Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****
Απόμακροι ήχοι
φώτα που σβήνουν
προσμονή.

****



****
Λερωμένα χείλη
είναι φτιασίδια
ή λόγια μεγάλα;

29/09/09



Αργά σβήνει ο ήχος
της μέρα που φεύγει
χωρίς ένα δάκρυ.
****
Άλλο ένα βράδυ
πήγε χαμένο
χωρίς ένα χάδι.
****
Είναι η σιωπή σου
σημάδι πως κάπου
σε έχω χάσει
****
Λίγο πριν ξυπνήσεις
αναστενάζεις
ανακουφισμένη.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Το όνειρο φεύγει
σαν λαθρεπιβάτης
στις δεκοχτούρας το κλάμα.

****

Λευκό γιασεμί
μες τον χειμώνα
ελπίδα ή πείσμα.

****

Μέσα στη νύχτα
γαλήνιος κόσμος
τ’ όνειρο φοράει.

****

Η βροχή ξεπλένει
την ηχώ των ονείρων

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η ανάσα σου

τραγούδι σειρήνων
στα όνειρά μου.

****

Ο καπνός του τσιγάρου
χαράζει χρησμούς
στο πείσμα του χρόνου.

****

Ο ύπνος σαν έρθει
θα φοράει τα ρούχα
του αδελφού του.

****

Το πρώτο τιτίβισμα
πριν διαψευστεί
σα καλημέρα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

Η νύχτα φεύγει

το φως της μέρας
σαν ψίθυρος γλιστρά στο δωμάτιο

****

Η ανάσα σου δίπλα
ανοιξιάτικη αύρα
που πλησιάζει.

****

Το ρολόι σου σα βάρδος
ιστορεί τις μέρες
που φεύγουν άδειες.

****

Το αίμα μελάνι
που υπογράφει
τα όνειρά μου.



Φάτα Μοργκάνα

Υπάρχουν κάποια πράγματα που κοστίζουν. Σαν τι; Σαν τα πάντα. Σαν όλα μαζί συν κάτι ακόμα. Έτσι και το βλέμμα της. Υπάκουο και υποσχόμενο. Γλυκό και μυστηριώδες. Σκληρό. Με τόση τρυφερότητα στο βάθος να σε λιγώνει.

Και το χαμόγελο στα χείλια ξαφνικό. Αναπάντεχο. Κάποιες φορές δειλό. Κάποιες σίγουρο ότι του ανήκεις. Και είχε δίκιο αυτές τις φορές. Είχε δίκιο για όλα.

Το βάδισμά της γήινο. Βαρύ το βήμα που πατάει τη γη. Ξέρει πως της ανήκει. Ακόμα κι όταν μεθυσμένη κάνει να παραπατεί, δείχνει πιότερο σα να χορεύει. Βγαλμένη από το παρελθόν η κίνησή της. Δανεισμένη στο παρόν χατιρικά. Απλά και μόνο για να μην μένει μόνη. Απλά και μόνο γιατί όπου και να σταθεί θα είναι το κέντρο. Απλά και μόνο γιατί η γη ετούτη της ανήκει. Ο χρόνος τούτος την πολιορκεί. Αυτή η φύση την υπακούει.

Όταν βρεγμένη βγαίνει μέσα απ´ το θαλάσσιο σκηνικό που έχει στήσει κι απλώνει το κορμί της μελαμψό για να δεχτεί τα χάδια και το προσκύνημα του ήλιου. Η φύση τότενες μένει βουβή. Κρατάει την ανάσα της μην την τρομάξει. Μην τύχει και σκιαχτεί και καταστρέψει την στιγμή. Γιατί όσο σίγουρη κι αν δείχνει. Όσο κι αν περιστρέφεται ο χρόνος στα μαλλιά της. Σπουργίτι είναι. Νεογνό. Πουλάκι τρομαγμένο που ότι ζητάει και ποθεί μια αγκαλιά μικρή μπορεί να της το δώσει.

Μακρηγορώ και χάνομαι μα είναι τόση η δύναμη της θωριάς της που κάθε λέξη μου φαντάζει ωχρή. Μικρή. Φτηνή μπροστά σ´ αυτή την εικόνα που καίει κάθε μου κύτταρο και το μεταλλάζει σε κομμάτι απ´ το σώμα της. Σε πιστό της σκλάβο.

Η ανάσα της. . . . . . . Η ανάσα της, ανάσα μου και ρυθμός μου. Οδηγός της μέρας μου. Γνώμονας της ζωής μου. Που όσο κι αν άργησα πολύ να το καταλάβω. Μέσα στ´ αυτιά μου φώλιαζε όλα αυτά τα χρόνια και με οδηγούσε στο παρελθόν κοιτάζοντας το μέλλον. Χάδι μου και χαστούκι μου. Μαζί. Δεμένα άρρηκτα. “Σε μιας φιλιάς αμαλαγή με δίχως ασχημάδι”. Σε ένα σύνολο συμπαγές σαν μια μονάδα. Σαν μια στιγμή στο σούρουπο που πέρασα μαζί της και τα μάτια της μού ´λεγαν ότι τα χείλια της μου κρύβαν.

Κολλάω την σκέψη μου πάνω της. Σαν σταγόνα αλμυρή κυλάω στο λαιμό της και φωλιάζω ανάμεσα στα στήθη της που σπαθίζουν την νύχτα σαν από έρωτα μου κοινωνεί την ψυχή της αναμεμιγμένη με ηδονή που μ´ αφήνει να της προσφέρω. Δεν το γνωρίζει λέει μα πιστή στη φύση που της ετάχθη ορίζει κάθε μου κίνηση μ´ ένα της μόνο νεύμα. Μ´ ένα της ανατρίχιασμα. Μια της μονάχα ανάσα.

Την γνώρισα με άλλο όνομα. Ώσπου κάποιο βράδυ η νύχτα με βοήθησε να δω την μορφή της. Όχι αυτή που κρύβει μα αυτή που φορά όταν αποφασίσει να κατακτήσει μια ψυχή που τάχθει υπηρέτης. Lady D' Arbanville. Lady φωτιά. Μικρό φτερό την ‘λέγαν οι ινδιάνοι.

Η ίδια δεν θα το παραδεχτεί. Θα πάρει ένα όνομα γνωστό για να σου μιλήσει. Μα οι τσιγγάνοι και οι πλεγμένοι στα μαλλιά της ταξιδευτές θα σου το πουν. Άμα κοιτάξεις στο νοτιά θα την δεις. Ψηλά να σε καλεί κοντά. Να σου δείχνει το δρόμο για το σπίτι. Μεγαλόπρεπη. Σεμνή. Μελαχρινή. Σγουρή μάγισσα με μορφή τσιγγάνας. Η απλησίαστη κι άσπιλη Φάτα Μορκάνα.


Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Μορφή


Το βράδυ στον καθρέφτη
η μορφή μου με
παραμονεύει

21/11/09



Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Πρωινό



Ότι μένει τελικά απ'τη μέρα
αυτό το πάρε
την ζωη στα χέρια σου
και ξέσκισέ την.

Τόσο απλό κι όμως τόσο κούφιο.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Η Θλίψη Έχει Πάντα Χρώμα Σκούρο Μπλε


Όταν Χαράζει

Η ώρα του λυκόφωτος φαντάζει τόσο κρύα
όχι γιατί ο ήλιος δεν έχει ακόμα σηκωθεί
κι η νύχτα έχει ρουφήξει
την τελευταία σταγόνα ζεστασιάς
από την πλάτη της γης
αλλά γιατί όσοι την συναντούν άυπνοι ακόμα
έχουν στραγγίξει από ζωή
- είτε απ’ το ξενύχτη είτε απ’ τη συλλογή –

Όσοι έχουνε μόλις ξυπνήσει
αφήνουν πίσω τους
ότι πιότερο ποθούν.
Έτσι ο καφές είναι πικρός
το τσιγάρο φαρμάκι
και το μόνο αντίδοτο
ένα φιλί γεμάτο αγάπη.

Μα το’ χουν λίγοι αυτό
κάθε πρωί.

Νυχτερινό μικρό


video

Έντεκα λέξεις μοναχά προτού αφήσω
τον ύπνο μηχανικά να με τυλίξει
Στιγμές σαν αυτή ελπίζω
ο χρόνος πιο γρήγορα να κυλίσει

Προπομπός


Ο κορακόμορφος
αδελφός του θανάτου
με τα χαμένα όνειρα
πλεγμένα στα μαύρα του φτερά
ένα βήμα τη φορά
με πλησιάζει

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Φάτα Μοργκάνα

Λίγο πριν φέξει ο ουρανός κι αποχτήσει
αυτό το μπλε βαθύ του κοβαλτίου
και τα γατιά αρχίσουν το τραγούδι
για το χαμένο έρωτα του μεσονυχτίου
τότε και μόνο τότε η ψυχή αγγίζει
αυτό που χρόνια αναζητεί.

Από τα βάθη της θύμησης ανασύρει
το σώμα, τη μορφή και την ψυχή
αυτής που οι ναυτικοί εδώ και χρόνια
λατρεύουν σαν θεά και σαν πληγή.

Την αδηφάγα των ψυχών.
Την αιώνια τσιγγάνα.
Την δόλια και άσπιλη
Φάτα Μοργκάνα

04:00 π. μ.

Την σκοτεινότερη ώρα
το πιο τρελό που μπορεί να σου συμβεί
είναι ν’ αγγίξεις την καρδιά σου και να τη βρεις
γεμάτη γαλήνη.

Εκεί που η σιωπή με τον χρόνο συμμαχεί
και σε γεμίζει.
Εκεί που το κορμί από τη κούραση αρνείται ν’ αφεθεί.
Εκεί που τα’ όνειρο αγγίζει τη συμπόνια
και η φαντασία αποβλακώνει τη ψυχή.
Εκεί
και
μόνο τότε
η καρδιά σου μπορεί ν’ αγγίξει
τη γαλήνη που ποθεί.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Άκαιρο Ίσως

Ο χρόνος δε μετρά χωρίς εσένα.
Κολλάει.
Κυλάει αργά
θαρρείς
παχύρευστος όπως το τζάμι.
Διάφανος
Κρύος και σκληρός
όπως ο τρόμος
που ‘χει στοιχειώσει την ψυχή
και με πετρώνει.