Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΩΡΑΙΑ ΕΛΛΕΝΗ




Η ωραία Ελένη στη Κύπρο όπου βρισκότανε σαν έμαθε το φονικό που ξέσπασε για κείνη άλλαξε το πουκάμισο το άσπρο όπου εφόρει με ρούχα μαύρα και βαριά πού'κρυβαν το κορμί της. Τα μαλλιά της έκοψε κι έκρυψε την μορφή της μέσα σ’ανήλιαγα κελιά όπου κανείς δεν μπόραγε την είσοδό τους νά’βρει. Μόνο ο αγέρας έμπαινε μέσα απ’τις χαραμάδες κι έφερνε μηνύματα και νέα από την Τροία.

Αυτόν είχε για συντροφιά τα πρώτα πέντε χρόνια. Μόνο μ’αυτόν εμίλαγε, μ’αυτόν και το σκοτάδι μέχρι που τό’φερε η στιγμή και η κακιά η ώρα και πέσαν στην αγάπη της τα δυο στοιχεία της φύσης. Άρχισαν να μαλώνουνε ποιος θα την πρωτοπάρει και ποιος θ’αγγίξει το κορμί που έκρυβαν τα ρούχα.

Λόγο στον λόγο πιάστηκαν σε τρομερή αμάχη. Ο αγέρας φύσαγε μ’όλη του τη μανία σηκώνοντας στο κατόπι του βουνά ψηλά την σκόνη και σκέπαζε με σύννεφα ακόμα και τον ήλιο. Το σκοτάδι πήρε αφορμή τον ήλιο που εκρύφτει και όρθωσε και πύκνωσε σ’ένα αδιαπέραστο τοίχο που μήτε ο λόγος τον θεών δεν μπόριε να περάσει.

Ο αγέρας τότε άρχισε λυπητερό τραγούδι που απ’αυτό πλια όμορφο δεν ακούστει μέχρι τότες. Μα όσο αυτός κι αν έκλαιγε τόσο και το σκοτάδι πύκνωνε το τοίχος του μην τύχει και περάσει από κάπου η φωνή κι αγγίξει την Ελένη και του την πάρει μακριά.

Αυτό βαστούσε για καιρό μέχρι που το τραγούδι έφτασε στα ώτα των θεών και τα λύγισε απ’το κλάμα. Διέταξαν τότε το έρεβος να την ελευθερώσει και να την αφήσει ν’ανεβεί στην ράχη του ανέμου. Την Ελένη πρόσταξαν να βάλει άλλα ρούχα και ξένοιαστη να περπατεί πάλι στο πάνω κόσμο γιατί είχε γίνει πια γνωστό πως δεν ήτανε εκείνη που πλάι στο Πάρη έγερνε όλα αυτά τα βράδια.

Μα η Ελένη απ’τον καημό είχε πια γεράσει. Το πρόσωπό της ήτονε σκαμμένο απ’τον πόνο και τα καυτά τα δάκρυα που έχυνε μέρα-νύχτα. Ο αγέρας σαν την αντίκρισε έσβησε σ’αεράκι που στέγνωσε τα δάκρυα, δρόσισε τις ρυτίδες, τα μαύρα ρούχα έσκισε, σήκωσε την Ελένη σαν άσπρο του κύκνου πούπουλο και την επήρε μαζί του.

Το κορμί της τύλιξε σε χίλιες-δυο πνοές του και μαζί της έσμιξε σαν εραστή στα ουράνια. Εφτά βράδια μοναχά τους έδωσε ο Δίας για να χορτάσουν έρωτα και να σβήσουν το πάθος. Μετά ο αγέρας ορκίστηκε πως θα την κατεβάσει στης Αιγύπτου τα χώματα να καρτερεί του αντρός της.

Μα επειδή φοβήθηκαν πως θα χαθεί το τραγούδι και δεν μάθει ποτέ κανείς το πανέμορφο σκοπό του πήρε ο Ερμής τις νότες του τις έδωσε στ’αηδόνια που από τότες τις τραγουδούν ολημερνής στις πλάτρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: