Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Παράθυρα Με θέα



Σιωπηλά
προσμένουνε ακόμα
μια όμορφη εικόνα
στα αγκάθινά τους κλώνια
να πιαστεί.





Ταξίδι Ξανά

Ο δρόμος
τα βήματα, η ώρα
κυλάνε μόνα τους συχνά
με ήχους ανοίκειους που μαγεύουν
με εξωτικά μυρωδικά
κι όλα τριγύρω δείχνουν οικεία
τα χιλιόμετρα δείχνουν γνωστά

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Βρέχει

Βρέχει
και γι’ άλλη μια φορά
αυτή η βροχή θυμίζει θλίψη
που δεν μπορεί να εκτονωθεί.

Αυτές οι διάφανες σταγόνες
θυμίζουν δάκρυα χλιαρά
που δεν αγγίζουνε την σάρκα
δεν αυλακώνουν την καρδιά.

Γι’ αυτό η βροχή θυμίζει θλίψη
Χωρίς να φέρνει στο τέλος χαρά.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Μικρό, Βραδινό Κι Ερωτικό

Σχόλιο

Εμείς οι ασήμαντοι και κακοπληρωμένοι πόρνοι
το έχουμε φαίνεται αποφασίσει
αυτό που άλλοι έχουνε για εμάς κερδίσει
εμείς να το αγοράσουμε ξανά
με δόσεις.

Στιγμή ii

Στις ιερής σιωπής τον ίσκιο
την ώρα του μεσημεριού.
Παιδικά χάδια κι αγγίγματα τυχαία
σ’ έρωτες του καλοκαιριού.

Όλα ξεχνιούνται.
Όλα χάνονται μοιραία
τις ώρες που οι λεπτοδείχτες
προσπερνούν.

Στιγμή

Στου ιερού ευκάλυπτου τον ίσκιο
οι Αμπορίτζιναλ έψελναν έναν ύμνο.
Δεν είχε λόγια ο ψαλμός
μήτε καν ήχο
καθώς τα πλάσματα του φωτός δεν έχουν στόμα
μήτε κι αυτιά διαθέτουνε
μονάχα μάτια
που απορροφούν το θείο φως
και σ’ αυτό επιστρέφουν.

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Τον Καιρό Του Αλόκοτου Φόβου


Στο καιρό του αλόκοτου φόβου
ο μόνος ήχος που γεμίζει την σιωπή
είναι η γνωστή σε όλους  μελωδία της παρακμής.

Επιτύμβιο Σε Μια Ανάμνηση

Σιωπηλά κι αναπάντεχα που έρχεται η θλίψη
σαν τη πολυπόθητη δροσιά μέσα στο καλοκαίρι
και πίσω της ακολουθούν σαν θρόισμα των φύλλων
η σκέψη και η θύμηση των ματαιωμένων ονείρων.

Εδώ

Εδώ δεν έχει όνειρα
μονάχα εφιάλτες
καρποφορούν στα άνυδρα
μπαλκόνια των σπιτιών τους.



3:45 π.μ.

Αργό τιτίβισμα
μέσα στη νύχτα
κάποιο πουλί
καλεί την άνοιξη.

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Παιδική Μαντόνα



Ακροβατεί στην άκρη του ονείρου
μια άδεια μέρα με μολύβι στον ουρανό
κι όμως η αίσθηση που αποπνέει, του απείρου
φαντάζει τόσο υπαρχτή όσο κι εγώ.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

*******

Τα βράδια
του καλοκαιριού
λειώνουνε στον χειμώνα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

**********

Στα λάθος όνειρα
δεν κατοικεί
μονάχα η δική σου θλίψη.

Απολογισμός

Εμπρός λοιπόν
ας δούμε τι μας έμεινε στα αλήθεια
απ’ αυτό το εννιάμηνο ταξίδι του χαμού.

Λίγες θαμπές στιγμές
ένα ξενισμένο όνειρο
μια ψευδή καληνύχτα
και η επίμονη αίσθηση
πως η ζωή συνέβαινε αλλού.

Κάποιες Στιγμές

Είναι στιγμές
που όλες οι σκέψεις σταματάνε
κι όλοι οι ήχοι χαμηλώνουν ξαφνικά.
Είναι οι στιγμές
αυτές που ξέρουμε που πάμε
και που τη μοίρα μας την καθορίζει
η καρδιά.

Τότε
αν σταματήσουμε για λίγο να μετράμε
τον χρόνο με τους χτύπους ενός ρολογιού
θα ακούσουμε τα ονόματα όσων αγαπάμε
και θ' αντικρύσουμε το πρόσωπο του ιερού.

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Έφηβα Γεράκια

Τον παλαιό καιρό
όταν ο ήλιος έλαμπε ακόμα από χαρά
κι οι μέρες δεν φοβόντουσαν τα λόγια των ανθρώπων
άμα κοιτούσες αψηλά στου ουρανού τα μέρη
θα γέμιζε το βλέμμα σου γεράκια.

Μικρά σκουρόχρωμα σημάδια
που κυκλώνανε τον ουρανό
ως εκεί που έφτανε το μάτι.

Και οι φωνές τους, θεέ μου!
Οι φωνές τους!
Όχι τιτιβίσματα και μαλακίες.
Κραυγές άγριες που διψούσαν για ζωή.
Αχόρταγες.
Επιτακτικές.
Να ξεχειλίζουν πάθος και πνεύμα εφηβικό.

Και να βουτάνε.
Να κάνουν κύκλους αψηλά
και να βουτάνε.
Σύριζα πάνω απ’ τη γη.
Μια ανάσα μόλις απ´ το χώμα.
Κι έπειτα πάλι στον ουρανό
σ’ ένα χορό που θύμιζε μπάλο.
Κι άλλες φωνές.
Κι άλλες αχόρταγες κραυγές.
Κι άλλη βουτιά στο χώμα
και λίγο πριν τη συντριβή
αγέρωχη ανύψωση μέχρι να βρουν τον ήλιο.

Περάσαν πλέον όλα αυτά.
Έχουν αλλάξει πια οι καιροί.
Δεν είναι πια το ίδιο.

Ο ουρανός μπορεί να είναι γαλανός
-τις περισσότερες μέρες-
μα η γη έχει γεμίσει τώρα πια.
Από ψηλά δεν βλέπεις χώμα.
Γκρίζα κορμιά.
Φάτσες λερές.
Άσφαλτο και τσιμέντο.

Στα γεράκια δεν αρέσουν όλα αυτά.
Θέλουν καθάριο χώμα να τα έλξει.
Πρέπει να ακούσουνε την γη να τα καλεί
πράγμα αδύνατον με τόση φασαρία

Έτσι άδειασε από γεράκια ο ουρανός.
Αυτό που βλέπεις τώρα σα κοιτάς ψηλά
αυτά τα μαύρα σημάδια που κυκλώνουν
είναι οι έγνοιες των ανθρώπων χαμηλά.
Οι φόβοι και τα χαμένα όνειρά τους.
Και οι κραυγές που κάθε λίγο αντηχούν
είναι οι φωνές που βγάζουνε αντί για καλημέρα.

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Ο Κωνσταντής

Στον J. CAMPBELL



Ι

 Ωσάν γεννήθη ο Κωνσταντής ήτονε πανηγύρι και το λαγούτο κένταγε στα χέρια του παππού του ένα σκοπό απτάλικο φερμένο από τη Σμύρνη που σειόταν κι αναδίπλωνε κογιονάροντας τη λύρα πού ‘ταν πολλά τα άγουρη και δεν μπόριε να διπλώσει. Ο κύρης του έσερνε τον χορό στον κύκλο ήτο μπροστάρης που πήδαγε τ’ αψηλά και δίπλωνε τη μέση και τα τακούνια τ’ άνοιγαν δυο πιθαμές τ’ αυλάκι. Γιώργο τον εβαφτίσανε μα γι’ όλους τα’ όνομά του ήτονε ο Λογγογιωργής γιατί επροτιμούσε τους λόγγους και τα απάτητα τα δάση απ’ τους ανθρώπους.

 Εκεί του τα επρολάβε ο Νικολός του Τάση και τ’ άλλα γειτονόπουλα που τρέξαν στο κατόπι. Αυτός τα χρυσασήμωσε και βάλθηκε να φωνάζει:

    _"Θα τ’ ονομάσω Κωνσταντή, θα τον εκάμω ρήγα κι ούλοι θα τον ζηλεύουσι για την αρχοντοσύνη και για τη γνώση τη σωστή που κλειεί στην κεφαλήν του."

 Πλήρωσε τα όργανα να πάν' στο γονικό του να παίξουν στο παράθυρο το πι όμορφο τραγούδι που να παινεύει το παιδί και να τιμά τη μάνα. Έστειλε νε φωνάξουνε τις όμορφες τις ρούσες πού ‘χουν τ’ αηδονιού φωνή, του παγωνιού την όψη και στο μεϊντάνι περπατούν σα πέρδικες στο σεργιάνι- να πάνε να συνδράμουνε την έμορφη λεχώνα, ν’ αφαλοκόψουν το παιδί και να το καθαρίσουν. Να το μυρώσουν με βασιλικό και να το νανουρίσουν για να ‘χει ύπνο ζάχαρη κι ονείρατα μελάτα. Να πάνε στη γυναίκα του ένα ματσάκι δυόσμο και μια αρμαθιά ξερόσυκα να μην λιγοθυμήσει.

