Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΩΡΑΙΟΣ ΩΣ ΕΛΛΗΝ





Γαλήνεψε πια καρδιά μου. Γλυκό αγέρι φύσηξε και γλύκανε τα όνειρά μου. Γλυκό αγέρι . Του Αιόλου γιε. Του πανάρχαιου μηνύματος ακοίμητε φρουρέ που παρασέρνεις. Που εξαγνίζεις. Που πονά μα και σκορπάς του δαίμονες που με διαφεντεύουν.

Φύλακα μα κι αδερφέ του μυστικού που κουβαλώ κλεισμένο ερμητικά στις σελίδες της εθνικής μου μοναξιάς. Του μυστικού που λέει πως ως Έλλην επλάσθει από φως. Από φωτιά και δάκρυ. Όχι χαμόγελο. Λιγοστή η χαρά. Το γέλιο μετρημένο. Εξορισμένη η ευτυχία. Μόνο καημός με κυβερνά. Λίγες φωτεινές στιγμές εξάγγελος βαθύτερης δυστυχίας.

Μα κι από πέτρα. Κι από χώμα ιερό, νοτισμένο απ’το σπέρμα των γωνιών μου. Από αγέρι τρελό. Πουνέντε μαγιάτικο. Αυγουστινό μελτέμι. Φιλί παθιασμένο ενός γαλάζιου ουρανού στην γη του την αγαπημένη.

Η μοίρα μου απ’την άρμη σημαδεμένη. Από της γέννησης μου την αυγή σ’εκείνη την νεραιδοζήλευτη χαράδρα του Πηλίου κάτω απ’το σαν φιλί φως του αρχέγονου ήλιου και το δροσάτο χάδι του κισσού. Η ιστορία μου παραμύθι εξωτικό, γραμμένο στου χρόνου τον ωκεανό σαν τα βαπόρια που χαράζουνε της θάλασσας την ράχη. Σαν την σκέψη μου που ρέει σα ποταμός. Χείμαρρος χειμώνα καιρό που τίποτα δεν τον εμποδίζει. Πάντα ρέει. Παρασέρνει τα φράγματα που συναντά. Πάντα αδάμαστη. Πάντα σκληρή σαν το κορμί μου που το ψήσαν οι καιροί και των τόσων αιώνων η πορεία. Σαν το βλέμμα μου που το αγρίεψε η μοναξιά και η βαριά κληρονομιά σε τίποτα να μην πιστεύει.

Μα ημέρεψα πια. Γαλήνεψα. Τα φεγγαρογέννητα ακρογιάλια σκεφτόμενος και ορμώμενος από μια θεϊκή προσταγή βυθίσθηκα σε εικόνες που πάντα μαζί μου κουβαλώ μέσα μου όπως άλλοι την πείρα. Στιγμές από τον χρόνο μάζεψα, από καθετί θνητό τις απάλλαξα κι έτσι αθάνατες τις ήπια σαν λιακάδα. Από την μαγεία τους μέθυσα. Στα χρώματά τους έντυσα των ονείρων μου την Παλλάδα.

Την μέρα που θεμελίωνα την Ακρόπολη. Το μάρμαρο στον ήλιο να γυαλίζει. Η μαρμαρυγή να σε ξεμυαλίζει σαν παρθένας το πρώτο φιλί. Τη νύχτα που από μιας μηχανής κοιλιά γεννιόμουνα στην Τροία και την έσφαζα. Την αιματοκύλαγα. Την βίαζα χωρίς να μπορεί κανείς να με συγκρατήσει, μήτ’άνθρωπος, μήτε θεός, μήτε το ριζικό μου. Κι όλα αυτά για μια σκιά. Για ένα φιλί . Για κάποια πού’χα κάποτε αγαπήσει.

Όταν κουρελής και νηστικός υψωνόμουνα. Το σώμα μου ματωμένο. Η περηφάνια μου λερή. Το σπιτικό μου ρημαγμένο κι όμως τολμούσα και απαιτούσα λεφτεριά. Όχι λεφτά, μήτε δουλειά, Μα λέφτερο αέρα ν’ανασάνω.

Τις μέρες που μέτραγα τις λύπες μου για χαρές και τις μέθαγα. Τις χόρευα με βήμα βαρύ, ασύνταχτο μα πού’ταν χάδι ανάλαφρο στην γη την δικιά μου. Και βήμα το βήμα τον θάνατο ξέχναγα. Τον φόβο μου ξόρκιζα. Τον εαυτό μου όπλιζα με θάρρος. Το κορμί μου μέρωνε. Ο πόνος δεν το κέρωνε. Το χρόνο τον συχωρνούσα.

Την στιγμή πού έπαιρνα θάλασσα. Φως. Βράχια. Του κορμιού μου κομμάτια και τους έδινα ζωή. Τα έκανα τραγούδι. Χορό. Ψωμί κι ανέκδοτα και τ’απίθωνα στον χρόνο σαν παπαρούνας λουλούδι σε πράσινο αγρό.

Ναι. Το κορμί μου πια μέρεψε. Στις μέρες αυτές ανέτρεξε κι άρχισε ν’ανασαίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: