Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

***
Η θάλασσα ξεπλένει
τα δάκρυα της μέρας.

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****
Απόμακροι ήχοι
φώτα που σβήνουν
προσμονή.

****



****
Λερωμένα χείλη
είναι φτιασίδια
ή λόγια μεγάλα;

29/09/09



Αργά σβήνει ο ήχος
της μέρα που φεύγει
χωρίς ένα δάκρυ.
****
Άλλο ένα βράδυ
πήγε χαμένο
χωρίς ένα χάδι.
****
Είναι η σιωπή σου
σημάδι πως κάπου
σε έχω χάσει
****
Λίγο πριν ξυπνήσεις
αναστενάζεις
ανακουφισμένη.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Το όνειρο φεύγει
σαν λαθρεπιβάτης
στις δεκοχτούρας το κλάμα.

****

Λευκό γιασεμί
μες τον χειμώνα
ελπίδα ή πείσμα.

****

Μέσα στη νύχτα
γαλήνιος κόσμος
τ’ όνειρο φοράει.

****

Η βροχή ξεπλένει
την ηχώ των ονείρων

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η ανάσα σου

τραγούδι σειρήνων
στα όνειρά μου.

****

Ο καπνός του τσιγάρου
χαράζει χρησμούς
στο πείσμα του χρόνου.

****

Ο ύπνος σαν έρθει
θα φοράει τα ρούχα
του αδελφού του.

****

Το πρώτο τιτίβισμα
πριν διαψευστεί
σα καλημέρα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η νύχτα φεύγει

το φως της μέρας
σαν ψίθυρος γλιστρά στο δωμάτιο

****

Η ανάσα σου δίπλα
ανοιξιάτικη αύρα
που πλησιάζει.

****

Το ρολόι σου σα βάρδος
ιστορεί τις μέρες
που φεύγουν άδειες.

****

Το αίμα μελάνι
που υπογράφει
τα όνειρά μου.



Φάτα Μοργκάνα

Υπάρχουν κάποια πράγματα που κοστίζουν. Σαν τι; Σαν τα πάντα. Σαν όλα μαζί συν κάτι ακόμα. Έτσι και το βλέμμα της. Υπάκουο και υποσχόμενο. Γλυκό και μυστηριώδες. Σκληρό. Με τόση τρυφερότητα στο βάθος να σε λιγώνει.

Και το χαμόγελο στα χείλια ξαφνικό. Αναπάντεχο. Κάποιες φορές δειλό. Κάποιες σίγουρο ότι του ανήκεις. Και είχε δίκιο αυτές τις φορές. Είχε δίκιο για όλα.

Το βάδισμά της γήινο. Βαρύ το βήμα που πατάει τη γη. Ξέρει πως της ανήκει. Ακόμα κι όταν μεθυσμένη κάνει να παραπατεί, δείχνει πιότερο σα να χορεύει. Βγαλμένη από το παρελθόν η κίνησή της. Δανεισμένη στο παρόν χατιρικά. Απλά και μόνο για να μην μένει μόνη. Απλά και μόνο γιατί όπου και να σταθεί θα είναι το κέντρο. Απλά και μόνο γιατί η γη ετούτη της ανήκει. Ο χρόνος τούτος την πολιορκεί. Αυτή η φύση την υπακούει.

Όταν βρεγμένη βγαίνει μέσα απ´ το θαλάσσιο σκηνικό που έχει στήσει κι απλώνει το κορμί της μελαμψό για να δεχτεί τα χάδια και το προσκύνημα του ήλιου. Η φύση τότενες μένει βουβή. Κρατάει την ανάσα της μην την τρομάξει. Μην τύχει και σκιαχτεί και καταστρέψει την στιγμή. Γιατί όσο σίγουρη κι αν δείχνει. Όσο κι αν περιστρέφεται ο χρόνος στα μαλλιά της. Σπουργίτι είναι. Νεογνό. Πουλάκι τρομαγμένο που ότι ζητάει και ποθεί μια αγκαλιά μικρή μπορεί να της το δώσει.

Μακρηγορώ και χάνομαι μα είναι τόση η δύναμη της θωριάς της που κάθε λέξη μου φαντάζει ωχρή. Μικρή. Φτηνή μπροστά σ´ αυτή την εικόνα που καίει κάθε μου κύτταρο και το μεταλλάζει σε κομμάτι απ´ το σώμα της. Σε πιστό της σκλάβο.

Η ανάσα της. . . . . . . Η ανάσα της, ανάσα μου και ρυθμός μου. Οδηγός της μέρας μου. Γνώμονας της ζωής μου. Που όσο κι αν άργησα πολύ να το καταλάβω. Μέσα στ´ αυτιά μου φώλιαζε όλα αυτά τα χρόνια και με οδηγούσε στο παρελθόν κοιτάζοντας το μέλλον. Χάδι μου και χαστούκι μου. Μαζί. Δεμένα άρρηκτα. “Σε μιας φιλιάς αμαλαγή με δίχως ασχημάδι”. Σε ένα σύνολο συμπαγές σαν μια μονάδα. Σαν μια στιγμή στο σούρουπο που πέρασα μαζί της και τα μάτια της μού ´λεγαν ότι τα χείλια της μου κρύβαν.

Κολλάω την σκέψη μου πάνω της. Σαν σταγόνα αλμυρή κυλάω στο λαιμό της και φωλιάζω ανάμεσα στα στήθη της που σπαθίζουν την νύχτα σαν από έρωτα μου κοινωνεί την ψυχή της αναμεμιγμένη με ηδονή που μ´ αφήνει να της προσφέρω. Δεν το γνωρίζει λέει μα πιστή στη φύση που της ετάχθη ορίζει κάθε μου κίνηση μ´ ένα της μόνο νεύμα. Μ´ ένα της ανατρίχιασμα. Μια της μονάχα ανάσα.

Την γνώρισα με άλλο όνομα. Ώσπου κάποιο βράδυ η νύχτα με βοήθησε να δω την μορφή της. Όχι αυτή που κρύβει μα αυτή που φορά όταν αποφασίσει να κατακτήσει μια ψυχή που τάχθει υπηρέτης. Lady D' Arbanville. Lady φωτιά. Μικρό φτερό την ‘λέγαν οι ινδιάνοι.

Η ίδια δεν θα το παραδεχτεί. Θα πάρει ένα όνομα γνωστό για να σου μιλήσει. Μα οι τσιγγάνοι και οι πλεγμένοι στα μαλλιά της ταξιδευτές θα σου το πουν. Άμα κοιτάξεις στο νοτιά θα την δεις. Ψηλά να σε καλεί κοντά. Να σου δείχνει το δρόμο για το σπίτι. Μεγαλόπρεπη. Σεμνή. Μελαχρινή. Σγουρή μάγισσα με μορφή τσιγγάνας. Η απλησίαστη κι άσπιλη Φάτα Μορκάνα.


Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Μορφή


Το βράδυ στον καθρέφτη
η μορφή μου με
παραμονεύει

21/11/09



Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Πρωινό



Ότι μένει τελικά απ'τη μέρα
αυτό το πάρε
την ζωη στα χέρια σου
και ξέσκισέ την.

Τόσο απλό κι όμως τόσο κούφιο.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Η Θλίψη Έχει Πάντα Χρώμα Σκούρο Μπλε


Όταν Χαράζει

Η ώρα του λυκόφωτος φαντάζει τόσο κρύα
όχι γιατί ο ήλιος δεν έχει ακόμα σηκωθεί
κι η νύχτα έχει ρουφήξει
την τελευταία σταγόνα ζεστασιάς
από την πλάτη της γης
αλλά γιατί όσοι την συναντούν άυπνοι ακόμα
έχουν στραγγίξει από ζωή
- είτε απ’ το ξενύχτη είτε απ’ τη συλλογή –

Όσοι έχουνε μόλις ξυπνήσει
αφήνουν πίσω τους
ότι πιότερο ποθούν.
Έτσι ο καφές είναι πικρός
το τσιγάρο φαρμάκι
και το μόνο αντίδοτο
ένα φιλί γεμάτο αγάπη.

Μα το’ χουν λίγοι αυτό
κάθε πρωί.

Νυχτερινό μικρό


video

Έντεκα λέξεις μοναχά προτού αφήσω
τον ύπνο μηχανικά να με τυλίξει
Στιγμές σαν αυτή ελπίζω
ο χρόνος πιο γρήγορα να κυλίσει

Προπομπός


Ο κορακόμορφος
αδελφός του θανάτου
με τα χαμένα όνειρα
πλεγμένα στα μαύρα του φτερά
ένα βήμα τη φορά
με πλησιάζει

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Φάτα Μοργκάνα

Λίγο πριν φέξει ο ουρανός κι αποχτήσει
αυτό το μπλε βαθύ του κοβαλτίου
και τα γατιά αρχίσουν το τραγούδι
για το χαμένο έρωτα του μεσονυχτίου
τότε και μόνο τότε η ψυχή αγγίζει
αυτό που χρόνια αναζητεί.

Από τα βάθη της θύμησης ανασύρει
το σώμα, τη μορφή και την ψυχή
αυτής που οι ναυτικοί εδώ και χρόνια
λατρεύουν σαν θεά και σαν πληγή.

Την αδηφάγα των ψυχών.
Την αιώνια τσιγγάνα.
Την δόλια και άσπιλη
Φάτα Μοργκάνα

04:00 π. μ.

Την σκοτεινότερη ώρα
το πιο τρελό που μπορεί να σου συμβεί
είναι ν’ αγγίξεις την καρδιά σου και να τη βρεις
γεμάτη γαλήνη.

Εκεί που η σιωπή με τον χρόνο συμμαχεί
και σε γεμίζει.
Εκεί που το κορμί από τη κούραση αρνείται ν’ αφεθεί.
Εκεί που τα’ όνειρο αγγίζει τη συμπόνια
και η φαντασία αποβλακώνει τη ψυχή.
Εκεί
και
μόνο τότε
η καρδιά σου μπορεί ν’ αγγίξει
τη γαλήνη που ποθεί.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Άκαιρο Ίσως

Ο χρόνος δε μετρά χωρίς εσένα.
Κολλάει.
Κυλάει αργά
θαρρείς
παχύρευστος όπως το τζάμι.
Διάφανος
Κρύος και σκληρός
όπως ο τρόμος
που ‘χει στοιχειώσει την ψυχή
και με πετρώνει.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Παραλία Επιταλίου


Κι όμως εδώ δεν κατοικεί κανεις.
Κανένας ήχος δεν ταράζει την σιωπή
αυτή την ώρα.
Μόνον ο χτύπος της καρδιάς μας
καθώς πονά
με κάθε κύμα που χτυπά
απαλά την άμμο.


Κι αυτά τα μάτια
τα υγρά
τα τόσο οικία
μικρά σημάδια σε μια ανάμνηση
που ποτέ δεν σβήνει.

Μια Κάποια Εικόνα II

Θάλασσα είσαι κι όνειρο.
Μαβιά αυγή μ’ ένα χαμόγελο να τη διαπερνά.
Ο αχνοκόκκινος ορίζοντας στο βάθος καθορίζει
των χειλιών σου τα βουνά.

Έρωτας είσαι που τα βράδια αγγίζω.
όσο κι αν αυτό το άγγιγμα πονά.
Δρόμος απάτητος σε τόπο άστατο
με την καρδιά μονάχα συντροφιά.

Σελίδα είσαι ολόλευκη μιας ιστορίας
που μιλά για όλα αυτά.

Μια Κάποια Εικόνα I


Τραχιά ματιά όταν θυμώνει
Σκληραίνει σαν σίδερο η φωνή
Και το κορμί κάπως κυρτώνει
Στιλέτο που ετοιμάζεται να απελευθερωθεί.

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Μόνο Πέτρα

Δεν έχω άλλον από σένα
μόνο μια πέτρα
κάπου δεμένη στη καρδιά
που με βαρένει.

Κι εσύ αμόνι.
Κι εσύ σφυρί
που πολεμά να την σμιλέψει.

Να σχηματίσει απ'αυτή μια άλλη φιγούρα.
Αυτή που αξίζει
και μπορεί
να αγαπηθεί.

Θέλω

θέλω στον ίσκιο του χαμόγελού σου
ώρες ασάλευτος να μένω.
Τις άκρες των ματιών σου να κυττώ
και στις στιγμές τις δύσκολες
τις τόσες
σαν ίσκιος
σαν φύλακας άγγελος
να περπατώ.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2009

Αναμνήσεις 1


Οι αναμνήσεις χάνονται
σαν τις εικόνες
που περνούν
από το φως που σβήνει
αφήνοντας το μετείκασμα
να ενοχλεί το νου.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Η Θλίψη Σαν Μπλε Δωμάτιο

Η Θλίψη είναι η στιγμή

σ’ ένα μπλε δωμάτιο.

Ξαφνική

σχεδόν αστραπιαία.

Σαν σαλαμάνδρα με αστείο βάδισμα

ανεβαίνει σιγά- σιγά στο στήθος.

Αγγίζει δισταχτικά το δέρμα σου και το τσιτώνει.

Τρίζει στο διάβα της σαν χαρτί

έτοιμο να σκιστεί.

Να χωριστεί στα δύο.

Πολύχρωμη.

Θρονιάζεται στη βάση του λαιμού σου.

Στέκει ακίνητη.

Μόνο η γλώσσα δείχνει λίγη κίνηση.

Σχεδόν αστραπιαία.

Νευρικά.

Ανόρεχτα

σε γεύεται.

Σ’ αγγίζει.

Σιωπή

Οι στιγμές

αγνές και μόνες

μας καλούνε.

Σιωπή

Προσευχή

Μεγάλε πατέρα

του κανενός.

Αρχέγονε μύστη

του ενός.

Θεία οργή

καινή φωνή

που μας προστάζεις.

Έχεις πάψει πια να προκαλείς.

Δεν ικετεύεις πλέον

φωνάζεις

ουρλιάζεις

Προσοχή.

Τα μάτια σφαλιστά

να βλέπουν το ένα.

Τα χέρια ανοιχτά

να χωρά η πλάση.

Το σώμα ήρεμο.

Τόξου χορδή που έχει αφήσει

έχει εκτονώσει την ορμή

που μέσα του κρύβει.

Το βέλος υψώθηκε.

Το τόξο τεντώθηκε.

Η χορδή έχει ηρεμήσει.

Ο αγέρας γύρω

έχει τώρα ηλεκτριστεί.

Το μήνυμα ερίφθεί.

Αναμονή. . .

Σταγόνες

Όλα όσα είδα

όλα όσα θα δω

σταγόνες φωτός

σε σκοτεινή μέρα

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Λίγο Πριν Έρθει Η Αυγή

Λίγο πριν σβήσει ο χρόνος.
Λίγο πριν έρθει η αυγή
θα με προδώσεις.
Θα σε προδώσω.
Θα σ’ αρνηθώ.
Θα σε ξανά ερωτευτώ.

Λίγο πριν σβήσεις.
Λίγο πριν αγγίξεις την στιγμή
θα σ’ αρνηθώ.
Θα μ’ αρνηθείς.
Θα προδοθώ.
Θα προδοθείς.
Θα σε ξαναβρώ.
Θα μ’ ερωτευτείς.

Η Σιωπή Θα Ξανά'ρθει

Ο ήχος της γάτας στο σκοτάδι.
Η ανάσα σου αργή
σχεδόν οδυνηρή.
Η πόλη έξω ξεψυχάει.
Ο χρόνος άλλαξε.
Η σιωπή θα ξανάρθει.

Κάθε Τέλος Και Μια Αρχή

Κάθε τέλος και μια καινούργια αρχή.
Έτσι έχουν πει.
Έτσι μού ’χουν πει.
Έτσι μού ‘χουν δείξει. . . .

Κι όμως εγώ
στο τέλος κάθε στιγμής
θρηνώ για έναν χαμό
για ένα φίλο κοντινό που δεν θα ξαναέρθει.

Κι ο θρήνος αυτός
ο καθημερινός
ο τόσο γνωστός και σίγουρος όσο και η ανάσα.
Αντί να γίνει συνήθεια και τρόπος ζωής
γίνεται δώρο.
Γίνεται σπονδή.
Γίνεται ευχή στα άστρα.

Ο Χρόνος

Ο χρόνος αργά σταλάζει.
Πολύ πυκνός για να κυλά
πολύ γέρος για να τρέχει.
Σταλάζει αργά λοιπόν
και κάθεται στη λήθη.

Νύχτα

Νύχτα που έρχεται σιγά
κι αθόρυβα σα χάδι.
Νύχτα που απ’ όσα μού ‘δωσε
απόμεινε μόνο η ζάλη
κι ο ψίθυρος πνιχτός
μέσα στα χείλη
φυλακισμένος.

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Ο Θόρυβος Ο δικός Μου

Η τελευταία ανάσα σκάλωσε ανάμεσα στα χείλη.
Ανάμεσα στα δόντια κρύφτηκε το φονικό.
Κι ο ήχος
Ο εκκωφαντικός μιας ζωή που έφτασε
στο τέλος απ’ την αρχή σ’ ένα βήμα
σπανίζει ακόμα και δεν λέει να ειπωθεί.

Και τι να πει;
Τι να θυμηθεί και τι να απαγγείλει;

Είναι αργά.
Τα πάντα έχουν ειπωθεί εδώ κι αιώνες.
Ο θόρυβος είναι άλλωστε πολύς και η νύχτα λίγη.

Κλείνω τα μάτια, σβήνεις το φως, κλείνει τα χείλη
σε μια στερνή
χαιρετισμού θαρρείς πνοή
που όλο σκαλώνει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Ο χρόνος σταματά εδώ.
Ο τόπος βρίσκεται παντού
Τριγύρω.

Συνάντηση

Θα πρέπει ν’ αναλογιστεί
να αφουγκραστεί κανένας την ψυχή του.
Να σκύψει μέσα του όσο πιο βαθιά μπορεί.
Να δει.
Ν’ ακούσει αυτά που έχει να του πει.

Κι ύστερα να την αφήσει.
Ν’ αφήσει ελεύθερη την ψυχή του
να φύγει μακριά.
Σε άλλους ορίζοντες.
Πέρα απ’ την θλίψη.

Εκεί.
Σ’ αυτή την άδεια από χρόνο στιγμή.
Στη μέση του εδώ και του αιώνιου τώρα
ίσως η ψυχή του βρει
την δύναμη να τον κοιτάξει
στα μάτια.

Μες Στο Σκοτάδι

Ότι κι αν πω δεν θα καλύψει το κενό
που μας χωρίζει.
Εσύ εδώ.
Ταγμένη στη γη με τα μάτια στ’ αστέρια.
Εγώ αλλού.
Πουθενά.
Με μάτια ταγμένα στο σκοτάδι
που δεν τρυπάει.
Δεν χωρίζει στα δυο.
Δεν διαιρείται.
Αλώβητο μου αντικρίζει τη ψυχή.
Πίνει τα μάτια μου και τα χωρίζει.

Εσύ εδώ
Εγώ παντού
Μες’ στο σκοτάδι

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Χίλιες Φορές Θα Σ'Αρνηθώ

Χίλιες φορές θα σ’ αρνηθώ
χίλιες θα σε αγγίξω
μέχρι να σε γνωρίσω
θα σε σπαταλήσω
αμέτρητες ζωές.

Χιλιάδες μάτια
θ’ ανοιγοκλείσουν ξαφνιασμένα
Καθώς θα αντικρίσουν την όχθη σου
την κάποια στιγμή.
Ξαφνικά.
Αναπάντεχα.
Δήθεν τυχαία
αν κι όλα έχουν κιόλας γραφτεί.

Μην φοβηθείς.
Δεν είναι καθορισμένα
είναι στο χέρι σου να τα’ αρνηθείς.
Όλη η ζωή ένα δίχτυ από γεγονότα προεπιλεγμένα
Κι η πορεία μας μια κόκκινη κλωστή.

Η Αγάπη Μου

Η αγάπη μου
μαχαίρι δίκοπο σε στήθος θεομάχου.
Κόρη ακοίμητη σε πύργο μαρμαρωμένο.
Άλογο ατίθασο σε λιβάδι σπαρμένο.
Περήφανη.
Αδάμαστη.
Αδηφάγα.
Η αγάπη μου στέκει αγέραστη
ανάμεσα σε φλεγόμενα βάτα
και σα κουραστεί
κουλουριάζεται στο στήθος μου
και γουργουρίζει σα γάτα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η σιωπή είναι στιγμή
που ο χρόνος ξέχασε

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Ταξιδεύω

Ταξιδεύω.
Κινούμαι γρήγορα αλλάζοντας εικόνες.
Μα έχω τα μάτια μου κλειστά.
Πεισματικά.
Αρνούμαι να τ’ ανοίξω.
Ότι είδα, είδα.
Ως εδώ.
Δεν θέλω άλλες εικόνες.

Τώρα
κρατώ τα μάτια μου κλειστά
και βλέπω ότι θέλω.

Εσένα.
Τα στήθια σου.
Τη μορφή σου.
Μια Αφροδίτη.
Ένα παιδί.
Μια κόλαση
μια κατσαρίδα.

Ότι γουστάρω .
Ότι ποθώ.
Μια πεδιάδα.
Μια θάλασσα πλατειά.
Μια πόλη φωτισμένη.

Ότι γουστάρω
ότι λαχταρώ.
Ακόμα και το κενό.

Αν έτσι θέλω.

Trinity


Πάντα με συντροφεύουνε
τρεις άγγελοι στη καρδιά μου
Έρωτας
Ύπνος
Θάνατος
είναι τα ονόματά τους
και από τα μικράτα μου
στέκουνε κοντά μου.

ΙΝΑΝΑ


Η Ινάνα η αιώνια ερωμένη δεν τάιζε γάλα τα παιδιά της. Δεν τα θήλαζε. Τους χυμούς της τα πότιζε. Κι όταν αυτά μεγάλωναν κι έβγαζαν δόντια έστελνε τις μέλισσες –πιστές της υπηρέτριες- να τρυγήσουν .

Μέχρι τις άκριες αυτής της γης επήγαιναν. Όλο τον κόσμο γυρνούσαν. Όπου έβρισκαν γυναίκα ανάμεσα στα σκέλια της έμπαιναν. Τους χυμούς της εμάζωναν. Μέλι μ’ αυτούς έφτιαχναν και γυρνούσαν.

Παρθένες. Γραίες. Παντρεμένες, ανύπαντρες όλες τις βόλευαν. Όλες τις τρυγούσαν και με το μέλι που έφτιαχναν τάιζαν της Ινάνας τα μπάσταρδα.

Να μεγαλώσουν. Να ενηλικιωθούν. Άνδρες να γίνουν, γλυκομίλητοι. Γυναικάδες. Ξελογιαστές. Αδιάντροποι και υπέροχοι εραστές . Όλοι τους. Μηδενός εξαιρουμένου.

Γυρνούσαν τον κόσμο και έσπερναν μπάσταρδα που έστελναν στην Ινάνα να τα μεγαλώσει . Έτσι ο κύκλος εσυνέχιζε. Διαιωνίζονταν στο πέρασμα του χρόνου.

Μα τώρα όλα αυτά πέρασαν. Η Ινάνα γέρασε. Στέρεψε το κορμί της. Οι χυμοί της έπαψαν. Τα παιδιά της από την πείνα πέθαναν. Οι υπηρέτριες της φτιάχνουν μόνο μέλι. Ο κόσμος απ’ ούλους αυτούς ησύχασε. Μπορεί, μαθές, ήσυχος να κοιμάται.

Μόνο των γυναικών το βλέμμα εσκοτείνιασε. Μια θλίψη στα μάτια τους φωλιάζει. Κι όταν δουν καμία μέλισσα, οι γυναίκες, οι πραγματικές γυναίκες, με νοσταλγία αναστενάζουν

19 Μαΐου

Και οι στιγμές
Όλες οι στιγμές
Τα πρόσωπα που είδες
Αυτά που ονειρεύτηκες και γεύτηκες
ή ήπιες
Αυτά τα οικεία πρόσωπα στοιχειώνουν τα όνειρά σου
Γεμίζοντας τον ύπνο σου μ’ απόηχους του τέλους

Στιγμή

Στιγμή που αγγίζει το ιερό
κάθε στιγμή μαζί σου
κλείνω τα μάτια και βυθίζομαι
στη θύμησή σου.

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Ζιγκ Ζαγκ

Ο Θόρυβος του σύμπαντος
που στέκεται στο βάθος.
Οι μέρες άδεια ποτήρια
ανέγγιχτα
σε ράφια που σκονίζουν.
Θά ‘ρθω .

Θα αφήσω χρόνο να ξεχαστεί
και θα ξανάρθω.
Όχι σαν άνοιξη
μήτε σαν άλλη εποχή
σαν καταιγίδα ξαφνική
θα ξανά έρθω.

Γεμάτος οργή .
Όχι
Όχι οργή
Γεμάτος ορμή
θα επιστρέψω
να αγγίξω το χώμα το πατρικό
Την ουράνια μητρική μου μήτρα.

Γυμνό το σώμα από καημό.
Γυμνή η ψυχή από πίκρα.
Θα τη ντύσω με τον καιρό
στο χρώμα το λευκό
του πένθους
για την χαμένη αθωότητα
που έφυγε νωρίς.
Δεκαοχτώ χρονών κι είχε είδη γεράσει.

Θα μ’ αγγίξει
και
αυτή δεν θα χαθεί στης θλίψης μου την γκρίνια.

Στο ’πα ξανά
εγώ δεν έχω τίποτα με την ζωή
αυτή τά ‘χει με μένα.
Για μια κουβέντα που της είπα
πιο παλιά
στα χρόνια μου τα παιδικά
τα ξεχασμένα.


Κι από τότε με κρατάει μακριά
μα όσο περνάει ο καιρός σε πλησιάζω
και αύριο θα ‘μαι πιο κοντά
στην μέρα που θα ξανάρθω.

Ανάμνηση παιδική

Δέκα βήματα.
Δέκα μόνο βήματα μακριά κι όμως φάνταζε άλλος κόσμος.
Απέναντι.
Η άλλη πλευρά. Από μικρός την κοίταζα με δέος. Δεν είχε τίποτα το διαφορετικό μα και μόνο το γεγονός ότι ήτανε ένα δρόμο μακριά της έδινε μια επικίνδυνη γοητεία. Το ότι ήτανε απέναντι την έκανε ξένη.
Άγνωστη γι’ αυτό μαγική. Σχεδόν τρομαχτική. Γι’ αυτό μου πήρε δέκα χρόνια – και κάτι ψηλά- να την διασχίσω.
Δέκα χρόνια να διασχίσω την διάβαση –προσεχτικά- να πατήσω απέναντι –δισταχτικά- και να την φιλήσω.

Δεν Είμαι Μόνος

Πέφτω χαμηλά
Κοιτώ ψηλά
και νοιώθω μόνος.
Ο πόνος είναι φίλος.
Είναι εδώ.
Πάντα εδώ.
Κρατάει τον τόνο.
Δεν είμαι μόνος
δεν είμαι μόνος
όσο κρατάει ο πόνος
δεν είμαι μόνος.

Αποχαιρετισμός

_«Ότι αξίζει πονάει και είναι δύσκολο. . .»
Ψιθύρισες προχτές πριν μ’ αποχαιρετήσεις .
_« Έχω ένα δρόμο να διαβώ. . . Μια ανηφόρα κατόπιν ν’ ανεβώ. . . Φεύγω! Κοίτα μην αργήσεις.»
Έσβησες το τσιγάρο. Έριξες τριγύρω μια ματιά κι έφυγες κουτσαίνοντας με πόνο.
Κοίταζα την πλάτη σου να απομακρύνεται κυματιστά κι ένοιωθα μόνος.
Ότι αξίζει πραγματικά είναι εδώ. Είναι ζωντανό και δεν έχει πόνο.
Έσβησα το τσιγάρο. Σου έριξα μια τελευταία ματιά και χαμογέλασα μόνος.

Βραδινό

Στιγμές
Θολές εικόνες και φωνές
μέσα στο χρόνο.

Σιωπές.
Σκιές και χάδια σιωπηλά
γεμάτα πόνο.

Γερνώ
μετρώ της μνήμες ψηλαφιστά
και δεν το μετανιώνω.

Αύριο

Θα χαθεί
στης θλίψης μου την γκρίνια.
Δεν έχω τίποτα με την ζωή
αυτή τά ‘χει μαζί μου.

Αύριο θα ‘μαι πιο κοντά
στη μέρα που θα ξαναρθεί.

Σαν Πέπτωκος Άγγελος

Θα σηκωθώ
σαν πέπτωκος άγγελος και θα ουρλιάξω
όσο μου επιτρέπει η μουδιασμένη μου φωνή.
Θέλω τον κόσμο και το μέλλον.
Θέλω να ζήσω τη ζωή
όπως τη έχω φανταστεί.

Και να
από τα βάθη του ορίζοντα τριγύρω
προβάλει η αγέλη των καταραμένων ποιητών.
Σκυλιά που τά ‘χουν διώξει απ’ το κοπάδι.
Επαναστάτες πού ‘χουν κρεμάσει τον δικό τους αρχηγό.
Αλυχτούν.
Ουρλιάζουν.
Παρακαλάνε.
Προσεύχονται στον άγνωστο θεό.

Και η φωνή.
Ο θόρυβος που βγαίνει
από το μουδιασμένο μου λαρύγγι
ενώνεται με τις φωνές τους
κι υψώνεται σε μήκη καινοφανή.

Επανάληψη

Κάθε μέρα.
Όπως και πριν.
Έτσι και τώρα.
Όλα
τα πάντατα πάντα ξεκινούν απ’ την αρχή

Μια Ιστορία

Η ιστορία κυλάει αργά.
Γεμίζει τον χρόνο.
απλώνει στο χώρο
όσο μπορεί.

Όλα τριγύρω πένθιμα.

Λίγες Στιγμές Ησυχίας

Λίγες στιγμές ησυχίας. Σιωπή. Η μοναξιά ο μόνος σύντροφος στο θόρυβο της πόλης. Η γη τριγύρω λιγοστή. Ποτάμι ο δρόμος. Τρόμος η στιγμή. Και τα τζιτζίκια σώπασαν στο άκουσμα της ώρας.

_ “ Θά ‘ρθει” μού ‘πες “Ο καιρός που όλα θα δείχνουν αστεία. Θα λέμε τις ιστορίες σε παιδιά τριγύρω απ’ το τραπέζι και θα γελάμε, όπως κι αυτά, με τα παθήματά μας”

Δεν σε πιστεύω αλλά μου δίνει παρηγοριά η σκέψη του και μόνο.

Δεν έχει νοιώσει μοναξιά όποιος δεν έχει αγγίξει το πρόσωπό του ένα πρωί και δεν τό ‘χει νιώσει ξένο. Δεν έχει νοιώσει μοναξιά όποιος δεν έχει ακούσει την ανάσα του να σβήνει από ηδονή απ’ το δικό του χέρι.

Δεν έχει νοιώσει.

Διαβάζοντας Την Ιλιάδα

Ποιο όνομα δανείστηκε
άραγε ο Αχιλλέας
όταν πήγε και κρύφτηκε
μέσα στις παρθένες;
Κάτω από ποιά φορέματα
έκρυψε τα όργανά του
και με τι χρώμα έβαψε
τα ζυγωματικά του.
Κι ο Οδυσσέας δεν λυπήθηκε
να τον ξεριζώσει από ένα τόπο
τόσο ιερό.

Και μόνο γι’ αυτό του έπρεπε
να περιπλανηθεί άλλο τόσο.

Βραδινή Κλάψα

Έχει παγώσει το μυαλό μου
δεν έχω χρόνο να σκεφτώ.
Περνούν οι μέρες κι ότι απομένει
εικόνες
γεύσεις
κι ένας βόμβος ενοχλητικός.
Τίποτα άλλο.
Ζωή χαμένη.
Αγάπη που ψάχνει τρόπο να ειπωθεί.
Λίγες στιγμές.
Λίγες
πολύ λίγες.
Εσύ.
Εγώ.
Αυτό που ονομάσαμε “εμείς οι δύο”.
Τίποτα άλλο.
Μόνο αυτό.

Η σκέψη φεύγει
λίγο λίγο
σαν το φως.

Όλα κενά.
Σε λίγο σκοτάδι.

Κενό.

Εγώ.
Σ’ αγαπώ.

Πάνω σε ξένο στίχο II

“Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ»

Γκρινιάζει ένα ραδιόφωνο στο βάθος.
Ξεσπώ σε γέλια με το λάθος
μιας και συνήθισα κι εγώ μονάχος.

Μετρώ
Υπολογίζω μα δεν θυμάμαι
πότε το έκανα αυτό.

Στιγμή

Στιγμή που αγγίζει το ιερό
κάθε στιγμή μαζί σου
κλείνω τα μάτια και βυθίζομαι
στη θύμησή σου.

Θα Ανατείλω

Στα χείλη σου σα ναυαγός
θ’ αφήσω το κορμί μου
χρόνια ασάλευτο
να βυθιστώ
να σβήσω.

Και σα χαθώ
σα ξεχαστώ
ν’ ανατείλω πάλι
σαν άγγελος
σα μια ευχή
σαν ένα «καλή τύχη».

Δύο Ζωγραφιές Για Τον Έρωτα

I

Ο έρωτάς μου είναι πλοίο
σε θάλασσα μακρινή.
Καμιά κίνηση
από μακριά
κανένα συναίσθημα
σα ζωγραφιά.
Σαν ένα πλοίο ζωγραφιστό
σε θάλασσα βαμμένη.

Μ’ από κοντά η θάλασσα αγκομαχά
κραυγάζει το κύμα
η αλμύρα πονά
κι άπλα της τρομάζει.

II

Ο έρωτάς μου ρόδο ανοιχτό
μια μέρα του Ιουλίου
απόμακρα μαγευτικός
σαν ήλιος μεσονυχτίου.

Θα λαχταρώ κοντά σου να βρεθώ
ακόμα κι αν ο χρόνος τελειώσει.
Ακόμα κι αν ο χρόνος τελειώσει
ερωτά μου
και τα βουνά λειώσουν στον ωκεανό.

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

Πάνω Σε Παραδοσιακό Σκοπό

Θα φύγω όταν έρθει η αυγή
λυγερόκορμο ελάφι.
Θα φύγω όταν έρθει η αυγή.
Θα φύγω.

Αν ακούσεις μια φωνή
μέσα στο χειμώνα
μη φοβηθείς.
Ρώτα το άστρο της αυγής
και θα σου δώσει νέα.

Ρώτησα τ’ άστρο της αυγής
κι έβαψε τα μαλλιά μου.
Τα έβαψε κατακόκκινα
στου αίματος το χρώμα.

Εγώ ’μουν τ’ άστρο της αυγής
καλλίγραμμη φωτιά μου.
φωλιάζω μέσα στα μαλλιά
γεμίζω τα όνειρά σου
και ξορκίζω τους φόβους σου
απ’ τα βάθη των ματιών σου.

Τα Μάτια Σου

Τα μάτια σου πύλες χρυσές
στο δώμα της ψυχής σου.
Αεικίνητες
φεγγοβολούν οι κόρες όπως κοιτάζουν
την μέρα,
τον χρόνο αφ’ υψηλού
καθώς αυτές ορίζουν.

Στέκω βουβός και λαχταρώ
ένα σου μόνο βλέμμα
μία ανάσα, ένα φιλί
για ν’ αναστήσω πάλι
τραγούδια και στίχους από καιρούς
σχεδόν λησμονημένους.

Τα Λόγια Θα Μείνουνε Λόγια. . .

Τα λόγια μένουν λόγια και βαλτώνουν.
Τα μάτια όμως βλέπουν ό,τι ποθούν
κι ό,τι ποθούμε είναι η αλήθεια
καθώς ο έρωτας είναι η ζωή.

". . . άλλα λόγια μην λες"

Για Το Κυμάτισμα Ενός Μυή

Μία κίνηση.
Το ανεπαίσθητο κυμάτισμα ενός μυή
κι ο χρόνος χάνεται.
Η στιγμή παγώνει.
Η ματιά αχόρταγη ακολουθεί
το κύμα να φουσκώνει.
Να γίνεται κίνηση
γέλιο
ηδονή
το πιο μακρύ ταξίδι.

Μία σου κίνηση όλη η ζωή μου.

Νεφέλη

Τα σύννεφα δεν παίρνουν την μορφή σου.
Δεν τολμούν κι ας έχουν φτιαχτεί
από την ίδια ουσία
αυτό που άλλοι λένε ποίηση
κι άλλοι λένε μαγεία.

Αυτοί που σε αντίκρισαν
απλά χαμογελάνε
γιατί το νοιώθουν στη ψυχή
πως είσαι η ζωή η ίδια.

Καλλιόπη

Κάθε στιγμή
ο κάθε πόρος του κορμιού μου
σ’ αποζητάει.

Και το φεγγάρι
ο παγωμένος έφηβος διψάει
για αίμα.

Ζητάει
τη φλόγα εραστών πού’ χουν ανάψει
κι ορκιστήκαν να’ ναι πιστοί
για να ζεσταθεί.
Ουρλιάζει.
Φωνάζει.
Μάχεται.

Δεν είναι εδώ.
Δεν είμαι εγώ.
Δεν είμαι εγώ ο αποτιμητής.
Δεν θα τραβήξω εγώ
στο τέλος την γραμμή.
Δεν θα κάνω εγώ την σούμα.

Εγώ ‘μαι μάγος.
Γητευτής.
Χλωμός τσιγγάνος.
Εγώ παλεύω.
Τραγουδώ.
Παραμυθιάζω.
Εγώ πονάω.
Εγώ παγώνω.
Ζητάω.
Διψώ.

Κι η ομορφιά λείπει.
Και το ταξίδι είναι λειψό
αν δεν κρατάς στα χέρια σου
το κορμί της.
Ο κάθε ήχος είναι φάλτσος
αν δεν τραγουδάς τ’ όνομά της


Καλλιόπη.

Επέστρεφε

Επέστρεφε.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με
ευτυχισμένη ανάμνηση του κορμιού της.
Γεύση μεθυστική πρωτόγνωρη
ταξίδεψε με μαζί της
την ώρα που οι ίσκοι
πολλαπλασιάζονται
ενώνονται
και καταπίνουν τον χρόνο.
Την ώρα που το χέρι
αποζητάει το άγγιγμα
την ώρα που τα χείλη
στοιχειώνουν το βλέμμα
επέστρεφε συχνά και παίρνε με
βύθιζε με στο κορμί της

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Φάτα Μοργκάνα

Τ’ όνειρο
το πιο ακριβό μου όνειρο
σε ‘σένα ανήκει
κι η στερνή ανάσα μου
το κρυφό σου όνομα θα ψιθυρίζει
της άνοιξης μάγισσα
μικρή τσιγγάνα
αγριολούλουδο
Φάτα Μοργκάνα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Τα μάτια της γάτας
μοιάζουν με ήλιο
που ανατέλλει

***

Χείλια που καίνε
λόγια πού ‘μειναν
αρχινισμένα.

Ζωγραφιά

Γαλάζιο το χρώμα της μοναξιάς
μπλε λουλακί της λύπης
και της αγάπης της τυφλής
κίτρινο που πονάει.

Με Τον Συρόκο Πρίμα

Φύσα άνεμε.
Φύσα γερά.
Σκόρπισε τη χαρά μου.
Ούρλιαξε μέσα στ’ αστεία
κλείσε τα παραθύρια.
Ν’ αδειάσει η πόλη
σα θα περνώ μη δει
κανείς πως κλαίω.

Συμβουλές Σ'Ένα Μαθητευόμενο Μάγο ε'

Αν σε προδώσει η ζωή
μην πάψεις να ελπίζεις
γιατί ότι δείχνει ψεύτικο
κρύβει περίσσια αλήθεια.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Η Αγάπη Μου Είναι Σκύλος Που Αλυχτά

Η αγάπη μου είναι σκύλος που αλυχτά
στη νύχτα της ψυχής μου.
Γυμνώνει τα δόντια
κυρτώνει το κορμί
και αλυχτάει.

Βραχνή από το ουρλιαχτό
και τον καπνό
θαμπή από τον πόνο και την συνήθεια.

Η αγάπη μου
Η μοναδική
στέκει ακόμα δυνατή και αλυχτάει.

Η μοναξιά εκεί
ο φόβος παραδίπλα
αλλά η αγάπη μου στέκει δυνατή
πανέτοιμη
με γυμνωμένα δόντια
και πολεμάει.

Κι όταν θα χάσει
κι όταν τελειώσει η κραυγή
και σταματήσει ξέπνοα
να πάρει μια ανάσα
δεν θα’ χει φύγει σαν κερί
δεν θα’ χει απλά λιώσει
θα με ‘χει κάψει ολόκληροθα’ χει σκορπίσει την νύχτα

Ερωτικό;

Και τώρα εγώ
θα αφήσω να καώ
σαν νυχτοπεράτης σκοτεινός
στη φλόγα των μαλλιών σου.

Και σ’ ένα κορμί
μαρμάρινο λευκό
καθάριο λες άυλο φως
θ’ αφεθώ να σβήσω να χαθώ
ελπίζοντας να ενσωματωθώ
άνεμος στη μιλιά της

Μετρώ

Μετρώ.
Αργά αρχίζω να μετρώ και να προσθέτω
έναν έναν τους αριθμούς των πράξεών μου.
Όλοι βαλμένοι στη σειρά σα βολεμένοι.
Σα στρατιώτες σε αναφορά
πολύ πρωί που μόλις ξεχωρίζουν.
Εγώ εδώ.
Στη γραμμή.
Ανάμεσα στο άθροισμά
πριν απ’ το πηλίκο.
Εσύ εκεί.
Στην αρχή.
Να καθορίζεις όλες μου τις πράξεις.

18 Μαϊου

Απόμακρος ήχος μέσα στη νύχτια
τα μάτια της γάτας μόνο ταράζουν.
Ο ουρανός
ο μακρινός
ο φίλος, αυτός ο παιδικός, δεν χαμπαριάζει.
Δεν έχει τίποτα αυτή η νυχτιά να δώσει .
Δεν έχουν τίποτα τα μάτια μου να δουν.
Που ν’ ακουμπήσουν
που να σταθούν.
Όλα τριγύρω έχουν πια κατακτηθεί
στρογγυλέψει
δεν έχουν τίποτα πάνω τους να σκαλωθείς
ο χρόνος όλες τις παλιές πληγές
έχει γιατρέψει.

Ο ήχος φέρνει από μακριά τις αναμνήσεις.
βροχές που έχουν στεγνώσει από καιρό.
Αγάπες πού’ χουν πάψει να πονούν
εδώ και χρόνια.
σιωπές που έχουν αρχίσει να μιλούν
με αδύναμα λόγια
και τα μάτια της γάτας κλείνουν
από ανία

Το Σώμα

Το σώμα.
Το σώμα το ιερό.
Το σώμα το ανθρώπινο.
Η πράξη που το ορίζει.
Η λέξη που το προσκυνά
ο ήχος που το πλημυρίζει.

Το σώμα.
Αυτό που στέκει ακίνητο.
Αυτό που κινείται.
Αυτό που σαν λυγίζει στον άνεμο
δεν λογαριάζει.
Δεν φοβάται μήτε πόνο μήτε δάκρια.
Μόνο την χαρά του λογαριάζει.
Μόνο αυτή φοβάται.
Μόνο αυτή.

Το σώμα αυτό λατρεύω.
Μέσα σ’ αυτό θέλω να χαθώ.
Να πάψω να υπάρχω.
Μέσα του βαθιά να σβήσω
προτού γεράσω

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Λόγια
σιωπή και ψέματα
το λίκνο της Ιπποσύνης.

Θέα

Κι αν έχω τα μάτια μου κλειστά
και την οθόνη του μυαλού μου μόνο κοιτάζω
είναι βλέπεις η αγαπημένη μου εκεί
κι αυτό είναι το μόνο που λαχταράω.

Όμορφα Στήθη

Όμορφα στήθη
όμορφα στέκονται
κοιτάζοντας τον χρόνο.
Το τέλος της άνοιξης δεν ορέγονται
ανέγγιχτα στέκονται στο χρόνο

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Πέτρα
Θάλασσα και συννεφιά
βαρύς χειμώνας.