Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ




Το φως του ήλιου κένταγε στη θάλασσα δαντέλες με σχέδια πρωτόγνωρα στα μάτια των γερόντων. Σχέδια που περίτεχνα σχημάτιζαν ιστορίες που μόνο τα ψάρια του βυθού κατείχαν το νόημά τους.

Τα ψάρια κι ο Χαμ-Χατάρ, ο γέρο καμηλιέρης που ήτονε γόνος ναυτικών μα θρέμμα της ερήμου. Ο τελευταίος μιας γενιάς που ανδρώθηκε μονάχα με γάλα αγριοκάμηλου και αίμα από γελάδια.

Κείνη την ώρα ήτονε στο βράχο ξαπλωμένος και λόγιασε πως θα γενεί να βρει κανά σελίνι, να ξεγελάσει την δίψα του που τον ετυραννούσε απ’ τον καιρό που πέρασε την έρημο καβάλα, σε μια καμήλα πελελή που ’τρεμε την σκιά της.

Σαν είδε στο κύμα τα σχέδια, τα μάθια του στενέψαν και έστεκε και τα θώραγε κουνώντας αχνά τα χείλια, σα να στορούσε μέσα του το νόημα των σχεδίων.

Σε μια στιγμή σηκώθηκε. Ίσιωσε τα σκουτιά του και τράβηξε για την σπηλιά στην άκρη της παραλίας. Στο δρόμο έσκυψε κι έκοψε ένα μάτσο θυμάρι, ένα κλαδί χαμόκεδρο, λίγο σταμναγκάθι και δυο κλαδιά αρκουδόβατο γερτό απ’ τα κουκούτσια.

Έφτασε έξω απ’ τη σπηλιά κι χάραξε ένα κύκλο που στόλισε το σχήμα του με βότσαλα βρεγμένα από τ’ άσπρα κύματα που σπάζαν στ’ ακρογιάλι.. Στο νότο έβαλε κόκκινα. Στο χάραμα έβαλε άσπρα. Πράσινες πέτρες στον Βορρά και στην δύση μαύρα. Έπειτα πήρε λίγο νερό, το έπλασε με χώμα και χάραξε ένα σταυρό στα τέσσερα σημεία. Στο κέντρο έστησε σωρό από ξεραμένα φύκια και γύρω τους στερέωσε τα κλαδιά που ’χε μαζώξει.

Έπειτα αποσύρθηκε στης σπηλιάς τα βάθη κι έπιασε να τραγουδά τραγούδια ξεχασμένα, που λέγαν κάποτε παλιά στα βάθη της ερήμου, οι ίσκοι οι μπλε που έφταναν στη θάλασσα γι’ αλάτι.

Όση ώρα ετραγούδαγε απ’ έξω από το σπήλι μαζεύονταν και κάθονταν γύρω από τον κύκλο διάφορα πετούμενα που είτε από κάποιο ξόρκι είτε επειδή συνήθιζαν να κάθονται εκεί πέρα, στρώσαν τριγύρω απ’ την σπηλιά ένα φτερωτό ταπέτο, που άμα το αντίκριζες απ’ την πλευρά του ήλιου, θα έβλεπες πως σχημάτιζε παρόμοια δαντέλα με κείνη που πρωτύτερα είχα σχεδιάσει ο ίδιος.

Τα τραγούδια του βάσταξαν ώσπου να ‘ρθεί το δείλι.

Την ώρα που ο ήλιος έγερνε στη ράχη της θαλάσσης και χάραζαν οι ακτίνες του κόκκινο μονοπάτι, ο Χαμ-Χατάρ σταμάτησε. Έπαψε το τραγούδι και απ’ τη σπήλια ξεμύτισε. Πλησίασε τον κύκλο. Μπροστά στα φύκια στάθηκε. Έσκυψε. Με δυο βότσαλα- ένα λευκό , ένα μαύρο- έβαλε σπίθα στο σωρό που φούντωσε με την πρώτη κι έβγαζε φλόγες κόκκινες ωσάν το μονοπάτι.

Περίμενε να υψωθούν οι φλόγες μισό μπόι κι έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα σβώλο αλάτι που το ’χε χούι να κουβαλά όπως οι βεδουίνοι. Τον έριξε μες την φωτιά που άσπρισε αμέσως και εσυγοψιθύρισε στη θάλασσα:

_ “Kαλώς ήρθες.”

Τότες απ’ την άκρη του μονοπατιού στα ριζά του ήλιου εφανερώθει μια σκιά που σιγοπερπατούσε, σαν σε βόλτα ατάραχη στη ράχη των κυμάτων. Εβάδιζε ευθυτενής, τραβώντας στο κατόπι της το κόκκινο του ήλιου και τύλιγε τη γύμνια της με τ’ άσπρο των κυμάτων.

Σαν ζύγωσε στην αμμουδιά και φάνηκε η μορφή της όλη η πλάση εσιώπησε από το θαυμασμό της και ο ήλιος εβυθίστηκε στα βάθη των κυμάτων. Εστήθει πορφυρόντητη κάτω από το φως των άστρων και τα μαλλιά της έπλεκαν στον άνεμο τα σχέδια, που έπλεκαν πρωτύτερα του ήλιου οι αχτίδες.

Ο Χαμ-Χατάρ γονάτισε και είπε :

_ “Προσκυνώ σε”

Και κείνη μεγαλοπρεπής του ’γνεψε να σωπάσει και με φωνή που ήχησε ουράνια μελωδία τον ερώτηξε τα εξής:

_“Ήρθα απ’ το φως του δειλινού, απ’ τον ήχο των κυμάτων με του κέδρου την καπνιά το σώμα μου ντυμένο και του θυμαριού τη μυρωδιά πλεγμένο στα μαλλιά μου. Ήρθα από την άκρη του καιρού, του χρόνου την καμπύλη, του έρωτα την απαρχή, του Χάροντα το τέλος. Ήρθα απ’ το κέντρο τ’ ουρανού σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου και σε ρωτώ τι γίνεται εδώ στη γαλάζια σφαίρα.”

Ο Χαμ-Χατάρ αποκρίθηκε:

_”Όλα κυλούν με τον καιρό σαν άμμος της ερήμου. Όλα περνούν. Όλα χάνονται για να ξαναβρεθούνε. Όλα αλλάζουν διαρκώς και όμως μένουν ίδια. Βασίλεια υψώνονται και πόλεις δημιουργούνται. Άνθρωποι πεθαίνουνε για να ξαναγεννηθούνε. Εκεί που έπεφτε βροχή τώρα έρημος στέκει και στα άγονα βουνά τώρα υψούνται δάση. Όλα αλλάζουν διαρκώς όπως εσύ προστάζεις. “

_”Πες μου”
Τον ρώτησε με μια φωνή που ήχησε σαν κύμα
_ “Τι γίνεται η Ουρκ; Η Ναπ-Ναπάρ, η Βίβλος; Η Νινευή πώς στέκεται; Η Μπούτα πώς πηγαίνει;”

_”Η Ουρκ εχάθη από καιρό. Η Βίβλος έσβησε επίσης. Η Μπούτα εμαζεύτηκε σε δύο, τρεις καλύβες. Την Ναπ-Ναπάρ η άμμος πια τη σιγοκαταπίνει και η Νινευή γκρεμίστηκε σε μια βραδιά απ’ τον ήχο, χιλιάδων κεράτων κριαριών που σκάλισαν οι Σημίτες. Άλλες πόλεις υψώθηκαν σε άλλες τοποθεσίες. Οι δρόμοι αλλάξαν προορισμό. Οι άνθρωποι θρησκείες. Οι αρχαίοι ναοί γκρεμίστηκαν και υψωθήκαν άλλοι. Τίποτα δε θυμίζει πια τον τόπο που χεις φτιάξει. “

_ “Καλώς… Για πες απάντησε κανείς σ’ αυτό που είχα ρωτήσει;”

_ “Όχι, κυρά, δεν βρέθηκε το κέντρο αυτής της πλάσης. Κάποιοι έχουν βρει τον αφαλό. Κάποιοι άλλοι βρήκαν την άκρη. Κάποιοι την εγυρίσανε και λεν πως είναι σφαίρα, μα άλλοι την παρομοίωσαν με ένα ασημένιο τάσι που πλέει αργοσάλευτο στο κέντρο της θαλάσσης. Κάποιοι την εζυγίσανε και βρήκαν πως ζυγίζει όσο το γέλιο ενός παιδιού κι άλλοι πως χαράζει μέσα στα μάτια μιας κοπελιάς όταν σιγοξυπνάει. Μα ακόμα κανείς δεν έψαξε να βρει πού είναι το κέντρο.”

Τότε η κυρά του κύματος, η μητέρα όλων, ύψωσε τα χέρια της σε σημάδι ευλογίας και αφού τον γέρο ευλόγησε πήρε να ξεμακραίνει.

_ “Κυρά”. Ο γέρος φώναξε. “Μία σου χάρη μόνο.”

Η Μητέρα στάθηκε και γύρισε με χάρη.

_ “Είμαι γέρος και άκληρος, το τέρμα της γενιάς μου. Αν λείψω εγώ δε θα βρεθεί κανένας να δοξάζει τη χάρη μήτε να νογά του ήλιου τα σημάδια που αναγγέλλουν τον καιρό πού ’ρχεσαι για ορμήνια.”

Η κυρά του κύματος τον κοίταξε με οίκτο.

_ “Μη κλαις και μη βαρύνεσαι μόν’ φτύσε εκεί στο χώμα κι έλα σε τρία μερόνυχτα και πάρε ό,τι έβρεις. Τάισέ το με άνεμο και πότισ’ το με κύμα και κάθε γιόμα φεγγαριού αυτό θα μου δίνει γνώμη.”

Ο Χαμ-Χατάρ υπάκουσε και μέχρι να αποφτύσει η γαζέλα εχάθηκε και μόνο η σελήνη έμεινε να καθρεφτίζεται στης θάλασσας το κύμα. Σε τρεις μέρες γύρισε και βρήκε στ’ ακροθαλάσσι ένα μικρό νεογέννητο τσακάλι της ερήμου. Ο γέρος το εμάζωξε, το φρόντισε σαν βρέφος κι όταν αυτό μεγάλωσε άρχισε να φωνάζει σε κάθε γιόμα φεγγαριού τα νέα στη Μητέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: