Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Φάτα Μοργκάνα

Υπάρχουν κάποια πράγματα που κοστίζουν. Σαν τι; Σαν τα πάντα. Σαν όλα μαζί συν κάτι ακόμα. Έτσι και το βλέμμα της. Υπάκουο και υποσχόμενο. Γλυκό και μυστηριώδες. Σκληρό. Με τόση τρυφερότητα στο βάθος να σε λιγώνει.

Και το χαμόγελο στα χείλια ξαφνικό. Αναπάντεχο. Κάποιες φορές δειλό. Κάποιες σίγουρο ότι του ανήκεις. Και είχε δίκιο αυτές τις φορές. Είχε δίκιο για όλα.

Το βάδισμά της γήινο. Βαρύ το βήμα που πατάει τη γη. Ξέρει πως της ανήκει. Ακόμα κι όταν μεθυσμένη κάνει να παραπατεί, δείχνει πιότερο σα να χορεύει. Βγαλμένη από το παρελθόν η κίνησή της. Δανεισμένη στο παρόν χατιρικά. Απλά και μόνο για να μην μένει μόνη. Απλά και μόνο γιατί όπου και να σταθεί θα είναι το κέντρο. Απλά και μόνο γιατί η γη ετούτη της ανήκει. Ο χρόνος τούτος την πολιορκεί. Αυτή η φύση την υπακούει.

Όταν βρεγμένη βγαίνει μέσα απ´ το θαλάσσιο σκηνικό που έχει στήσει κι απλώνει το κορμί της μελαμψό για να δεχτεί τα χάδια και το προσκύνημα του ήλιου. Η φύση τότενες μένει βουβή. Κρατάει την ανάσα της μην την τρομάξει. Μην τύχει και σκιαχτεί και καταστρέψει την στιγμή. Γιατί όσο σίγουρη κι αν δείχνει. Όσο κι αν περιστρέφεται ο χρόνος στα μαλλιά της. Σπουργίτι είναι. Νεογνό. Πουλάκι τρομαγμένο που ότι ζητάει και ποθεί μια αγκαλιά μικρή μπορεί να της το δώσει.

Μακρηγορώ και χάνομαι μα είναι τόση η δύναμη της θωριάς της που κάθε λέξη μου φαντάζει ωχρή. Μικρή. Φτηνή μπροστά σ´ αυτή την εικόνα που καίει κάθε μου κύτταρο και το μεταλλάζει σε κομμάτι απ´ το σώμα της. Σε πιστό της σκλάβο.

Η ανάσα της. . . . . . . Η ανάσα της, ανάσα μου και ρυθμός μου. Οδηγός της μέρας μου. Γνώμονας της ζωής μου. Που όσο κι αν άργησα πολύ να το καταλάβω. Μέσα στ´ αυτιά μου φώλιαζε όλα αυτά τα χρόνια και με οδηγούσε στο παρελθόν κοιτάζοντας το μέλλον. Χάδι μου και χαστούκι μου. Μαζί. Δεμένα άρρηκτα. “Σε μιας φιλιάς αμαλαγή με δίχως ασχημάδι”. Σε ένα σύνολο συμπαγές σαν μια μονάδα. Σαν μια στιγμή στο σούρουπο που πέρασα μαζί της και τα μάτια της μού ´λεγαν ότι τα χείλια της μου κρύβαν.

Κολλάω την σκέψη μου πάνω της. Σαν σταγόνα αλμυρή κυλάω στο λαιμό της και φωλιάζω ανάμεσα στα στήθη της που σπαθίζουν την νύχτα σαν από έρωτα μου κοινωνεί την ψυχή της αναμεμιγμένη με ηδονή που μ´ αφήνει να της προσφέρω. Δεν το γνωρίζει λέει μα πιστή στη φύση που της ετάχθη ορίζει κάθε μου κίνηση μ´ ένα της μόνο νεύμα. Μ´ ένα της ανατρίχιασμα. Μια της μονάχα ανάσα.

Την γνώρισα με άλλο όνομα. Ώσπου κάποιο βράδυ η νύχτα με βοήθησε να δω την μορφή της. Όχι αυτή που κρύβει μα αυτή που φορά όταν αποφασίσει να κατακτήσει μια ψυχή που τάχθει υπηρέτης. Lady D' Arbanville. Lady φωτιά. Μικρό φτερό την ‘λέγαν οι ινδιάνοι.

Η ίδια δεν θα το παραδεχτεί. Θα πάρει ένα όνομα γνωστό για να σου μιλήσει. Μα οι τσιγγάνοι και οι πλεγμένοι στα μαλλιά της ταξιδευτές θα σου το πουν. Άμα κοιτάξεις στο νοτιά θα την δεις. Ψηλά να σε καλεί κοντά. Να σου δείχνει το δρόμο για το σπίτι. Μεγαλόπρεπη. Σεμνή. Μελαχρινή. Σγουρή μάγισσα με μορφή τσιγγάνας. Η απλησίαστη κι άσπιλη Φάτα Μορκάνα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: