Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΤΗΝ ΕΙΔΑ



Την είδα πάλι βιαστική ντυμένη στα λευκά. Άνοιξη ήτανε. Πρωτομηνιά. Βράδυ, λίγο προτου τις μία. Για δύο λεπτά μονάχα. Δυο χτύπους της καρδιάς - που ανάμεσα τους χώρεσε ενας αιώνας αγωνίας. Δύο ανάσες έντρομες γεμμάτες επιθυμία.

Κρατούσε στα χέρια της σφιχτά το όνομά της. Την ανθρωπιά της. Την περηφάνια της λερή. Ξέχνοιαστη όμως σαν τα παιδια σε παλιές ιταλικές ταινίες. Θλιμένη πάλι με τα μάτια χαμηλά. Το κυμάτισμα των μαλιών της δανεικό. Παρμένο απο μυθιστόριμα παλιό. Από ξένη - για άλλη μια φορά ταινία. Η φωνή της βαριά. Αχόρταγη. Παραφορτωμένη με αύρα θαλασσια- χρώμα όχι μυρωδιά- και νοσταλγία.

Δάγκωωε την σιωπή με δυο χείλεια μαβιά και δόντια κατάλευκα πλημυρισμένα γέλιο. Αλοτινό. Μακρινό. Σύντροφο ενός χιονιά που έσβηνε με τον Φλεβάρη. Το πρώτο μυγδαλιάς διαμάντι τό ‘κλεισε στη καρδιά.

Έλεγε, τραγουδούσε μάλλον ή έψελνε – από ψαλμούς ήξερε μύριους να ζει μονάχα δεν έμαθε γι’αυτό κι έφευγε με το πρώτο κρύο κι επέστρεφε με τα πουλιά που από μίλια μακρια γυρνούσαν πάντα πίσω. Στις ίδιες βρώμικες φωλιές. Στις ίδιες ανήλιαγες γειτονιές. Στον ίδιο άγονο τόπο.

Έλεγε χίλια ψέμματα και μόνο μια αλήθεια:

_ “Είναι η ζωή μου μια συλογή απ’όνειρα που είχα. Από πρόσωπα που αντάμωνα κι αμήχανα προσπερνούσα. Από φράσεις που άκουγα κι αργότερα ξερνούσα , πάνω σε ιλουστρασιόν χαρτιά έτεχνα μασκαρεμένα σε κομματια ευαισθησίας ψεύτικης ατάκτος εριμένα. Από νύχτες ατέλειωτες κι από κούφιες ώρες. Από καλοκαίρια κάλπικα και χρωστικούς χειμώνες. Δρόμους μισοσκότεινους που μέσα τους ξενυχτούσα. Από αρώματα γιασεμιού που αχόρταχα ρουφούσα. Είναι η ζωή μου μια συραφή από μνήμες που είχα. Απ’αλμύρα που μ’αυτήν τρεφόμουνα. Απο θεριά παραμυθιών που τόσο φοβόμουνα. Απο την μορφή εκείνης. Που αν και ξένη και μακρινη μένει πάντα οικεία. Γλυκειά. Μεγαλήνια φωνή και γεύση αδυναμίας. Που ποτέ δεν ξεπέρασα μα και ποτε δεν ξαναβρήκα και που μ’αυτή καρύκευσα τους έρωτες που είχα.”

Τ έλεγε όλα χωρίς ρυθμό. Χωρις μέλος ή παύση. Με μια μόνη αναπνοή και μια φωνή που σπαει στη ψυχή μου με ορμή σα μανιασμένο κύμμα. Σαν τσεκουριού μουντή ηχώ σε δάσος χιονισμένο όπου είναι όλα τόσο αχνά όσο και η μορφή της πού’σβυνε καθως την έντυνε της νυχτιας το πούσι.

Δεν έτρεξα ξωπίσω της. Δεν τηνν ζητούσα πλέον. Τα λόγια της τα ξέχασα. Για το φευγιό της πλέον δεν κλαίω. Όχι πως την ξεπέρασα. Την ξέχασα απλά σαν όλα τ’άλλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: