Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Ο Θόρυβος Ο δικός Μου

Η τελευταία ανάσα σκάλωσε ανάμεσα στα χείλη.
Ανάμεσα στα δόντια κρύφτηκε το φονικό.
Κι ο ήχος
Ο εκκωφαντικός μιας ζωή που έφτασε
στο τέλος απ’ την αρχή σ’ ένα βήμα
σπανίζει ακόμα και δεν λέει να ειπωθεί.

Και τι να πει;
Τι να θυμηθεί και τι να απαγγείλει;

Είναι αργά.
Τα πάντα έχουν ειπωθεί εδώ κι αιώνες.
Ο θόρυβος είναι άλλωστε πολύς και η νύχτα λίγη.

Κλείνω τα μάτια, σβήνεις το φως, κλείνει τα χείλη
σε μια στερνή
χαιρετισμού θαρρείς πνοή
που όλο σκαλώνει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Ο χρόνος σταματά εδώ.
Ο τόπος βρίσκεται παντού
Τριγύρω.

Συνάντηση

Θα πρέπει ν’ αναλογιστεί
να αφουγκραστεί κανένας την ψυχή του.
Να σκύψει μέσα του όσο πιο βαθιά μπορεί.
Να δει.
Ν’ ακούσει αυτά που έχει να του πει.

Κι ύστερα να την αφήσει.
Ν’ αφήσει ελεύθερη την ψυχή του
να φύγει μακριά.
Σε άλλους ορίζοντες.
Πέρα απ’ την θλίψη.

Εκεί.
Σ’ αυτή την άδεια από χρόνο στιγμή.
Στη μέση του εδώ και του αιώνιου τώρα
ίσως η ψυχή του βρει
την δύναμη να τον κοιτάξει
στα μάτια.

Μες Στο Σκοτάδι

Ότι κι αν πω δεν θα καλύψει το κενό
που μας χωρίζει.
Εσύ εδώ.
Ταγμένη στη γη με τα μάτια στ’ αστέρια.
Εγώ αλλού.
Πουθενά.
Με μάτια ταγμένα στο σκοτάδι
που δεν τρυπάει.
Δεν χωρίζει στα δυο.
Δεν διαιρείται.
Αλώβητο μου αντικρίζει τη ψυχή.
Πίνει τα μάτια μου και τα χωρίζει.

Εσύ εδώ
Εγώ παντού
Μες’ στο σκοτάδι