Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΕΥΦΗΜΙΑ

Η αγάπη της χλωμή σαν τη μορφή της. Μόνο τα φιλιά της έκρυβαν ακόμα λίγο χρώμα, που στράγγιζε αργόρευστο στη νύχτα σαν την λάμψη του δειλινού που έσβηνε σαν την πρωτοφιλούσα σε κάποια σκιερή γωνιά ενός πολύβοου κήπου.

Αργά σχεδόν ευλαβικά ρουφούσα τα φιλιά της. Ντυνόμουν την ανάσα της και το χλωμό της δέρμα αναριγούσε διάφανο κάτω απ’το φως των άστρων. Το στήθος της μόλις που φούσκωνε σε κάθε κοφτή ανάσα. Τα μαλλιά της έπλεκαν στη νύχτα κρυφά ρομάντζα. Κρυφούς ένοχους έρωτες στων ονείρων την ώρα. Στίχους γιομάτους άρωμα κρίνου και νοσταλγίας για τω ματιών τις την προσοχή. Των χειλιών της το χάδι.

Με αγωνιά μέτραγα τα λόγια που σκορπούσε τριγύρω δήθεν ανέμελα κι αναζητούσα έστω μια λέξη που να μου γεννά μέσα μου την ελπίδα. Μάταια όμως πάσχιζα.

Το είχε αποφασίσει. Και με το τέλος της βραδιάς, πριν σβήσει καν ο ήχος απ’το τραγούδι που τόσο επίμονα όλο το βράδυ ζητούσε, έσκυψε και ψιθύρισε με μια μόνο ανάσα:

_ «Σαν φύγω θέλω να γελάς. . . Τα δάκρια της όψης σου δεν της ταιριάζουν. . . έχω τραβήξει δρόμο λησμονιάς και είναι οι θρήνοι περιττοί και με κουράζουν. . .»

Ήταν θαρρείς η ανάσα της περιστέρι τρομαγμένο που γοργοπετούσε μακριά απ’τα χείλη της που σβήνανε χάνοντας το λιγοστό τους χρώμα. Οι κινήσεις της αργές αλλά γεμάτες χάρη οδηγούσαν ένα ασθενικό κορμί στο τελευταίο χάδι της θυμωμένης θάλασσας που από παιδί αγαπούσε και στην αειπάρθενη ράχη της το βλέμμα της ακουμπούσε να ταξιδέψει. Να χαθεί στ’ορίζοντα το βάθος εκεί που σμίγουνε στα στερνά όλα τα παραμύθια.

Κοίταξε λίγο τον ουρανό που άρχισε να χαράζει. Ανέμισε στον άνεμο τα χρυσαφιά μαλλιά της. Χαιρέτησε κοφτά το φως. Αφέθηκε στο κύμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: