Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

Τρία βλέμματα, δυο θρήνοι, μια ευχή

I

Στον πατέρα μου


Τους είδα κουρασμένους κι άυπνους με τ’ όνειρο ακόμα στα μάτια, τον καφέ ζεστό στα πόδια τους, το τσιγάρο υγρό στο στόμα πικρό από τον ύπνο. Στεγνό από την έγνοια, με τις ρυτίδες απόηχους ενός στραβού χαμόγελου απ’ τον καιρό που υπήρξαν έφηβοι. Τρομαγμένοι στη θέα ενός λειψού μεροκάματου, μιας κρύας μπύρας, ενός στραβού χαμόγελου στα μάτια των παιδιών τους.

Τα χείλια κινιούνται αθόρυβα. Τα λόγια από καιρό λησμονημένα. Τ’ όνειρο έσβηνε σαν απόηχος της πόλης που άρχιζε να ξυπνάει. Η σκέψη βαριά στα χέρια τους, την διώχνουν για να ξαποστάσουν. Σήκωναν το βλέμμα σε κάθε γουλιά, τα λόγια λιγοστά και μασημένα, παράταιρα απ’ όσα έκρυβε ο νους, ξένα στα όσα ήθελε η καρδιά τους και που ποτέ της δε θα δει.

Τα ρούχα τους νοτισμένα και βρόμικα με την κούραση ακόμα στις ραφές. Το παράπονο στους ασβεστολεκέδες. Σοβάδες μιας ζωής σε σκληρή δούλεψη στους ήχους της μπετονιέρας. Στα σπασμένα χέρια απ’ το σφυρί. Στα σκαμμένα πρόσωπα από τον ήλιο.

Αποτελειώνουν τον καφέ. Σβήναν το τσιγάρο πάντα στο πιατάκι και κινούσαν για την δουλειά αγέλαστοι, ανέκφραστοι, με το κλειδί αμήχανα στο χέρι που έγνεφε ένα αχνό «γεια χαρά». Ένα φιλί που από καιρό είχε χαθεί. Χωρίς δαχτυλικά αποτυπώματα. Χωρίς ταυτότητα. Γεμάτοι μνήμη που την μετρούν σε χαρακιές, σε κάλους και σημάδια.

Όσα ήθελαν δεν ονειρεύτηκαν. Όσα πόθησαν δε φαντάστηκαν. Όσα τελικά απόχτησαν με μέρες ζωής ανταλλάχτηκαν. Ίσως γι’ αυτό, καθώς περνούσαν την εξώθυρα για λίγο, σχεδόν κρυφά, τα μάτια τους χαμογελούσαν.




II

Τους είδα γυμνούς, ασθενικούς να ουρλιάζουν. Να σέρνονται σε αφώτιστα βίντεο. Να πάλλονται, να τραγουδάνε.

Φίδια οι μυείς καθώς μάχονται με το κρότο της μπότας. Λεπίδες τα χέρια, αιτίες τα βλέμματα, κομμένα τα λόγια. Ο ιδρώτας να κυλά αχόρταγος. Να χαράζει κάθε ρυτίδα, υμνώντας κάθε χαρακιά μαρμαριγώντας έρωτα. Αιμορραγώντας πάθος.

Κοφτές οι κινήσεις, γρήγορες, η μέση λυγισμένη. Το φως σκαλώνει πάνω της, ο ήχος την παιδεύει. Πουλούν την ψυχή τους στο δαίμονα που λέγεται εφηβεία. Παίρνουν γι’ αντάλλαγμα οργή, φιγούρα αγέραστη και μια φωνή που στάζει απελπισία.

Βαραίνουν οι νότες στα βήματα. Η οργή στα κομμάτια. Η εφηβεία στο διάολο. Η κούραση στα μάτια που αρπάζονται πάνω τους ρουφώντας την κάθε πόζα. Και ουρλιάζουν σε κάθε γλίστρημα. Σε κάθε στάλα ιδρώτα. Σε κάθε της μέσης λύγισμα. Στο στρίγκλισμα της κιθάρας που καθώς γλιστρά ανάμεσα στη σειρά των στοίχων γεμίζει το ενδιάμεσο μιας ζωής χαμένης.

Λευκές σελίδες η άνδρωση. Χωρίς συνοχή το τέλος λουσμένο απ’ την παρασκιά των κόκκινων προβολέων. Την φευγαλέα αναλαμπή της τελευταίας νότας.
Κι όταν τα φώτα ανάψουνε. Η χορδή ηρεμήσει. Υποκλίνονται. Αποσύρονται. Σκεβρώνουνε. Αφήνουνε τον μύθο να τους τυλίξει.



ΙΙΙ

Τους είδα με τα φώτα νυσταγμένα, τα μάτια βαριά να έρεπουνε στους δρόμους της Αθήνας. Να ταξιδεύουν σε τοπία μυστικά, σε μονοπάτια ξένα. Να έλκονται από παράξενες μουσικές. Ένα σαξόφωνο στο Μισισιπή, κλαρίνο στα ζαγοροχώρια.

Η ζωή τους όλο γυρίσματα. Τσακίσματα. Η φωνή τους ένα μοιρολόι να κρατάει το ίσο στον χορό, στην άσφαλτο ανάμεσα στην άσπρη γραμμή και το τέλος του δρόμου.

Όλοι η πορεία τους νωχελικό συρτό. Μπλουζ από ένα άγονο δέλτα, από ένα μεθυσμένο μουσικό. Γραβάτα λυτή, σακάκι καρό, όργανο φθαρμένο και γλωσσίδι βρεγμένο με ποτό.

Ο δρόμος στρωμένος με διηγήσεις που μοιάζουνε νιφάδες χιονιού. Αιωρούνται για λίγο κι ύστερα δεν υπάρχουν. Δεν φαίνονται πουθενά. Μόνο στη μνήμη. Μόνο στην ηχώ της τελευταίας νότας. Μόνο στα παραμύθια πού’ ναι για παιδιά. Μόνο στη μνήμη.

Η πορεία τους αρμονική με μια δικιά της όμως συμμετρία. Με μια δικιά της κορυφογραμμή που κυνηγάει τη γραμμή των οριζόντων μα δεν την τέμνει πουθενά. Μόνο ίσως στη κατάληξη αμέσως μετά το σόλο. Εκεί στη παύση λίγο θα σταθεί. Θ’ ανασάνουν γρήγορα προτού να ξαναρχίσει άλλη μι’ αχόρταγη διαδρομή που διαρκεί ελάχιστα, όσο και η ανάσα, που κουβαλά στη πλάτη της χιλιάδες λέει λόγια.
Έτσι και η ζωή τους όλο ανάσες και εκπνοές και χίλια μύρια λόγια που μοιάζουν να ’ναι μαγικά. Που μοιάζουν να ’ναι ψέμα όπως αυτά που λένε τα παιδιά ή μάλλον σαν αυτά που ακούνε οι μεγάλοι.
Δεν κατοικούνε πουθενά. Όπου αφήνουν το καπέλο λένε σπίτι κι αντί πατρίδα λένε καρδιά. Λένε γειτονιά, λένε αυλόγυρο μιας εκκλησιάς που λειτουργεί καθημερινά και μυρίζει μέλι. Που μυρίζει πασχαλιά και ρόδο και λεμόνι και αντηχεί στον εσπερινό από φωνές και γέλια. Από τον ίσκιων των κυπαρισσιών και τους ψαλμούς που σέρνονται αργά όπως το δείλι και μοιάζουν να ’ναι στάσιμοι μα ξάφνου φουρτουνιάζουν, θυμώνουν κι ανυψώνονται σα κύματα που πάσχουν, τα βράχια να μεριάσουνε στην αμμουδιά να σβήσουν. Με τον ουρανό να σμίξουν. Να πάρουν απ’ το δειλινό το μωβ πού’ χουν οι μύθοι. Έπειτα ξάφνου σιωπή.
Παύση . . . Και η ζωή τους μένει μόνο ένα σφύριγμα που παίζει πέντε νότες. Όσες και οι αγέρηδες. Όσα και τα καλάμια πού’ ταν δεμένα στον αυλό που έπαιζε ο Πάνας και προμηνούσε έρωτες και γέννες και θανάτους.

Έτσι και οι κουβέντες τους, λίγες και μετρημένες. Όσες χωρούν σε μια ζωή γεμάτη από εικόνες. Γεμάτη ήχους, μουσικές, εξωτικά τραγούδια. Ρυθμούς που συγγενεύουνε με τους ρυθμούς των άστρων. Με τους χτύπους της καρδιάς. Με της βροχής τα λόγια που αριθμούν τα βάσανα που κρύβει το μοιρολόι. Άλλοτε τα βήματα ενός γρήγορου μπάλου ή τ’ αυξημένα τρίηχα στο μπλουζ της διαδρομής τους.

Η πορεία τους δεν έχει τελειωμό. Δε καταλήγει πουθενά αυτός ο δρόμος. Απ’ τα ζαγοροχώρια στο Μισισίπι κι απ’ τα βαμβακοχώραφα στους σαλονικιώτικους τεκέδες. Μια στάση στη Κρήτη για μια ρακή, γιά’ να περήφανο ριζίτικο τραγούδι κι έπειτα πάλι ανατολή. Σικάγο, Δυτική Ακτή και Νέα Ορλεάνη. Το σαντούρι συναντάει το καζού. Ο Μάρκος σε κάποιον χόλερ σιγοντάρει και η καρδιά τους ματώνει παντού καθώς δε σταματά το ρυθμό της διαδρομής τους να κρατάει και σα τις στάλες της βροχής τα βάσανα και τις χαρές τους να μετράει.




IV


Σπονδή σε μια φυλή που αρνείται να ζήσει. Φοβάται να ενηλικιωθεί. Να ωριμάσει να καθιερωθεί. Αδυνατώντας να σηκώσει στις πλάτες της το βάρος μια πολλά υποσχόμενης ζωής, τινάζει τα μυαλά της στον αέρα. Τηγανίζει τα μάτια της. Γεμίζει τα πνευμόνια της γκάζι. Τις φλέβες τη δηλητήριο. Την ψυχή της οπιούχα όνειρα, πολύχρωμες εικόνες. Νερό και σώμα ενός θεού ψεύτικου όσο κι οι υποσχέσεις εραστών σε οργασμό που δεν τον περιμένουν. Δυνατού όσο και ο θόρυβος των τρεμάμενων δοντιών τους στ’ άκουσμα του χρόνου που προστίθεται. Εκκωφαντικός. Ανυπολόγιστος. Ψυχρός σα λεπίδι.

Σε μια φυλή που στο πρωτάκουσμα της πρώτης σύγκρουσης χώνει το πιστόλι στο στόμα. Λείο το μέταλλο. Ψυχρό το μέταλλο. Ερωτικό σαν πέος μιας ζωής που εκσπερματώνει θάνατο. Φόβο και ηρεμία. Κρότο που σκεπάζει για μια στιγμή τα κλάματα. Τους λυγμούς. Τα σχόλια των ρεπόρτερ. Τον ήχο από τα φλας και τ’ ανυπόφορα μελό αυτών που ξέρουν. Που έχουν ζήσει. Που έχουν δει. Που πέρασαν πόλεμο. Πείνα. Κατοχή. Μια κάποια χούντα. Μα μεγάλωσαν σε χωματόδρομο και αυτοί βαδίζουν σε πληροφορίες.

Αφήνει πίσω της βρομιά. Ίσως λίγες λέξεις αν έχει το θάρρος να σκεφτεί. Κάνα-δύο φίλους έκπληκτους και συγγενείς γεμάτους θλίψη. Οδύνη κι ένα κουφάρι άψυχο που με τον χρόνο σβήνει.

Σε μια φυλή που δε σοβαρεύεται. Δεν κατεβάζει τον γιακά. Δεν σκύβει το κεφάλι. Τα μάτια κοιτάζουν γεμάτα τσαμπουκά. Εφηβική ανέδυα. Θράσος και βλακεία. Δεν μπαίνει στο λούκι να σκεφτεί. Κολλά το κόλτ στο κεφάλι. Δεν έχει το θάρρος ν’ αντικρύσει την ζωή. Φιλά τον θάνατο στο στόμα. Δεν βάζει τα κλάματα. Αιμορραγεί. Ψυχορραγεί. Εκσπερματώνει. Με κινήσεις αβέβαιες. Σπασμωδικές. Με τρεμάμενα χέρια. Για μια στιγμή ίσως νοιώσουν πανικό μα το δάχτυλο έχει σφίξει κιόλας τη σκανδάλη. Φεύγουν απ’ τη ζωή άσχετα πως έχουν ζήσει. Όσο γίνεται πιο ανώδυνα. Ανεμπόδιστα. Χωρίς μεγαλείο η τελευταία πράξη δε διαδραματίζεται σε κάποιο θέατρο μα στης ζωής το σφαγείο.

Στερνή σπονδή σε μια φυλή ασύνδετη. Αδιάφορη. Συνένοχη σε έγκλημα που δεν τιμωρείται. Δύστροπη Εκνευριστικά απροσάρμοστη σαν το καρφί που όλο λυγίζει. Πιεστική στην απουσία της. Χλευαστική στο συνήθειο της να ζει με θόρυβο και να τελειώνει με κρότο. Όχι σαν επικίνδυνο εκρηκτικό μα σα πασχαλιάτικο βαρελότο. Που δεν ονειρεύεται την επανάσταση. Δεν γράφει μανιφέστα. Μ’ ένα κολτ στο κρόταφο ή μι’ ακονισμένη φαλτσέτα χαράζει την ιστορία της σε καρπούς πυρωμένους. Καμένους στη φλόγα μύριων ψεύτικων στιγμών που δε ξέρουν να σωπάσουν. Να σβήσουν. Να σεβαστούν. Μα ολοένα ουρλιάζουν. Δυσφορούν. Αγκομαχούν. Κουράζουν την κάθε ανάσα.

