Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Καθώς Η Νύχτα Φεύγει

Διστακτικά αργά
Καθώς η νύχτα φεύγει
- τ’ όνειρο ακόμα αργεί-
Η κούραση
αυτή η νωθρή και σκεβρωμένη φίλη
με τα αργά της βήματα τυλίγει το κορμί
και το βυθίζει
σ’ ένα ταξίδι που ελπίζει
πως δεν θα’ χει επιστροφή.

Καθώς μετράς το χρόνο που κυλάει
μέσα στους χτύπους ασυγχρόνιστων καρδιών
αφήνεις το μυαλό να τραγουδήσει
τον στίχο πού’ δες χαραγμένο
πριν από καιρό.

«Ύπνος
αδελφός θανάτου.
Θάνατος
Εραστής της ζωής»

Πάνω σε κλεμμένους στίχους

Όταν το παιδί, παιδί ήτανε
η άνοιξη έμοιαζε ατελείωτη.
Φωτεινή.
Πολύχρωμη.
Χαρούμενη
και κάθε μέρα μια μυρωδιά καινούργια
κουβαλούσε.

Όταν το παιδί, παιδί ήτανε
σαν παιδί σκεφτότανε
σαν παιδί περπάταγε
σαν παιδί μιλούσε

Όταν το παιδί, παιδί ήτανε
ο χειμώνα βαρύς φάνταζε.
Υγρός.
Ασήκωτος
γεμάτος μύθους.
Οι νύχτες σκοτεινές και σίγουρες.
Οι μέρες σύντομες
γεμάτες υποσχέσεις.

Όταν το παιδί, παιδί ήτανε
τα καλοκαίρια σύντομα φαίνονταν.
Ζεστά.
Ραχάτικα.
Ψεύτικα.
Κουτσουρεμένα
κι ο ουρανός ψεύτικος και τ’ άστρα
ζωγραφισμένα.

Όταν το παιδί, παιδί ήτανε
τα κορίτσια φαίνονταν ανόητα.
Δειλά.
Άτολμα.
Ραφινάτα.
Τα ρούχα τους άβολα ήτανε
και τα μαλλιά τους μεταξένια.

Όταν το παιδί μεγάλωσε
σαν παιδί σκεφτότανε
σαν παιδί πονούσε
μα σαν παιδί δεν μιλούσε.

Έτσι το μικρό αγόρι έχασε.
Πίστεψε το μυστήριο που έκρυβε μέσα του
κι αυτό απεδείχθη
επικίνδυνο

Εικόνα το σούρουπο



Το φως σταλάζει λιγοστό. Δεν περιμένω να φωτίσει την ψυχή μου.

Όσες στιγμές μπορώ. Όσες μπορώ, χαράζω σαν ιερογλυφικά πάνω στο κορμί μου. Την ψυχή μου την κρατάω καθαρή. Για ύστερα. Μετά θάνατον που λένε.( η αιωνιότητα θα είναι πολλάκις βαρετή δίχως τίποτα να σημαδέψεις. )

Οι ποιητές σιώπησαν και οι ρήτορες σαστίζουν σαν κοιτούν την ιστορία που δεν γράφεται πια με αίμα και σύμβολα – έστω φθαρμένα- αλλά με ψέμα και σιωπές μαγνητοφώνων.

Το μόνο που αποτυπώνεται στη μνήμη μου είναι ο κώλος της νεαράς που με προσπερνάει βαδίζοντας γρήγορα. Δύο αγκομαχώμενα ημισφαίρια σ’ ένα κορμί που έχει αρχίσει κιόλας να γερνάει.

Τρεις Εικόνες / Μια Βραδιά



Προχτές μέτρησα τις μέρες μου. Είχα μαχαίρι σε πληγή κι ήθελα να το στρίψω. Λειψές τις βρήκα. Μίζερες. Κι όλες ίδιες. Μόνο το χνάρι από το στυλό τις διαχωρίζει. κι ένας αστερίσκος στο τέλος της γραμμής να καθορίζει τον έρωτα που κάναμε ή όχι στο σκοτάδι

Τρεις Εικόνες / Μια Βραδιά



Στο μισοσκόταδο το δωμάτιο δείχνει πιο μικρό. Το ταβάνι κατεβαίνει χαμηλά και τι πιέζει. Η πόλη έξω, παραδόξως σιωπηλή και το φεγγάρι διστάζει πίσω από τις κεραίες.

Ο βόμβος. Ο βόμβος στο κεφάλι μου διαρκείς. Εκκωφαντικός. Μονότονος, με κουράζει. Δεν είσαι εδώ. Δεν είμαι εδώ.

Ίσως μπορέσω να κοιμηθώ λίγο απόψε.

Τρεις Εικόνες / Μια Βραδιά


Τα μάτια κλειστά. Τα χείλη μισάνοιχτα μαλλιά χυτά στο μέτωπο στο πλάι. Ανασαίνεις βαριά. Κινείσαι ελάχιστα. Μόνο το στήθος σου καθώς βαριανασαίνεις.

Τίποτα δεν ταράζει την ηρεμία του προσώπου σου. Τα χέρια σου κρατάνε σφιχτά το σκέπασμά σου. Τότε μόνο τα μάτια μου σταματούν, στους ξασπρισμένους κόμπους των δαχτύλων σου.