείς που τόσο μας τρομάζουν.”

Καινούργια ανάσα. Καινούργια γουλιά. Μια ματιά να δει αν τον προσέχω- και αυτό ήταν αρκετό για να προσέξω μόνο αυτόν. Τράβηξε την παύση πιο πολύ για να γεμίσει με ρακί και το δικό μου ποτήρι.

_ “Αυτά τα πράγματα, τ’ ακούς μικρέ. Αυτά τα τέρατα για να τα νικήσεις, πρέπει να τα καλέσεις με το πραγματικό τους τ’ όνομα που τόσο καλά γνωρίζεις. Και ‘συ. Και ΄γω. Και όλοι μας . . . Γεννιόμαστε μ’ αυτή τη γνώση. Περνάς όμως μια ολάκερη ζωή πασχίζοντας να ξεχάσεις. Μα ξέρεις μέσα σου καλά τους ήχους που τ’ απαρτίζουν. . . .”

Πέρασε το υπόλοιπο βράδυ σιωπηλός πασχίζοντας να ξεχάσει - τη ζωή του ολόκληρη αν ήταν δυνατόν. Όταν σηκώθηκε να φύγει, ώρες μετά, πολύ μεθυσμένος πια. Πολύ κουρασμένος πια για να συνεχίσει να πίνει και να προσπαθεί να ξεχάσει και να λησμονηθεί. Γύρισε – έτσι ξαφνικά – με το χέρι στο πόμολο της τζαμένιας πόρτας και φώναξε, όσο μπορούσε να φωνάξει δηλαδή, χωρίς να με κοιτάξει.

_ “Μ’ ακούς μικρέ. . . . Το νου σου. . . Άλφα και δέλτα κι έψιλον. Λάμδα και φι και γιώτα.”

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ




Το φως του ήλιου κένταγε στη θάλασσα δαντέλες με σχέδια πρωτόγνωρα στα μάτια των γερόντων. Σχέδια που περίτεχνα σχημάτιζαν ιστορίες που μόνο τα ψάρια του βυθού κατείχαν το νόημά τους.

Τα ψάρια κι ο Χαμ-Χατάρ, ο γέρο καμηλιέρης που ήτονε γόνος ναυτικών μα θρέμμα της ερήμου. Ο τελευταίος μιας γενιάς που ανδρώθηκε μονάχα με γάλα αγριοκάμηλου και αίμα από γελάδια.

Κείνη την ώρα ήτονε στο βράχο ξαπλωμένος και λόγιασε πως θα γενεί να βρει κανά σελίνι, να ξεγελάσει την δίψα του που τον ετυραννούσε απ’ τον καιρό που πέρασε την έρημο καβάλα, σε μια καμήλα πελελή που ’τρεμε την σκιά της.

Σαν είδε στο κύμα τα σχέδια, τα μάθια του στενέψαν και έστεκε και τα θώραγε κουνώντας αχνά τα χείλια, σα να στορούσε μέσα του το νόημα των σχεδίων.

Σε μια στιγμή σηκώθηκε. Ίσιωσε τα σκουτιά του και τράβηξε για την σπηλιά στην άκρη της παραλίας. Στο δρόμο έσκυψε κι έκοψε ένα μάτσο θυμάρι, ένα κλαδί χαμόκεδρο, λίγο σταμναγκάθι και δυο κλαδιά αρκουδόβατο γερτό απ’ τα κουκούτσια.

Έφτασε έξω απ’ τη σπηλιά κι χάραξε ένα κύκλο που στόλισε το σχήμα του με βότσαλα βρεγμένα από τ’ άσπρα κύματα που σπάζαν στ’ ακρογιάλι.. Στο νότο έβαλε κόκκινα. Στο χάραμα έβαλε άσπρα. Πράσινες πέτρες στον Βορρά και στην δύση μαύρα. Έπειτα πήρε λίγο νερό, το έπλασε με χώμα και χάραξε ένα σταυρό στα τέσσερα σημεία. Στο κέντρο έστησε σωρό από ξεραμένα φύκια και γύρω τους στερέωσε τα κλαδιά που ’χε μαζώξει.

Έπειτα αποσύρθηκε στης σπηλιάς τα βάθη κι έπιασε να τραγουδά τραγούδια ξεχασμένα, που λέγαν κάποτε παλιά στα βάθη της ερήμου, οι ίσκοι οι μπλε που έφταναν στη θάλασσα γι’ αλάτι.

Όση ώρα ετραγούδαγε απ’ έξω από το σπήλι μαζεύονταν και κάθονταν γύρω από τον κύκλο διάφορα πετούμενα που είτε από κάποιο ξόρκι είτε επειδή συνήθιζαν να κάθονται εκεί πέρα, στρώσαν τριγύρω απ’ την σπηλιά ένα φτερωτό ταπέτο, που άμα το αντίκριζες απ’ την πλευρά του ήλιου, θα έβλεπες πως σχημάτιζε παρόμοια δαντέλα με κείνη που πρωτύτερα είχα σχεδιάσει ο ίδιος.

Τα τραγούδια του βάσταξαν ώσπου να ‘ρθεί το δείλι.

Την ώρα που ο ήλιος έγερνε στη ράχη της θαλάσσης και χάραζαν οι ακτίνες του κόκκινο μονοπάτι, ο Χαμ-Χατάρ σταμάτησε. Έπαψε το τραγούδι και απ’ τη σπήλια ξεμύτισε. Πλησίασε τον κύκλο. Μπροστά στα φύκια στάθηκε. Έσκυψε. Με δυο βότσαλα- ένα λευκό , ένα μαύρο- έβαλε σπίθα στο σωρό που φούντωσε με την πρώτη κι έβγαζε φλόγες κόκκινες ωσάν το μονοπάτι.

Περίμενε να υψωθούν οι φλόγες μισό μπόι κι έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα σβώλο αλάτι που το ’χε χούι να κουβαλά όπως οι βεδουίνοι. Τον έριξε μες την φωτιά που άσπρισε αμέσως και εσυγοψιθύρισε στη θάλασσα:

_ “Kαλώς ήρθες.”

Τότες απ’ την άκρη του μονοπατιού στα ριζά του ήλιου εφανερώθει μια σκιά που σιγοπερπατούσε, σαν σε βόλτα ατάραχη στη ράχη των κυμάτων. Εβάδιζε ευθυτενής, τραβώντας στο κατόπι της το κόκκινο του ήλιου και τύλιγε τη γύμνια της με τ’ άσπρο των κυμάτων.

Σαν ζύγωσε στην αμμουδιά και φάνηκε η μορφή της όλη η πλάση εσιώπησε από το θαυμασμό της και ο ήλιος εβυθίστηκε στα βάθη των κυμάτων. Εστήθει πορφυρόντητη κάτω από το φως των άστρων και τα μαλλιά της έπλεκαν στον άνεμο τα σχέδια, που έπλεκαν πρωτύτερα του ήλιου οι αχτίδες.

Ο Χαμ-Χατάρ γονάτισε και είπε :

_ “Προσκυνώ σε”

Και κείνη μεγαλοπρεπής του ’γνεψε να σωπάσει και με φωνή που ήχησε ουράνια μελωδία τον ερώτηξε τα εξής:

_“Ήρθα απ’ το φως του δειλινού, απ’ τον ήχο των κυμάτων με του κέδρου την καπνιά το σώμα μου ντυμένο και του θυμαριού τη μυρωδιά πλεγμένο στα μαλλιά μου. Ήρθα από την άκρη του καιρού, του χρόνου την καμπύλη, του έρωτα την απαρχή, του Χάροντα το τέλος. Ήρθα απ’ το κέντρο τ’ ουρανού σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου και σε ρωτώ τι γίνεται εδώ στη γαλάζια σφαίρα.”

Ο Χαμ-Χατάρ αποκρίθηκε:

_”Όλα κυλούν με τον καιρό σαν άμμος της ερήμου. Όλα περνούν. Όλα χάνονται για να ξαναβρεθούνε. Όλα αλλάζουν διαρκώς και όμως μένουν ίδια. Βασίλεια υψώνονται και πόλεις δημιουργούνται. Άνθρωποι πεθαίνουνε για να ξαναγεννηθούνε. Εκεί που έπεφτε βροχή τώρα έρημος στέκει και στα άγονα βουνά τώρα υψούνται δάση. Όλα αλλάζουν διαρκώς όπως εσύ προστάζεις. “

_”Πες μου”
Τον ρώτησε με μια φωνή που ήχησε σαν κύμα
_ “Τι γίνεται η Ουρκ; Η Ναπ-Ναπάρ, η Βίβλος; Η Νινευή πώς στέκεται; Η Μπούτα πώς πηγαίνει;”

_”Η Ουρκ εχάθη από καιρό. Η Βίβλος έσβησε επίσης. Η Μπούτα εμαζεύτηκε σε δύο, τρεις καλύβες. Την Ναπ-Ναπάρ η άμμος πια τη σιγοκαταπίνει και η Νινευή γκρεμίστηκε σε μια βραδιά απ’ τον ήχο, χιλιάδων κεράτων κριαριών που σκάλισαν οι Σημίτες. Άλλες πόλεις υψώθηκαν σε άλλες τοποθεσίες. Οι δρόμοι αλλάξαν προορισμό. Οι άνθρωποι θρησκείες. Οι αρχαίοι ναοί γκρεμίστηκαν και υψωθήκαν άλλοι. Τίποτα δε θυμίζει πια τον τόπο που χεις φτιάξει. “

_ “Καλώς… Για πες απάντησε κανείς σ’ αυτό που είχα ρωτήσει;”

_ “Όχι, κυρά, δεν βρέθηκε το κέντρο αυτής της πλάσης. Κάποιοι έχουν βρει τον αφαλό. Κάποιοι άλλοι βρήκαν την άκρη. Κάποιοι την εγυρίσανε και λεν πως είναι σφαίρα, μα άλλοι την παρομοίωσαν με ένα ασημένιο τάσι που πλέει αργοσάλευτο στο κέντρο της θαλάσσης. Κάποιοι την εζυγίσανε και βρήκαν πως ζυγίζει όσο το γέλιο ενός παιδιού κι άλλοι πως χαράζει μέσα στα μάτια μιας κοπελιάς όταν σιγοξυπνάει. Μα ακόμα κανείς δεν έψαξε να βρει πού είναι το κέντρο.”

Τότε η κυρά του κύματος, η μητέρα όλων, ύψωσε τα χέρια της σε σημάδι ευλογίας και αφού τον γέρο ευλόγησε πήρε να ξεμακραίνει.

_ “Κυρά”. Ο γέρος φώναξε. “Μία σου χάρη μόνο.”

Η Μητέρα στάθηκε και γύρισε με χάρη.

_ “Είμαι γέρος και άκληρος, το τέρμα της γενιάς μου. Αν λείψω εγώ δε θα βρεθεί κανένας να δοξάζει τη χάρη μήτε να νογά του ήλιου τα σημάδια που αναγγέλλουν τον καιρό πού ’ρχεσαι για ορμήνια.”

Η κυρά του κύματος τον κοίταξε με οίκτο.

_ “Μη κλαις και μη βαρύνεσαι μόν’ φτύσε εκεί στο χώμα κι έλα σε τρία μερόνυχτα και πάρε ό,τι έβρεις. Τάισέ το με άνεμο και πότισ’ το με κύμα και κάθε γιόμα φεγγαριού αυτό θα μου δίνει γνώμη.”

Ο Χαμ-Χατάρ υπάκουσε και μέχρι να αποφτύσει η γαζέλα εχάθηκε και μόνο η σελήνη έμεινε να καθρεφτίζεται στης θάλασσας το κύμα. Σε τρεις μέρες γύρισε και βρήκε στ’ ακροθαλάσσι ένα μικρό νεογέννητο τσακάλι της ερήμου. Ο γέρος το εμάζωξε, το φρόντισε σαν βρέφος κι όταν αυτό μεγάλωσε άρχισε να φωνάζει σε κάθε γιόμα φεγγαριού τα νέα στη Μητέρα.

ΕΠΙΤΥΧΙΑ


Όταν κάποτε ρωτήθηκε ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας σε τί όφειλε την τόση του επιτυχία. Το σκέφτηκε καλά. Γέμισε την κούπα του κρασί. Ηπιε μια γουλιά και την άφησε τον ουρανίσκο του να γαργαλίσει. Έριξε κατόπιν λίγο καταγής. Σπονδή στο Δία; Στην μνήμη των νεκρών; Αδιάφορη σπατάλη; Κανεις δεν ξέρει να μας πει. Ισως δεν το εηξήγησε ποτε του. Ίσως πάλι η εξήγηση να χάθηκε στον χρόνο. Αυτό που σίγουρα έμεινε είναι η απάντηση του:

_ “Στην θέληση μου φυσικά και στο ότι δεν άφησα καμιά διαφυγής ελπίδα.»

ΤΗΝ ΕΙΔΑ



Την είδα πάλι βιαστική ντυμένη στα λευκά. Άνοιξη ήτανε. Πρωτομηνιά. Βράδυ, λίγο προτου τις μία. Για δύο λεπτά μονάχα. Δυο χτύπους της καρδιάς - που ανάμεσα τους χώρεσε ενας αιώνας αγωνίας. Δύο ανάσες έντρομες γεμμάτες επιθυμία.

Κρατούσε στα χέρια της σφιχτά το όνομά της. Την ανθρωπιά της. Την περηφάνια της λερή. Ξέχνοιαστη όμως σαν τα παιδια σε παλιές ιταλικές ταινίες. Θλιμένη πάλι με τα μάτια χαμηλά. Το κυμάτισμα των μαλιών της δανεικό. Παρμένο απο μυθιστόριμα παλιό. Από ξένη - για άλλη μια φορά ταινία. Η φωνή της βαριά. Αχόρταγη. Παραφορτωμένη με αύρα θαλασσια- χρώμα όχι μυρωδιά- και νοσταλγία.

Δάγκωωε την σιωπή με δυο χείλεια μαβιά και δόντια κατάλευκα πλημυρισμένα γέλιο. Αλοτινό. Μακρινό. Σύντροφο ενός χιονιά που έσβηνε με τον Φλεβάρη. Το πρώτο μυγδαλιάς διαμάντι τό ‘κλεισε στη καρδιά.

Έλεγε, τραγουδούσε μάλλον ή έψελνε – από ψαλμούς ήξερε μύριους να ζει μονάχα δεν έμαθε γι’αυτό κι έφευγε με το πρώτο κρύο κι επέστρεφε με τα πουλιά που από μίλια μακρια γυρνούσαν πάντα πίσω. Στις ίδιες βρώμικες φωλιές. Στις ίδιες ανήλιαγες γειτονιές. Στον ίδιο άγονο τόπο.

Έλεγε χίλια ψέμματα και μόνο μια αλήθεια:

_ “Είναι η ζωή μου μια συλογή απ’όνειρα που είχα. Από πρόσωπα που αντάμωνα κι αμήχανα προσπερνούσα. Από φράσεις που άκουγα κι αργότερα ξερνούσα , πάνω σε ιλουστρασιόν χαρτιά έτεχνα μασκαρεμένα σε κομματια ευαισθησίας ψεύτικης ατάκτος εριμένα. Από νύχτες ατέλειωτες κι από κούφιες ώρες. Από καλοκαίρια κάλπικα και χρωστικούς χειμώνες. Δρόμους μισοσκότεινους που μέσα τους ξενυχτούσα. Από αρώματα γιασεμιού που αχόρταχα ρουφούσα. Είναι η ζωή μου μια συραφή από μνήμες που είχα. Απ’αλμύρα που μ’αυτήν τρεφόμουνα. Απο θεριά παραμυθιών που τόσο φοβόμουνα. Απο την μορφή εκείνης. Που αν και ξένη και μακρινη μένει πάντα οικεία. Γλυκειά. Μεγαλήνια φωνή και γεύση αδυναμίας. Που ποτέ δεν ξεπέρασα μα και ποτε δεν ξαναβρήκα και που μ’αυτή καρύκευσα τους έρωτες που είχα.”

Τ έλεγε όλα χωρίς ρυθμό. Χωρις μέλος ή παύση. Με μια μόνη αναπνοή και μια φωνή που σπαει στη ψυχή μου με ορμή σα μανιασμένο κύμμα. Σαν τσεκουριού μουντή ηχώ σε δάσος χιονισμένο όπου είναι όλα τόσο αχνά όσο και η μορφή της πού’σβυνε καθως την έντυνε της νυχτιας το πούσι.

Δεν έτρεξα ξωπίσω της. Δεν τηνν ζητούσα πλέον. Τα λόγια της τα ξέχασα. Για το φευγιό της πλέον δεν κλαίω. Όχι πως την ξεπέρασα. Την ξέχασα απλά σαν όλα τ’άλλα.

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑ ΑΓΑΠΗ

Ο Πέτρος ερχόταν καθημερινά. Σχεδόν αν και δεν έχει σημασία μιας και ο χρόνος οριζότανε από αυτό. Τώρα είναι εδώ. Τώρα δεν είναι.

Κάναμε έρωτα συνεχώς. Με το που άνοιγε την πόρτα και έμπαινε στο σπίτι. Πολλές φορές χωρίς να ανταλλάξουμε μια μιλιά. Χωρίς να πούμε κουβέντα. Πέφταμε στο κρεβάτι βουβά. Ενώναμε τα χείλια και πηδιόμασταν σκληρά, σχεδόν με μανία.

Για λίγα λεπτά ήταν καλά. Επικοινωνούσαν τα κορμιά μας.

. . . μετά το πάθος έσβηνε σιγά-σιγά κι απλώνονταν στο δωμάτιο πάλι η ησυχία. Η ηδονή γινότανε σιωπή. Η λαχτάρα για το άλλο κορμί αηδία.

Σπάνια είχε κάτι να μου πει. Μετά. Σπάνια έμενε για λίγο. Μετά. Πιο συχνά μου ζήταγε τσιγάρο, μετά, που το κάπνιζε σιωπηλός κοιτώντας τον τοίχο ή το ταβάνι. Κάποιες φορές μου «έριχνε» ακόμα ένα.

_«Το πρώτο ήταν για να φύγουν τα χοντρά. Αυτό για να με θυμάσαι» μουρμούριζε βραχνά και γέλαγε μασημένα.

Έπειτα έφευγε όπως είχε ‘ρθει. Ξαφνικά. Απότομα. Λες φοβισμένα. Οι μέρες κύλαγαν αργά. Έφευγε και’γω στο κρεβάτι περίμενα να’ρθεί. Για να μετρώ τον χρόνο μουρμούριζα σκοπούς από τα περασμένα ή περίμενα σιωπηλή και μύριζα την μυρωδιά του να εξανεμίζεται μέσα στην ησυχία. Στοιχημάτιζα φορές με την σιωπή τη θα σβήσει πρώτα. Η γεύση απ’το σπέρμα του, η μυρωδιά ή η θύμησή του. Τις περισσότερες φορές η εικόνα του έφευγε τελευταία.

(βοηθούσε και η φωτογραφία του που είχα κρεμάσει πάνω από το κρεβάτι με προσοχή και φορές-φορές την κρυφοκοίταζα με αγωνία).

Τότε με το φως να σέρνεται αργά παρασέρνοντας, πρώτα, την γεύση , έπειτα τη μυρωδιά και αφήνοντας την εικόνα του τελευταία

_«Αυτό είναι αγάπη» μουρμούριζα με ερωτηματικό
_«Αυτό είναι αγάπη;» μου γύριζε πίσω η ησυχία.

ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΜΑΝΔΑΡΙΝΟΣ




Πεκίνο 1639

Ο μανδαρίνος Χο Τσε Μι ετών 65 ερωτεύθει σφόδρος την εταίρα Πέγκ Λη γνωστή στο κύκλο της και σαν μικρό λουλούδι. Παρασυρόμενος από τη δύναμη των συναισθημάτων του και την κολακεία του περίγυρού του, εξομολογήθει στη διάσημη εταίρα τα αισθήματά του πιστεύοντας ότι η κατάληξη της τριαντάχρονης καλλονής στην αγκαλιά του, είναι απλώς θέμα χρόνου.

_«Θα γίνω δική σου» απάντησε η εταίρα «μόνο αν περάσεις εκατό νυχτιές κάτω από το παράθυρο μου»

Ο μανδαρίνος εξεπλάγη αλλά το πάθος του για τη νεαρά ήτο τόσο που το ίδιο βράδυ κατέφθασε στο κήπο της οικίας της με το σκαμνί του υπομάλης.

Κάθισε.

Περίμενε και η ώρες περνούσαν. Δεν σηκώθηκε σαν ήρθε το πρωί. Δεν άφησε το πόστο του κάτω από το παράθυρο του έρωτός του ούτε και σαν προσφέρθηκε ο πιστός του γέρο-επιστάτης να τον αντικαταστήσει λίγο για να ξεκουραστεί. Καθότανε απλώς ακίνητος και καρτερούσε.

Για να περνάει η ώρα είχε βαλθεί να παρακολουθεί μια αράχνη που, από σύμπτωση μπορεί, είχε αρχίσει να υφαίνει τον ιστό της λίγες ώρες πριν την άφιξη του εκεί. Οι μέρες περνούσαν, η μικρή αράχνη ύφαινε κι αυτός παρακολουθούσε.

Ακίνητος. Αμίλητος. Καρτερούσε.

Την εκατοστή μέρα το απόγευμα, γύρω στις τρεις, η αράχνη τέλειωσε τον ιστό της. Έναν απλό, πολύ κομψό ομολογουμένως, ιστό που μόλις και αχνοφαίνονταν στον απογευματινό ήλιο. Έβαλε την τελευταία κλωστή. Έδεσε τον τελευταίο της κόμπο και κρύφτηκε για λίγο στα φύλλα του κισσού. Ο μανδαρίνος έμεινε μοναχός. Έκλεισε τα μάτια σιωπηλός τα πρώτα λεπτά μα έπειτα άρχισε να μουρμουρίζει ένα σκοπό πολύ της μοδός τα χρόνια εκείνα. Στην δεύτερη στροφή άνοιξε τα μάτια.

Σηκώθηκε. Πήρε το σκαμνί και σιγά-σιγά απήλθε.

ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ


Μια κοπέλα μόνη, σ’ένα κίτρινο αγρό. Καλοκαίρι. Ο ήλιος να φλογίζει. Στα χέρια της δρεπάνι γυριστό, με στειλιάρι ξύλινο όλο στολίδι σκαλιστό. Θερίζει.

Φορά φουστάνι μαύρο από ύφασμα φτηνό. Το πρώτο κουμπί ανοιχτό να φαίνεται το στήθος. Άσπρό. Άγουρο. Ζεστό με την ρόγα κόκκινη. Πρησμένη από φιλήδονη αναμονή για χάδι που έχει αργήσει μα και σα θά’ρθει θά’ναι βιαστικό. Κλεφτό, μα διόλου τυχαίο.

Θα τη παρασύρει σ’έναν έρωτα κρυφό. Βασανιστικό. Απελπισμένο. Μα με τέλος γνώριμο. Ευτυχές. Συνηθισμένο. Ένα γάμο φανταχτερό με συγγενείς να κλαινε. Τα προικιά στη πλατεία αστραφτερά. Οι γονείς ευτυχισμένοι. Αυτή κλαμένη, ίσως από συγκίνηση, ίσως από ντροπή, ίσως από δυστυχία. Μα έτσι κι αλλιώς δεν θά’χει σημασία. Η απόφαση θά’χει παρθεί.

Προς το παρών πάντως θερίζει. Σκύβει κι ανασηκώνεται σαν σε χορογραφία με τον αέρα να κρατάει τον ρυθμό και τα στάχυα να ψιθυρίζουνε το μέλος. Τον ιδρώτα να κυλάει ζεστό και την ανάσα να βγαίνει μεθυσμένη. Ερεθισμένη από την οσμή του κομμένου βλαστού. Την λάμψη της λεπίδας.

ΠΕΡΙΦΕΡΟΥΜΕ


Περιφέρουμε την ανιαρή θλίψη μας ασθμαίνοντας κάπνα. Μόλυβδο. Τσίγκο. Χρυσό. Καβουρνιασμένες λέξεις, γκράφιτι ψευδά και ανορθόγραφα. Μηνύματα σε τοίχους ποτισμένους μνήμη. Μυρωδιές γνωστές μα ανεντόπιστες. Λόγια υγρά και ψεύτικα.

_«Πρόσεχε! Μην αργείς! Μην μ’αρνηθείς! Θα περιμένω. . .»

Ανόητοι. Μικροί κι ασήμαντοι ουρλιάζουμε γυρεύοντας μια νίκη καμωμένη στα μέτρα μας. Σινιέ. Ολοκαίνουργια. Λουστραρισμένη. Αναίμακτη, χωρίς επακόλουθα. Χωρίς θυσίες. Μόνο με την κραυγή μας, άντε και την βραχνάδα της ή και την ηχώ της ακόμα να μας θυμίζει τη τελευταία νότα. Σαν επιμύθιο.

_«Ω! Θεέ μου πως πονώ! Δεν αντέχω! Δεν μπορώ! Ως πότε θα περιμένω!»

Αφήνουμε το κορμί μας να γεράσει ήσυχο, απαίδευτο. Σιγά σιγά να σβήσει. Από το να καούμε προτιμούμε να βουλιάζουμε αργά, σε μια κατάσταση που θυμίζει ηρεμία μα είναι καθάριος πανικός. Φοβόμαστε να ζήσουμε. Τρέμουμε στο άκουσμα της ανάσας μας, του γέλιου μας, του κλάματος μας. Κουλουριαζόμαστε στη γωνιά μας, ικετεύουμε να μη μας ακούσουν,. Να μη μας δουν. Να μη μας δεχτούν. Να μας ξεχάσουν. Να περάσουν από πάνω μας αθόρυβα. Να σβήσουμε μόνοι μας. Ανέγγιχτοι. Απ’όλους ξεχασμένοι.

_«Πρόσεχε! Μην κλαις! Γιατί γελάς! Δεν σε περιμένω!»

Δεν αγωνιζόμαστε. Πεθαίνουμε άκαπνοι. Άνανδροι. Γι’αυτό δυστυχισμένοι.

ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΑΥΤΗ Η ΑΝΟΙΞΗ



Είναι παράξενη αυτή η άνοιξη.

Μυρίζει πίκρα. Μυρίζει μιζέρια και φωνή γλυκόξυνη κάποιου εκφωνητή ραδιοφώνου. Μυρίζει τραγούδι τρυφερό και ήχους νοτισμένους. Βαβούρα. Κίνηση. Ανθρώπους στριμωγμένους.

Μυρίζει νύχτες βροχερές και μέρες που λαμπυρίζουν. Σύννεφα απρόσμενα. Κακοκλαδεμένα δέντρα που πρασινίζουν. Μυρίζει γροθιές υψωμένες αυθόρμητα σ’ένδειξη διαμαρτυρίας. Μυρίζει χαμηλόφωνες βρισιές. Χαυνωτική ανία.

Μυρίζει πόθο. Καημό. Κομμένο χόρτο. Μυρίζει τεμπέλικο μεσημεριανό καφέ και καπνό στο χνώτο. Μυρίζει αλμύρα. Μυρίζει θάλασσα. Μυρίζει πουλιά από το νότο. Μυρίζει αραλίκι τούρκικο και χειμωνιάτικό νόστο.

Μυρίζει απόηχο από θρήνους ξεχασμένους. Μυρίζει σχέδια μονοκονδυλιά και στίχους κακογραμμένους. Μυρίζει γνωστή στο τηλέφωνο φωνή που δεν την αναγνωρίζεις. Αγάπη μεγάλη παιδική που απόψε κακοκαρδίζεις.

Μυρίζει λύπη για τον χειμώνα πού’φυγε και δεν θα ξαναγυρίσει. Γλυκιά μέρα καλοκαιρινή που με σκιές γεμίζει.. Μυρίζει βράδια που καταναλώθηκαν σε αδιάφορες μελέτες. Μπλούζες κοντομάνικες, μαλλιά αχτένιστα. Άδειες τσέπες.

Μυρίζει Πρωτομαγιά. Μυρίζει πασχαλιά. «Ω! Γλυκύ μου έαρ». Κρότους. Λιβάνι μακρινό. Τρεμάμενα αστέρια. Μυρίζει γλέντι πασχαλινό και νερό δροσάτο. Κάποιο ερωτόλογο αλλοτινό σε κακοφωτισμένο πάρκο.

Μυρίζει πρώτη άνοιξη κι αγάπη που προδίδει. Ερεθισμένο έφηβο που τον έρωτα γνωρίζει. Μυρίζει γαλάζιο ουρανό και διάφανα ρούχα. Μυρίζει θεέ μου, κάποια άνοιξη που τόσο λαχταρούσα.

Ο ΠΕΤΡΟΣ




Ο Πέτρος μάζευε ηδονές όπως οι άλλοι γραμματόσημα η πεταλούδες. Τις εξέταζε μάλιστα αυστηρά πριν τις καταχωρίσει με αυστηρός χρονική σειρά σ’ένα τετράδιο πού’χε φτιάξει ειδικά γι’αυτή του την ασχολία. Χρώμα μπλε. Φύλλα εκατό. Περιθώριο δυο εκατοστών, εικοσιτέσσερις γραμμές ανά σελίδα.

Το ενημέρωνε σχολαστικά. Με γράμματα στρογγυλά, μεγάλα, προσεκτικά και ύφος επιστημονικά ορθό χωρίς ίχνος φιλολογίας :
Ελένη.
Εικοστεσσάρων χρονών.
Κομμώτρια.
Ύψος: 1,77.
Περιφέρεια στήθους: 97.
Γοφοί: 70. Φωνή: Λίαν εκνευριστική.
Συμπεριφορά: Ανεκτή.
Εμφάνιση: Μετρία.
Sex: Κλασικό: Καλό.
Πρωκτικό: κενό.
Στοματικό: Άπειρη με κάποια προθυμία.

Το ξεφύλλιζε κάθε Κυριακή. Πρωί. Μαζί με τον καφέ μετά απ’τήν εφημερίδα. Το φυλλομετρούσε απλώς. Χωρίς καμία αναπόληση, χωρίς νοσταλγία. Γι’αυτόν οι ηδονές αυτές ήτο συλλεκτικές. Πεταλούδες νεκρές καρφιτσωμένες έκαστη σε μία σελίδα.

ΟΤΑΝ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΑ


Όταν την πρωτόδα θαύμασα το χρώμα των μαλλιών της. Την καστανή αναλαμπή στην ράχη απ’τα μαλλιά της. Την ευλυγισία του κορμιού και κορμοστασιά της. Πρόλαβα να την γευτώ μόνο για μια στιγμή πριν φύγει και χαθεί. Πριν χαθεί στο βάθος του ορίζοντα που τρεμοσβήνει.

Το σώμα της το γνώρισα μετά. Αποσπασματικά. Όταν την έπιανε το μάτι μου ξαφνικά στης σκιές των δέντρων. . . Είτε από τύχη στην αρχή, είτε επειδή την είχα υποσυνείδητα ερωτευτεί την έβλεπα όλο και πιο συχνά. Σιγά σιγά άρχισα να την αναζητώ για ώρες κι αυτή μ’αντάμειβε καθημερινά με όλο και πιο μακρόχρονες συναντήσεις.

Τότε είναι που μ’αφησε να γνωρίσω την λάμψη των ματιών της. Πράσινο, το χρώμα το σμαραγδί, που έλαμπε όλο λύπη. Όλο οδύνη και προσμονή μιας ελπίδας μακρινής που δεν έλεγε να σβήσει. Μόνο σαν άγγιξα το σώμα της κατάλαβα γιατί.

Μέσα στην κοιλιά της αν και νεκρή κλώτσαγε όλο ζωή τ’αγέννητο παιδί της. Δεν ξέρω ποιος την σκότωσε. Δεν έμαθα το γιατί. Οι γούνα της ήταν ανέπαφη, η ουρά της επίσης. Κάποιος την πέρασε για κάτι άλλο μάλλον. Για κάτι πιο χρηστικό. Για’να πουλί, για κα’νά λαγό για κάτι που θα μπορούσε τέλος πάντων να μασήσει κι όχι για κάτι άχρηστο όπως μια αλεπού που έψαχνε μέρος απλά για να γεννήσει.

ΤΟ ΝΑ ΜΕΤΡΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΕΙΝΑΙ ΧΑΖΟ



_«Το να μετράς το χρόνο είναι χαζό. . . »
Έτσι μού’χαν κάποτε πει κάποιοι γέροι πότες
«. . . Γιατί ο χρόνος που μετράς είναι εδώ. . . » και το χέρι άγγιξε το κρόταφο με τρόπο.
_«Ο πραγματικός χρόνος είναι εδώ. . . »Το ίδιο δάχτυλο χάιδεψε την καρδιά του «και δεν μετριέται. . . Αυτόν τον ζεις και τον μετρούν οι άλλοι σαν θα φύγεις. . . »

Ύστερα άδειασε με μιας το μισογεμάτο του ποτήρι, αφήνοντας μόνο μια γουλιά απ’την φτηνή ρετσίνα. Δεν άφηναν το ποτήρι ποτέ αδειανό. Μια γουλιά θα έμενε πάντα. Έτσι ήταν το καλό. Το πρέπων, η συνήθεια.

Το γέμιζαν διαρκώς και τ’αδειαζαν στο τέλος, ρίχνοντας την τελευταία γουλιά στο δάπεδο της ταβέρνας.

_«Γι’αυτούς που φύγαν»
_«Για τα σκυλιά»
_«Για την κακιά την ώρα.»

Όλοι αυτοί έχουνε πια χαθεί. Κάποιοι άλλοι έχουν πάρει την άδεια τους θέση. Αν τους ρωτήσεις κάτι άλλο θα σου πουν. Ίσως αυτοί ν’αδειάζουνε τελείως το ποτήρι. Ίσως να μην πίνουνε ρετσίνα φτηνή. Ίσως να μην μιλούν την ίδια γλώσσα. Μα είναι εκεί στην ίδια γωνιά μιας άλλης έστω ταβέρνας κι εγώ . . . Αν με κοιτάξεις ακόμα μετρώ τον χρόνο κι αναρωτιέμαι τι κάνω λάθος και δεν βγαίνει ποτέ σωστός.
Γιατί πάντοτε κάτι του λείπει.

ΩΡΑΙΑ ΕΛΛΕΝΗ




Η ωραία Ελένη στη Κύπρο όπου βρισκότανε σαν έμαθε το φονικό που ξέσπασε για κείνη άλλαξε το πουκάμισο το άσπρο όπου εφόρει με ρούχα μαύρα και βαριά πού'κρυβαν το κορμί της. Τα μαλλιά της έκοψε κι έκρυψε την μορφή της μέσα σ’ανήλιαγα κελιά όπου κανείς δεν μπόραγε την είσοδό τους νά’βρει. Μόνο ο αγέρας έμπαινε μέσα απ’τις χαραμάδες κι έφερνε μηνύματα και νέα από την Τροία.

Αυτόν είχε για συντροφιά τα πρώτα πέντε χρόνια. Μόνο μ’αυτόν εμίλαγε, μ’αυτόν και το σκοτάδι μέχρι που τό’φερε η στιγμή και η κακιά η ώρα και πέσαν στην αγάπη της τα δυο στοιχεία της φύσης. Άρχισαν να μαλώνουνε ποιος θα την πρωτοπάρει και ποιος θ’αγγίξει το κορμί που έκρυβαν τα ρούχα.

Λόγο στον λόγο πιάστηκαν σε τρομερή αμάχη. Ο αγέρας φύσαγε μ’όλη του τη μανία σηκώνοντας στο κατόπι του βουνά ψηλά την σκόνη και σκέπαζε με σύννεφα ακόμα και τον ήλιο. Το σκοτάδι πήρε αφορμή τον ήλιο που εκρύφτει και όρθωσε και πύκνωσε σ’ένα αδιαπέραστο τοίχο που μήτε ο λόγος τον θεών δεν μπόριε να περάσει.

Ο αγέρας τότε άρχισε λυπητερό τραγούδι που απ’αυτό πλια όμορφο δεν ακούστει μέχρι τότες. Μα όσο αυτός κι αν έκλαιγε τόσο και το σκοτάδι πύκνωνε το τοίχος του μην τύχει και περάσει από κάπου η φωνή κι αγγίξει την Ελένη και του την πάρει μακριά.

Αυτό βαστούσε για καιρό μέχρι που το τραγούδι έφτασε στα ώτα των θεών και τα λύγισε απ’το κλάμα. Διέταξαν τότε το έρεβος να την ελευθερώσει και να την αφήσει ν’ανεβεί στην ράχη του ανέμου. Την Ελένη πρόσταξαν να βάλει άλλα ρούχα και ξένοιαστη να περπατεί πάλι στο πάνω κόσμο γιατί είχε γίνει πια γνωστό πως δεν ήτανε εκείνη που πλάι στο Πάρη έγερνε όλα αυτά τα βράδια.

Μα η Ελένη απ’τον καημό είχε πια γεράσει. Το πρόσωπό της ήτονε σκαμμένο απ’τον πόνο και τα καυτά τα δάκρυα που έχυνε μέρα-νύχτα. Ο αγέρας σαν την αντίκρισε έσβησε σ’αεράκι που στέγνωσε τα δάκρυα, δρόσισε τις ρυτίδες, τα μαύρα ρούχα έσκισε, σήκωσε την Ελένη σαν άσπρο του κύκνου πούπουλο και την επήρε μαζί του.

Το κορμί της τύλιξε σε χίλιες-δυο πνοές του και μαζί της έσμιξε σαν εραστή στα ουράνια. Εφτά βράδια μοναχά τους έδωσε ο Δίας για να χορτάσουν έρωτα και να σβήσουν το πάθος. Μετά ο αγέρας ορκίστηκε πως θα την κατεβάσει στης Αιγύπτου τα χώματα να καρτερεί του αντρός της.

Μα επειδή φοβήθηκαν πως θα χαθεί το τραγούδι και δεν μάθει ποτέ κανείς το πανέμορφο σκοπό του πήρε ο Ερμής τις νότες του τις έδωσε στ’αηδόνια που από τότες τις τραγουδούν ολημερνής στις πλάτρες.

ΣΤΙΓΜΗ ΠΡΩΤΗ




Δυο τρεις φίλοι όλοι κι όλοι και δυο τυχαίοι περαστικοί. Α! Και δυο μύγες χρυσές, μεγάλες που έτυχε να βολτάρουνε εκεί. Ο ήλιος, ο ελαφρός αέρας, το φτυάρι κι ο σιωπηλός υπάλληλος του δήμου. Βαριεστημένος ο τελευταίος σίγουρα, έκπληκτοι κι αμήχανοι οι πρώτοι, αδιάφοροι οι υπόλοιποι καθώς κι η πλάση που σίγουρα δεν είχε τίποτα να χάσει και τίποτα να επωφεληθεί.

Η πρώτη φτυαριά ακούστηκε κάπως θλιμμένη, οι υπόλοιπες απλά ξερές. Κανένας δεν δάκρυσε. Κανένα δάκρυ δεν κύλησε. Κανένα κλάμα δεν ακούστηκε, εκτός ίσως απ’τις μύγες που βούιζαν κάπως θλιμμένα. Όχι για τον άνθρωπο μα για το φως που λίγο λίγο έγερνε στη δύση.

ΕΥΦΗΜΙΑ

Η αγάπη της χλωμή σαν τη μορφή της. Μόνο τα φιλιά της έκρυβαν ακόμα λίγο χρώμα, που στράγγιζε αργόρευστο στη νύχτα σαν την λάμψη του δειλινού που έσβηνε σαν την πρωτοφιλούσα σε κάποια σκιερή γωνιά ενός πολύβοου κήπου.

Αργά σχεδόν ευλαβικά ρουφούσα τα φιλιά της. Ντυνόμουν την ανάσα της και το χλωμό της δέρμα αναριγούσε διάφανο κάτω απ’το φως των άστρων. Το στήθος της μόλις που φούσκωνε σε κάθε κοφτή ανάσα. Τα μαλλιά της έπλεκαν στη νύχτα κρυφά ρομάντζα. Κρυφούς ένοχους έρωτες στων ονείρων την ώρα. Στίχους γιομάτους άρωμα κρίνου και νοσταλγίας για τω ματιών τις την προσοχή. Των χειλιών της το χάδι.

Με αγωνιά μέτραγα τα λόγια που σκορπούσε τριγύρω δήθεν ανέμελα κι αναζητούσα έστω μια λέξη που να μου γεννά μέσα μου την ελπίδα. Μάταια όμως πάσχιζα.

Το είχε αποφασίσει. Και με το τέλος της βραδιάς, πριν σβήσει καν ο ήχος απ’το τραγούδι που τόσο επίμονα όλο το βράδυ ζητούσε, έσκυψε και ψιθύρισε με μια μόνο ανάσα:

_ «Σαν φύγω θέλω να γελάς. . . Τα δάκρια της όψης σου δεν της ταιριάζουν. . . έχω τραβήξει δρόμο λησμονιάς και είναι οι θρήνοι περιττοί και με κουράζουν. . .»

Ήταν θαρρείς η ανάσα της περιστέρι τρομαγμένο που γοργοπετούσε μακριά απ’τα χείλη της που σβήνανε χάνοντας το λιγοστό τους χρώμα. Οι κινήσεις της αργές αλλά γεμάτες χάρη οδηγούσαν ένα ασθενικό κορμί στο τελευταίο χάδι της θυμωμένης θάλασσας που από παιδί αγαπούσε και στην αειπάρθενη ράχη της το βλέμμα της ακουμπούσε να ταξιδέψει. Να χαθεί στ’ορίζοντα το βάθος εκεί που σμίγουνε στα στερνά όλα τα παραμύθια.

Κοίταξε λίγο τον ουρανό που άρχισε να χαράζει. Ανέμισε στον άνεμο τα χρυσαφιά μαλλιά της. Χαιρέτησε κοφτά το φως. Αφέθηκε στο κύμα.

ΩΡΑΙΟΣ ΩΣ ΕΛΛΗΝ





Γαλήνεψε πια καρδιά μου. Γλυκό αγέρι φύσηξε και γλύκανε τα όνειρά μου. Γλυκό αγέρι . Του Αιόλου γιε. Του πανάρχαιου μηνύματος ακοίμητε φρουρέ που παρασέρνεις. Που εξαγνίζεις. Που πονά μα και σκορπάς του δαίμονες που με διαφεντεύουν.

Φύλακα μα κι αδερφέ του μυστικού που κουβαλώ κλεισμένο ερμητικά στις σελίδες της εθνικής μου μοναξιάς. Του μυστικού που λέει πως ως Έλλην επλάσθει από φως. Από φωτιά και δάκρυ. Όχι χαμόγελο. Λιγοστή η χαρά. Το γέλιο μετρημένο. Εξορισμένη η ευτυχία. Μόνο καημός με κυβερνά. Λίγες φωτεινές στιγμές εξάγγελος βαθύτερης δυστυχίας.

Μα κι από πέτρα. Κι από χώμα ιερό, νοτισμένο απ’το σπέρμα των γωνιών μου. Από αγέρι τρελό. Πουνέντε μαγιάτικο. Αυγουστινό μελτέμι. Φιλί παθιασμένο ενός γαλάζιου ουρανού στην γη του την αγαπημένη.

Η μοίρα μου απ’την άρμη σημαδεμένη. Από της γέννησης μου την αυγή σ’εκείνη την νεραιδοζήλευτη χαράδρα του Πηλίου κάτω απ’το σαν φιλί φως του αρχέγονου ήλιου και το δροσάτο χάδι του κισσού. Η ιστορία μου παραμύθι εξωτικό, γραμμένο στου χρόνου τον ωκεανό σαν τα βαπόρια που χαράζουνε της θάλασσας την ράχη. Σαν την σκέψη μου που ρέει σα ποταμός. Χείμαρρος χειμώνα καιρό που τίποτα δεν τον εμποδίζει. Πάντα ρέει. Παρασέρνει τα φράγματα που συναντά. Πάντα αδάμαστη. Πάντα σκληρή σαν το κορμί μου που το ψήσαν οι καιροί και των τόσων αιώνων η πορεία. Σαν το βλέμμα μου που το αγρίεψε η μοναξιά και η βαριά κληρονομιά σε τίποτα να μην πιστεύει.

Μα ημέρεψα πια. Γαλήνεψα. Τα φεγγαρογέννητα ακρογιάλια σκεφτόμενος και ορμώμενος από μια θεϊκή προσταγή βυθίσθηκα σε εικόνες που πάντα μαζί μου κουβαλώ μέσα μου όπως άλλοι την πείρα. Στιγμές από τον χρόνο μάζεψα, από καθετί θνητό τις απάλλαξα κι έτσι αθάνατες τις ήπια σαν λιακάδα. Από την μαγεία τους μέθυσα. Στα χρώματά τους έντυσα των ονείρων μου την Παλλάδα.

Την μέρα που θεμελίωνα την Ακρόπολη. Το μάρμαρο στον ήλιο να γυαλίζει. Η μαρμαρυγή να σε ξεμυαλίζει σαν παρθένας το πρώτο φιλί. Τη νύχτα που από μιας μηχανής κοιλιά γεννιόμουνα στην Τροία και την έσφαζα. Την αιματοκύλαγα. Την βίαζα χωρίς να μπορεί κανείς να με συγκρατήσει, μήτ’άνθρωπος, μήτε θεός, μήτε το ριζικό μου. Κι όλα αυτά για μια σκιά. Για ένα φιλί . Για κάποια πού’χα κάποτε αγαπήσει.

Όταν κουρελής και νηστικός υψωνόμουνα. Το σώμα μου ματωμένο. Η περηφάνια μου λερή. Το σπιτικό μου ρημαγμένο κι όμως τολμούσα και απαιτούσα λεφτεριά. Όχι λεφτά, μήτε δουλειά, Μα λέφτερο αέρα ν’ανασάνω.

Τις μέρες που μέτραγα τις λύπες μου για χαρές και τις μέθαγα. Τις χόρευα με βήμα βαρύ, ασύνταχτο μα πού’ταν χάδι ανάλαφρο στην γη την δικιά μου. Και βήμα το βήμα τον θάνατο ξέχναγα. Τον φόβο μου ξόρκιζα. Τον εαυτό μου όπλιζα με θάρρος. Το κορμί μου μέρωνε. Ο πόνος δεν το κέρωνε. Το χρόνο τον συχωρνούσα.

Την στιγμή πού έπαιρνα θάλασσα. Φως. Βράχια. Του κορμιού μου κομμάτια και τους έδινα ζωή. Τα έκανα τραγούδι. Χορό. Ψωμί κι ανέκδοτα και τ’απίθωνα στον χρόνο σαν παπαρούνας λουλούδι σε πράσινο αγρό.

Ναι. Το κορμί μου πια μέρεψε. Στις μέρες αυτές ανέτρεξε κι άρχισε ν’ανασαίνει.