Σε μια φυλή που δεν ακροβατεί σε τεντωμένο νήμα. Τυλίγεται μ’ αυτό. Το κάνει θηλιά. Πνίγει τα όνειρά της. Με ύμνο τον επιθανάτιο ρόγχο της. Τους άπνοους λυγμούς της. Την αδιαφορία της. Την μοναξιά της. Το πείσμα της να μη μάχεται, να μην περιμένει. Να τελειώνει γρήγορα. Ανώδυνα; Χωρίς δικαιολογία. Χωρίς εξήγηση. Με πολλή φαντασία. Μ’ ένα γουστάρω στραβό στόμα της. Ένα σπασμό στ’ άψυχο σώμα. Μια κίνηση των ματιών μπροστά στο άπειρο. Ένα ακούσιο σφίξιμο των χεριών στο τώρα.

Σε μια φυλή που δεν εξαπλώνεται. Δεν διεκδικεί, δε δικαιώνεται. Δε μάχεται παρά μόνο τον εαυτό της. Που ματώνει σε κάθε πρωινό. Κλαίει σε κάθε δύση. Σε κάθε κορμί θρηνεί τον έρωτα που ποτέ δε θα ζήσει. Που θεωρεί τη ζωή ανυπόφορη. Την αυτοκτονία λιγότερο επώδυνη. Πιο γρήγορη. Μια λύση.

Σπονδή σε μια φυλή που δε γερνά. Δεν σκέφτεται. Δεν ονειρεύεται. Δεν πετά. Δεν κρύβεται. Που ξέρει πως δεν θα ζήσει.




V


Είναι η σιωπή πού’ χουμε μέσα μας και δε μπορούμε να περάσουμε στους άλλους. Είναι η παύση του Ψαρόνικου στον «Αντρειωμένο» λίγο πριν αγγίξει με το νύχι τη χορδή. Λίγο προχού χτυπήσει τη ψυχή με το δοξάρι κι ο αντρειωμένος ξαστοχήσει τρεις φορές. Είναι η βραχνάδα στου αδελφού του την φωνή –εκεί στη βάση του φάρυγγα είναι κρυμμένη- καθώς τραγουδάει τον «Ρωτόκρυτο» σκυφτός και τσαφουνάει τη καρδιά με το δικό του δοξάρι.
Είναι η σιωπή της θάλασσας ο αχός, καθώς σπάει στα βράχια στην Ακουμιανή γυαλιά. Το μεσημέρι. Μόλις ο ήλιος καβατζάρει το βουνό. Προχού αρχίσει το χώμα να πυρώνει. Είναι η βροχή στη τέντα της σκηνής. Ο ήχος της αστραπής που ποτέ δεν φτάνει. Είναι το φως που γλιστράει ερωτικό ανάμεσα στα φυλλώματα και τα βράχια της χαράδρας και το νερό που αναβλύζει κρύο και γλυκό εκεί που σκάει το κύμα και το σκεπάζει.

Είναι η σιωπή ο κινέζος φοιτητής της Τιεν Α Μεν. Όρθιος. Κάθετος μπροστά στο τανκ που πλησιάζει. Είναι η υψωμένη γροθιά στο γαλανό ουρανό ενός κόκκινου Μάη. Ο καπνός των λάστιχων και των χημικών που γκριζάρει ένα πολύχρωμο Νοέμβρη. Είναι ο Τσε που χαμογελάει νεκρός κι ο αντάρτης που ξοφλάει τα ονείρατά του.
Είναι η σιωπή εσύ που ανασαίνεις δίπλα μου βαριά και είναι εγώ που κρυφοκοιτώ το κορμί σου να σπαρταράει. Είναι τα λόγια τα μικρά. Τα μυστικά. Αυτά που δεν ειπώθηκαν μα καρτερούνε. Που γίνονται μέσα μας βουνά. Απροσπέλαστα σιγά σιγά και οι κορφές τους μας τρυπούνε. Είναι τα βλέμματα τα παιδικά. Τα χάδια τα εφηβικά. Οι αναστεναγμοί των ηλικιωμένων.

Η σιωπή μας είναι αυτά. Αλλάζει η πουτάνα πρόσωπα συχνά. Γι’ αυτό την φοβόμαστε μα και την αγαπούμε.


Δεν υπάρχουν σχόλια: