Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΑΞΕΧΑΣΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ



_ “Υπάρχουνε πράγματα ανείπωτα που έρπουν στο σκοτάδι της κάθε ανθρώπινης καρδιάς. Πλάσματα αλλόκοτα γεννήματα του φόβου των τόσων ανθρώπινων γενεών στη θέα του θανάτου.”

Μου είπε ανάμεσα στο ρακί ο γερό Θωμάς απ’ το γνωστό καφενείο. Σταμάτησε να πάρει μια γουλιά και μία από ‘κείνες τις ατελείωτες όλο καημό και μεθυσμένο παράπονο τζούρες.

Με κοίταξε καλά, μάλλον θολά, αλλά ήταν ότι καλύτερο μπορούσε και συνέχισε να παραμιλά. Έτσι κι αλλιώς το αν τον άκουγες, δεν τον αφορούσε

_ “Του τέλους που πρόκειται να ‘ρθει . . . Που νοιώθουμε πως καραδοκεί στη κάθε μας ανάσα.”

Άλλη μια παύση. Άλλη μια γουλιά. Μια ματιά. Μια μακρόσυρτη μεθυσμένη ανάσα.

_ “Πλάσματα που αν τύχει να ειδωθούν κάτω απ’ το φως της μέρας παίρνουνε άκακες μορφές και σχήματα μάλλον γελοία. . . . Μα κάτω απ’ το φως του φεγγαριού και τις σκιές της νύχτας γίνονται θαρρείς τέρατα, κατέχου το που στο λέω. Γίνονται τα τέρατα θαρρείς που τόσο μας τρομάζουν.”

Καινούργια ανάσα. Καινούργια γουλιά. Μια ματιά να δει αν τον προσέχω- και αυτό ήταν αρκετό για να προσέξω μόνο αυτόν. Τράβηξε την παύση πιο πολύ για να γεμίσει με ρακί και το δικό μου ποτήρι.

_ “Αυτά τα πράγματα, τ’ ακούς μικρέ. Αυτά τα τέρατα για να τα νικήσεις, πρέπει να τα καλέσεις με το πραγματικό τους τ’ όνομα που τόσο καλά γνωρίζεις. Και ‘συ. Και ΄γω. Και όλοι μας . . . Γεννιόμαστε μ’ αυτή τη γνώση. Περνάς όμως μια ολάκερη ζωή πασχίζοντας να ξεχάσεις. Μα ξέρεις μέσα σου καλά τους ήχους που τ’ απαρτίζουν. . . .”

Πέρασε το υπόλοιπο βράδυ σιωπηλός πασχίζοντας να ξεχάσει - τη ζωή του ολόκληρη αν ήταν δυνατόν. Όταν σηκώθηκε να φύγει, ώρες μετά, πολύ μεθυσμένος πια. Πολύ κουρασμένος πια για να συνεχίσει να πίνει και να προσπαθεί να ξεχάσει και να λησμονηθεί. Γύρισε – έτσι ξαφνικά – με το χέρι στο πόμολο της τζαμένιας πόρτας και φώναξε, όσο μπορούσε να φωνάξει δηλαδή, χωρίς να με κοιτάξει.

_ “Μ’ ακούς μικρέ. . . . Το νου σου. . . Άλφα και δέλτα κι έψιλον. Λάμδα και φι και γιώτα.”

Δεν υπάρχουν σχόλια: