Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

ΧΑΜΑΚΑΛΑΝ



Όταν κατέβηκε ο Χαμαλακάν στη μέση γη τα πουλιά σιώπησαν στα κλαδιά τους. Όλη πλάση σώπασε θαυμάζοντας το νέο θεό που πάτησε την γη μετά από τόσους κύκλους.

Είχε μακριά και πλούσια μαλλιά που λάμπανε κυματίζοντας στη πρωινή αύρα σαν ακτίδες ήλιου πρωινού τον καιρό της ζέστης. Η όψη του ήταν μαγική. Τέλεια συμμετρία. Μύτη μακριά και ίσια σαν γραμμή στη κόψη του στιλέτου. Στόμα γεμάτο και μεστό στο χρώμα της βρεμένης γης στις όχθες του Ορινόκο, με δόντια λευκά και δυνατά σαν του ιαγουάρου. Κορμός σαν δέντρο μαύρου τικ. Άκρα σαν στιλπνά και δυνατά όλο μυείς και νεύρα.

Όλα τριγύρω σώπασαν και έκλιναν το κεφάλι από σεβασμό στο νέο θεό που ήρθε τη γη ν’ αλλάξει.

Μόνο ο μαύρος πάνθηρας άρχισε να μουγκρίζει κι όταν η κουκουβάγια η σοφή τον ρώτησε τον λόγο που έδειχνε τόση ασέβεια στο κύριο των κόσμων αυτός της αποκρίθηκε:
_ “Δεν είναι έλλειψη σεβασμού μα λύπη για την πλάση που πρόκειται να αφανιστεί και να το θυμηθείτε. Τίποτα δεν αλλάζει ριζικά αν πρώτα δεν πεθάνει.

Θα δείτε χιλιάδες πτώματα προτού τελειώσει η μέρα. Μάνες θα μείνουν χωρίς παιδιά. Νεογνά χωρείς μητέρες. Δέντρα που στέκουν πλούσια θα μείνουν χωρίς φύλα. Καρποί θα σαπίζουν στα κλαδιά και οι αγροί θα σαπίσουν. Μας περιμένουν μαύροι καιροί προτού ν’ αναγεννηθούμε.

Γι’ αυτό θρηνώ. Γιατί η αλλαγή πάντοτε φέρνει και πόνο.”

Οι άλλοι δεν τον πιστέψανε αλλά ο Χαμαλακάν τόσο εχάρει που τον υιοθέτησε και πήρε την μορφή του.

Ακόμα και τώρα τον καιρό που γεμίζει η μέρα ο γιός του θεού ακόμα θρηνεί της αλλαγής τον πόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: