Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Ζιγκ Ζαγκ

Ο Θόρυβος του σύμπαντος
που στέκεται στο βάθος.
Οι μέρες άδεια ποτήρια
ανέγγιχτα
σε ράφια που σκονίζουν.
Θά ‘ρθω .

Θα αφήσω χρόνο να ξεχαστεί
και θα ξανάρθω.
Όχι σαν άνοιξη
μήτε σαν άλλη εποχή
σαν καταιγίδα ξαφνική
θα ξανά έρθω.

Γεμάτος οργή .
Όχι
Όχι οργή
Γεμάτος ορμή
θα επιστρέψω
να αγγίξω το χώμα το πατρικό
Την ουράνια μητρική μου μήτρα.

Γυμνό το σώμα από καημό.
Γυμνή η ψυχή από πίκρα.
Θα τη ντύσω με τον καιρό
στο χρώμα το λευκό
του πένθους
για την χαμένη αθωότητα
που έφυγε νωρίς.
Δεκαοχτώ χρονών κι είχε είδη γεράσει.

Θα μ’ αγγίξει
και
αυτή δεν θα χαθεί στης θλίψης μου την γκρίνια.

Στο ’πα ξανά
εγώ δεν έχω τίποτα με την ζωή
αυτή τά ‘χει με μένα.
Για μια κουβέντα που της είπα
πιο παλιά
στα χρόνια μου τα παιδικά
τα ξεχασμένα.


Κι από τότε με κρατάει μακριά
μα όσο περνάει ο καιρός σε πλησιάζω
και αύριο θα ‘μαι πιο κοντά
στην μέρα που θα ξανάρθω.

Ανάμνηση παιδική

Δέκα βήματα.
Δέκα μόνο βήματα μακριά κι όμως φάνταζε άλλος κόσμος.
Απέναντι.
Η άλλη πλευρά. Από μικρός την κοίταζα με δέος. Δεν είχε τίποτα το διαφορετικό μα και μόνο το γεγονός ότι ήτανε ένα δρόμο μακριά της έδινε μια επικίνδυνη γοητεία. Το ότι ήτανε απέναντι την έκανε ξένη.
Άγνωστη γι’ αυτό μαγική. Σχεδόν τρομαχτική. Γι’ αυτό μου πήρε δέκα χρόνια – και κάτι ψηλά- να την διασχίσω.
Δέκα χρόνια να διασχίσω την διάβαση –προσεχτικά- να πατήσω απέναντι –δισταχτικά- και να την φιλήσω.

Δεν Είμαι Μόνος

Πέφτω χαμηλά
Κοιτώ ψηλά
και νοιώθω μόνος.
Ο πόνος είναι φίλος.
Είναι εδώ.
Πάντα εδώ.
Κρατάει τον τόνο.
Δεν είμαι μόνος
δεν είμαι μόνος
όσο κρατάει ο πόνος
δεν είμαι μόνος.

Αποχαιρετισμός

_«Ότι αξίζει πονάει και είναι δύσκολο. . .»
Ψιθύρισες προχτές πριν μ’ αποχαιρετήσεις .
_« Έχω ένα δρόμο να διαβώ. . . Μια ανηφόρα κατόπιν ν’ ανεβώ. . . Φεύγω! Κοίτα μην αργήσεις.»
Έσβησες το τσιγάρο. Έριξες τριγύρω μια ματιά κι έφυγες κουτσαίνοντας με πόνο.
Κοίταζα την πλάτη σου να απομακρύνεται κυματιστά κι ένοιωθα μόνος.
Ότι αξίζει πραγματικά είναι εδώ. Είναι ζωντανό και δεν έχει πόνο.
Έσβησα το τσιγάρο. Σου έριξα μια τελευταία ματιά και χαμογέλασα μόνος.

Βραδινό

Στιγμές
Θολές εικόνες και φωνές
μέσα στο χρόνο.

Σιωπές.
Σκιές και χάδια σιωπηλά
γεμάτα πόνο.

Γερνώ
μετρώ της μνήμες ψηλαφιστά
και δεν το μετανιώνω.

Αύριο

Θα χαθεί
στης θλίψης μου την γκρίνια.
Δεν έχω τίποτα με την ζωή
αυτή τά ‘χει μαζί μου.

Αύριο θα ‘μαι πιο κοντά
στη μέρα που θα ξαναρθεί.

Σαν Πέπτωκος Άγγελος

Θα σηκωθώ
σαν πέπτωκος άγγελος και θα ουρλιάξω
όσο μου επιτρέπει η μουδιασμένη μου φωνή.
Θέλω τον κόσμο και το μέλλον.
Θέλω να ζήσω τη ζωή
όπως τη έχω φανταστεί.

Και να
από τα βάθη του ορίζοντα τριγύρω
προβάλει η αγέλη των καταραμένων ποιητών.
Σκυλιά που τά ‘χουν διώξει απ’ το κοπάδι.
Επαναστάτες πού ‘χουν κρεμάσει τον δικό τους αρχηγό.
Αλυχτούν.
Ουρλιάζουν.
Παρακαλάνε.
Προσεύχονται στον άγνωστο θεό.

Και η φωνή.
Ο θόρυβος που βγαίνει
από το μουδιασμένο μου λαρύγγι
ενώνεται με τις φωνές τους
κι υψώνεται σε μήκη καινοφανή.

Επανάληψη

Κάθε μέρα.
Όπως και πριν.
Έτσι και τώρα.
Όλα
τα πάντατα πάντα ξεκινούν απ’ την αρχή

Μια Ιστορία

Η ιστορία κυλάει αργά.
Γεμίζει τον χρόνο.
απλώνει στο χώρο
όσο μπορεί.

Όλα τριγύρω πένθιμα.

Λίγες Στιγμές Ησυχίας

Λίγες στιγμές ησυχίας. Σιωπή. Η μοναξιά ο μόνος σύντροφος στο θόρυβο της πόλης. Η γη τριγύρω λιγοστή. Ποτάμι ο δρόμος. Τρόμος η στιγμή. Και τα τζιτζίκια σώπασαν στο άκουσμα της ώρας.

_ “ Θά ‘ρθει” μού ‘πες “Ο καιρός που όλα θα δείχνουν αστεία. Θα λέμε τις ιστορίες σε παιδιά τριγύρω απ’ το τραπέζι και θα γελάμε, όπως κι αυτά, με τα παθήματά μας”

Δεν σε πιστεύω αλλά μου δίνει παρηγοριά η σκέψη του και μόνο.

Δεν έχει νοιώσει μοναξιά όποιος δεν έχει αγγίξει το πρόσωπό του ένα πρωί και δεν τό ‘χει νιώσει ξένο. Δεν έχει νοιώσει μοναξιά όποιος δεν έχει ακούσει την ανάσα του να σβήνει από ηδονή απ’ το δικό του χέρι.

Δεν έχει νοιώσει.

Διαβάζοντας Την Ιλιάδα

Ποιο όνομα δανείστηκε
άραγε ο Αχιλλέας
όταν πήγε και κρύφτηκε
μέσα στις παρθένες;
Κάτω από ποιά φορέματα
έκρυψε τα όργανά του
και με τι χρώμα έβαψε
τα ζυγωματικά του.
Κι ο Οδυσσέας δεν λυπήθηκε
να τον ξεριζώσει από ένα τόπο
τόσο ιερό.

Και μόνο γι’ αυτό του έπρεπε
να περιπλανηθεί άλλο τόσο.

Βραδινή Κλάψα

Έχει παγώσει το μυαλό μου
δεν έχω χρόνο να σκεφτώ.
Περνούν οι μέρες κι ότι απομένει
εικόνες
γεύσεις
κι ένας βόμβος ενοχλητικός.
Τίποτα άλλο.
Ζωή χαμένη.
Αγάπη που ψάχνει τρόπο να ειπωθεί.
Λίγες στιγμές.
Λίγες
πολύ λίγες.
Εσύ.
Εγώ.
Αυτό που ονομάσαμε “εμείς οι δύο”.
Τίποτα άλλο.
Μόνο αυτό.

Η σκέψη φεύγει
λίγο λίγο
σαν το φως.

Όλα κενά.
Σε λίγο σκοτάδι.

Κενό.

Εγώ.
Σ’ αγαπώ.

Πάνω σε ξένο στίχο II

“Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ»

Γκρινιάζει ένα ραδιόφωνο στο βάθος.
Ξεσπώ σε γέλια με το λάθος
μιας και συνήθισα κι εγώ μονάχος.

Μετρώ
Υπολογίζω μα δεν θυμάμαι
πότε το έκανα αυτό.

Στιγμή

Στιγμή που αγγίζει το ιερό
κάθε στιγμή μαζί σου
κλείνω τα μάτια και βυθίζομαι
στη θύμησή σου.

Θα Ανατείλω

Στα χείλη σου σα ναυαγός
θ’ αφήσω το κορμί μου
χρόνια ασάλευτο
να βυθιστώ
να σβήσω.

Και σα χαθώ
σα ξεχαστώ
ν’ ανατείλω πάλι
σαν άγγελος
σα μια ευχή
σαν ένα «καλή τύχη».

Δύο Ζωγραφιές Για Τον Έρωτα

I

Ο έρωτάς μου είναι πλοίο
σε θάλασσα μακρινή.
Καμιά κίνηση
από μακριά
κανένα συναίσθημα
σα ζωγραφιά.
Σαν ένα πλοίο ζωγραφιστό
σε θάλασσα βαμμένη.

Μ’ από κοντά η θάλασσα αγκομαχά
κραυγάζει το κύμα
η αλμύρα πονά
κι άπλα της τρομάζει.

II

Ο έρωτάς μου ρόδο ανοιχτό
μια μέρα του Ιουλίου
απόμακρα μαγευτικός
σαν ήλιος μεσονυχτίου.

Θα λαχταρώ κοντά σου να βρεθώ
ακόμα κι αν ο χρόνος τελειώσει.
Ακόμα κι αν ο χρόνος τελειώσει
ερωτά μου
και τα βουνά λειώσουν στον ωκεανό.

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

Πάνω Σε Παραδοσιακό Σκοπό

Θα φύγω όταν έρθει η αυγή
λυγερόκορμο ελάφι.
Θα φύγω όταν έρθει η αυγή.
Θα φύγω.

Αν ακούσεις μια φωνή
μέσα στο χειμώνα
μη φοβηθείς.
Ρώτα το άστρο της αυγής
και θα σου δώσει νέα.

Ρώτησα τ’ άστρο της αυγής
κι έβαψε τα μαλλιά μου.
Τα έβαψε κατακόκκινα
στου αίματος το χρώμα.

Εγώ ’μουν τ’ άστρο της αυγής
καλλίγραμμη φωτιά μου.
φωλιάζω μέσα στα μαλλιά
γεμίζω τα όνειρά σου
και ξορκίζω τους φόβους σου
απ’ τα βάθη των ματιών σου.

Τα Μάτια Σου

Τα μάτια σου πύλες χρυσές
στο δώμα της ψυχής σου.
Αεικίνητες
φεγγοβολούν οι κόρες όπως κοιτάζουν
την μέρα,
τον χρόνο αφ’ υψηλού
καθώς αυτές ορίζουν.

Στέκω βουβός και λαχταρώ
ένα σου μόνο βλέμμα
μία ανάσα, ένα φιλί
για ν’ αναστήσω πάλι
τραγούδια και στίχους από καιρούς
σχεδόν λησμονημένους.

Τα Λόγια Θα Μείνουνε Λόγια. . .

Τα λόγια μένουν λόγια και βαλτώνουν.
Τα μάτια όμως βλέπουν ό,τι ποθούν
κι ό,τι ποθούμε είναι η αλήθεια
καθώς ο έρωτας είναι η ζωή.

". . . άλλα λόγια μην λες"

Για Το Κυμάτισμα Ενός Μυή

Μία κίνηση.
Το ανεπαίσθητο κυμάτισμα ενός μυή
κι ο χρόνος χάνεται.
Η στιγμή παγώνει.
Η ματιά αχόρταγη ακολουθεί
το κύμα να φουσκώνει.
Να γίνεται κίνηση
γέλιο
ηδονή
το πιο μακρύ ταξίδι.

Μία σου κίνηση όλη η ζωή μου.

Νεφέλη

Τα σύννεφα δεν παίρνουν την μορφή σου.
Δεν τολμούν κι ας έχουν φτιαχτεί
από την ίδια ουσία
αυτό που άλλοι λένε ποίηση
κι άλλοι λένε μαγεία.

Αυτοί που σε αντίκρισαν
απλά χαμογελάνε
γιατί το νοιώθουν στη ψυχή
πως είσαι η ζωή η ίδια.

Καλλιόπη

Κάθε στιγμή
ο κάθε πόρος του κορμιού μου
σ’ αποζητάει.

Και το φεγγάρι
ο παγωμένος έφηβος διψάει
για αίμα.

Ζητάει
τη φλόγα εραστών πού’ χουν ανάψει
κι ορκιστήκαν να’ ναι πιστοί
για να ζεσταθεί.
Ουρλιάζει.
Φωνάζει.
Μάχεται.

Δεν είναι εδώ.
Δεν είμαι εγώ.
Δεν είμαι εγώ ο αποτιμητής.
Δεν θα τραβήξω εγώ
στο τέλος την γραμμή.
Δεν θα κάνω εγώ την σούμα.

Εγώ ‘μαι μάγος.
Γητευτής.
Χλωμός τσιγγάνος.
Εγώ παλεύω.
Τραγουδώ.
Παραμυθιάζω.
Εγώ πονάω.
Εγώ παγώνω.
Ζητάω.
Διψώ.

Κι η ομορφιά λείπει.
Και το ταξίδι είναι λειψό
αν δεν κρατάς στα χέρια σου
το κορμί της.
Ο κάθε ήχος είναι φάλτσος
αν δεν τραγουδάς τ’ όνομά της


Καλλιόπη.

Επέστρεφε

Επέστρεφε.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με
ευτυχισμένη ανάμνηση του κορμιού της.
Γεύση μεθυστική πρωτόγνωρη
ταξίδεψε με μαζί της
την ώρα που οι ίσκοι
πολλαπλασιάζονται
ενώνονται
και καταπίνουν τον χρόνο.
Την ώρα που το χέρι
αποζητάει το άγγιγμα
την ώρα που τα χείλη
στοιχειώνουν το βλέμμα
επέστρεφε συχνά και παίρνε με
βύθιζε με στο κορμί της

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Φάτα Μοργκάνα

Τ’ όνειρο
το πιο ακριβό μου όνειρο
σε ‘σένα ανήκει
κι η στερνή ανάσα μου
το κρυφό σου όνομα θα ψιθυρίζει
της άνοιξης μάγισσα
μικρή τσιγγάνα
αγριολούλουδο
Φάτα Μοργκάνα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Τα μάτια της γάτας
μοιάζουν με ήλιο
που ανατέλλει

***

Χείλια που καίνε
λόγια πού ‘μειναν
αρχινισμένα.

Ζωγραφιά

Γαλάζιο το χρώμα της μοναξιάς
μπλε λουλακί της λύπης
και της αγάπης της τυφλής
κίτρινο που πονάει.

Με Τον Συρόκο Πρίμα

Φύσα άνεμε.
Φύσα γερά.
Σκόρπισε τη χαρά μου.
Ούρλιαξε μέσα στ’ αστεία
κλείσε τα παραθύρια.
Ν’ αδειάσει η πόλη
σα θα περνώ μη δει
κανείς πως κλαίω.

Συμβουλές Σ'Ένα Μαθητευόμενο Μάγο ε'

Αν σε προδώσει η ζωή
μην πάψεις να ελπίζεις
γιατί ότι δείχνει ψεύτικο
κρύβει περίσσια αλήθεια.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Η Αγάπη Μου Είναι Σκύλος Που Αλυχτά

Η αγάπη μου είναι σκύλος που αλυχτά
στη νύχτα της ψυχής μου.
Γυμνώνει τα δόντια
κυρτώνει το κορμί
και αλυχτάει.

Βραχνή από το ουρλιαχτό
και τον καπνό
θαμπή από τον πόνο και την συνήθεια.

Η αγάπη μου
Η μοναδική
στέκει ακόμα δυνατή και αλυχτάει.

Η μοναξιά εκεί
ο φόβος παραδίπλα
αλλά η αγάπη μου στέκει δυνατή
πανέτοιμη
με γυμνωμένα δόντια
και πολεμάει.

Κι όταν θα χάσει
κι όταν τελειώσει η κραυγή
και σταματήσει ξέπνοα
να πάρει μια ανάσα
δεν θα’ χει φύγει σαν κερί
δεν θα’ χει απλά λιώσει
θα με ‘χει κάψει ολόκληροθα’ χει σκορπίσει την νύχτα

Ερωτικό;

Και τώρα εγώ
θα αφήσω να καώ
σαν νυχτοπεράτης σκοτεινός
στη φλόγα των μαλλιών σου.

Και σ’ ένα κορμί
μαρμάρινο λευκό
καθάριο λες άυλο φως
θ’ αφεθώ να σβήσω να χαθώ
ελπίζοντας να ενσωματωθώ
άνεμος στη μιλιά της

Μετρώ

Μετρώ.
Αργά αρχίζω να μετρώ και να προσθέτω
έναν έναν τους αριθμούς των πράξεών μου.
Όλοι βαλμένοι στη σειρά σα βολεμένοι.
Σα στρατιώτες σε αναφορά
πολύ πρωί που μόλις ξεχωρίζουν.
Εγώ εδώ.
Στη γραμμή.
Ανάμεσα στο άθροισμά
πριν απ’ το πηλίκο.
Εσύ εκεί.
Στην αρχή.
Να καθορίζεις όλες μου τις πράξεις.

18 Μαϊου

Απόμακρος ήχος μέσα στη νύχτια
τα μάτια της γάτας μόνο ταράζουν.
Ο ουρανός
ο μακρινός
ο φίλος, αυτός ο παιδικός, δεν χαμπαριάζει.
Δεν έχει τίποτα αυτή η νυχτιά να δώσει .
Δεν έχουν τίποτα τα μάτια μου να δουν.
Που ν’ ακουμπήσουν
που να σταθούν.
Όλα τριγύρω έχουν πια κατακτηθεί
στρογγυλέψει
δεν έχουν τίποτα πάνω τους να σκαλωθείς
ο χρόνος όλες τις παλιές πληγές
έχει γιατρέψει.

Ο ήχος φέρνει από μακριά τις αναμνήσεις.
βροχές που έχουν στεγνώσει από καιρό.
Αγάπες πού’ χουν πάψει να πονούν
εδώ και χρόνια.
σιωπές που έχουν αρχίσει να μιλούν
με αδύναμα λόγια
και τα μάτια της γάτας κλείνουν
από ανία

Το Σώμα

Το σώμα.
Το σώμα το ιερό.
Το σώμα το ανθρώπινο.
Η πράξη που το ορίζει.
Η λέξη που το προσκυνά
ο ήχος που το πλημυρίζει.

Το σώμα.
Αυτό που στέκει ακίνητο.
Αυτό που κινείται.
Αυτό που σαν λυγίζει στον άνεμο
δεν λογαριάζει.
Δεν φοβάται μήτε πόνο μήτε δάκρια.
Μόνο την χαρά του λογαριάζει.
Μόνο αυτή φοβάται.
Μόνο αυτή.

Το σώμα αυτό λατρεύω.
Μέσα σ’ αυτό θέλω να χαθώ.
Να πάψω να υπάρχω.
Μέσα του βαθιά να σβήσω
προτού γεράσω

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Λόγια
σιωπή και ψέματα
το λίκνο της Ιπποσύνης.

Θέα

Κι αν έχω τα μάτια μου κλειστά
και την οθόνη του μυαλού μου μόνο κοιτάζω
είναι βλέπεις η αγαπημένη μου εκεί
κι αυτό είναι το μόνο που λαχταράω.

Όμορφα Στήθη

Όμορφα στήθη
όμορφα στέκονται
κοιτάζοντας τον χρόνο.
Το τέλος της άνοιξης δεν ορέγονται
ανέγγιχτα στέκονται στο χρόνο

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Πέτρα
Θάλασσα και συννεφιά
βαρύς χειμώνας.