 Έπειτα έσυρε τον χορό μέχρι την εκκλησία, την κύκλωσε δύο φορές με την ουρά απ’ τους άνδρες που έσερνε κατόπιν του σα στρατηγός στη μάχη και μπήκε απ’ την κερκόπορτα που μπαίνουσι οι γυναίκες. Σαν μπήκε εμπρομούτησε στα τέσσερα σα γραία και στάθηκε με ευλάβεια μπροστά απ’ την εικόνα. Τ’ άρματά του έβγαλε απ’ το τρίγυρο ζωνάρι σταυροκοπήθη τρεις φορές κι αρχίνισε να λέει:

"Άγιε μου έχε το καλά.
Κάμε το ανδρειωμένο.
Δώσε του γερακιού μορφή
τ’ αητού το βλέμμα.
Του δράκοντα τη μπορεσιά
της γλαύκης τη σοφία.

Όρκο σου τάσσω ιερό
σαν φτάσει στην αντρεία
θα φέρω της εικόνας σου
ανήμερα της γιορτής σου
την όμορφη φοράδα μου
να βγες στη λιτανεία.

Θα ντύσω το κονάκι σου
αλάβαστρο και σφεντάμι
και την άγια σου τράπεζα
μ’ ενός δράκοντα δόντια.

Θα ντύσω την εικόνα σου
με φίλντισι κι ασήμι
το θρόνο σου μ’ αγιόκλημα
την πόρτα σου με κέδρο
και το τετραβαγγέλιο
με δέρμα ελαφίνας. "

 Σφούγγιζε τα μάτια του κι απίθωσε στην εικόνα το όμορφο πιστόλι του πού ‘χε στο ζωνάρι απ’ όταν ήτο άγουρο κι αμούστακο παιδάκι και δε τ’ αποχωρίζοντω μέχρι τότες ποτές του.

ΙΙ

 Στο μεταξύ στο σπίτι του μαζεύτηκαν οι ρούσες κι άρχισαν να κελαηδούν δίπλα στο βυζαρούδι μυριάδες νανουρίσματα και χίλιες μύριες ρίμες. Η μία τέλευε με τον σκοπό, αρχίνιζε η άλλη και οι φωνές τους λίγωναν ολάκερο το σπίτι:

"Σε τούτο το σπίτι βγήκε βλαστάρι
χαρά στη ρίζα που το ‘χει κάνει.

Χαρά στον κύρη χαρά στη μάνα
σύκα και μέλι στην παραμάνα.

που θα το ταΐσει θα το κοιμίσει
σαν να ‘ναι δικό της θα το φιλήσει.

χαρά στο σπίτι χαρά στη πλάση
σε τούτο το σπίτι βγήκε κοράσι.

Θα μεγαλώσει θα γίνει άνδρας
θα πιάνει πέτρες, θα στύβει μάνα.

από τα σίδερα θα βγάζει μέλι
σαν μεγαλώσει αυτό το κοπέλι.

Ο ήλιος βγαίνει απ’ το μέτωπό του
ο ουρανός στολίζει το πρόσωπό του.

Ό,τι αγγίζουν τα δυο του μάθια
βουσκοδεντριάζει και βγάζει άνθια.

Ό,τι χαϊδεύουν τα δυο του χέρια
γαλατίζει, γιομίζει αστέρια.

Οι άντροι τρέμουν τα γροθήματά του
οι κόρες λιγώνονται στα φιλήματά του. "


 Εφτάσανε και τα όργανα και στάθηκαν από έξω κάτω απ’ το παράθυρο κι αρχίνισαν να παίζουν τα σοφά παινέματα για την καινούργια μάνα. Ο παππούς του Κωνσταντή πήγε και εστάθη στης νύφης το προσκέφαλο και την εγλυκοθώρη. Στάζανε τα μάτια του αγάπη και περηφάνια για την τιμή που του ‘καμε, να τον αξιώσει να δει αγγόνι σερνικό προτού να αποθάνει.

“Κόρη μου να ‘σαι δυνατή.
Να ‘χεις ούλες τση τύχες.
Να στέκεσαι πάντα όρθια
σα ‘ρθούν κακοτυχίες.
Να μην σε πιάνει τίποτε
μη μάτι, μήτε ζήλια.

Να’ χεις το προσκεφάλι σου
πάντα γεμάτο χάδια
και του σπιτιού τις κάμαρες
με γέλια και τραγούδια.

Ο κήπος σου ολόδροσος
όπως τα μάγουλά σου
και τ’ όμορφα τα μάτια σου
να βλέπουν πάντα ήλιο.

Να βλέπουν πάντοτε χαρές
ποτέ να μην λυπούνται
κι όταν από το γέλιο κουραστούν
να γείρουν να κοιμηθούνε
στο πρόσωπο του κύρη σου
και του μονάκριβού σου.

Στο σπίτι σου να μην ακουστεί
ποτές της κουκουβάγια
και το ντοντό σου πένθιμα
ποτέ να μην γαυγίσει.

Για τη χαρά που μού ‘δωκες
χίλιες να πάρεις πίσω.

Να το ιδείς να γίνεται
ψηλό σα κυπαρίσσι
και να το καμαρώνουνε
ούλοι οι συγγενείς του
σαν βγαίνει εις την αγορά
με τ’ άλλα της σειράς του.

Να τον ιδείς να παντρεύεται
με του ρήγα τη θυγατέρα
που όμοια της δεν εφάνηκε
ακόμα εις την πλάση

Να σπείρει πίσω του
μια κάμαρα απογόνους
που όλους να του περιπατείς
εσύ τις πρώτες στράτες."

 Ψιθύρισε και φίλησε γλυκά τη μικρομάνα στα κρύα ακροδάχτυλα τα λιγοθυμισμένα και κάρφωσέ της στα μαλλιά φρεσκοκομμένη δάφνη για να τση δείξει πόσο την τιμά και πόσο την λογαριάζει.

ΙΙΙ

 Έξω απ ‘το σπίτι στο χωριό βάστα καλά το γλέντι για τον ερχομό του Κωνσταντή και την υγειά της μάνας. Για τις χαρές του κύρη του για την τιμή του πάππου και για των παππούδων τη γενιά που θα βαστούσε ακόμα.

  Ο κύρης του στο μεταξύ είχε χαθεί στο δάσος και γύρευε να κυνηγά ελάφια για το γιο του. Το πρώτο που συνάντησε ήτονε μια λαφίνα πού ‘χε η δόλια πληγωθεί από ‘να μαύρο λύκο. Είχε λουφάξει η δύστυχη πίσω από ‘να βάτο και ‘κει πολέμα να κρυφτεί και κάτι ν’ αποκρύψει.

  Ένα μικιό κακορίζικο, πανώριο ελαφάκι που κούρνιαζε ‘κει στα ριζά του βάτου κι επροσπάθιε αν δύνατο να ενωθεί με τα κλαδιά του θάμνου. Η μάνα του έστεκε εμπρός και με τα πίσω πόδια εκλώτσαγε το άνοιγμα μην πλησιάσει ο λύκος.

 Μ’ αυτός ο κακοχάλαστος, απ’ το αίμα μεθυσμένος, δεν όρμαγε μήτ’ έφευγε αλλά πονηρεμένος, τον θάμνο γύρω έφερνε και περίμενε να ψοφήσει, η μάνα απ ‘τσι πολλές πληγές κι έπειτα να χουμήξει.

 Εκεί την εσυνάντησε, του Κωνσταντή ο κύρης κι αφού καλά την κοίταξε για λίγο κι εστοχάσθει. στο λύκο έπειτα όρμηξε τραβώντας το μαχαίρι πού ‘χε πάντα στη καρδιά πιότερο κι από φίλο.

 Είχε στη θήκη δράκοντα και στη λαβή διχάλα από φιδιού τα κέρατα για να ‘ναι ζυγιασμένο. Είχε σφυρηλατηθεί σε παλιό ατσάλι πού ‘χε πυρώσει σε φωτιά σαράντα μερονύχτια και είχε βαφτεί σε λάδι ελιάς από δεντρί παρθένο. Το ‘χε βλογήσει δέσποτας ανήμερα το Πάσχα κι η μάνα του το κοίμισε μια νύχτα στην αγκαλιά της όπου του ετραγούδησε παλιά κρυφά τραγούδια και δώδεκα κρυφές ευκές για να ναι μπιστεμένο.

 Μ’ αυτό στον λύκο χούμηξε δίχως να υπολογίσει μήτε τα γρυλίσματα μήτε τ’ άγρια του μάτια. Ο λύκος πια δεν έβλεπε τίποτις μπροστά του, παρά μονάχα το χαμό και το ζεστό το αίμα της λαφίνας πού ‘τρεχε κόκκινο απ’ τις πληγές της. Τον άρπαξε απ’ τον λαιμό και με τ’ άλλο του χέρι, γερά το στόμα τού ‘κλεισε να μην μπορεί να δαγκώσει.

 Τα μάθια του έστασαν θυμό. Τα δόντια του το μίσος και η ανάσα του μύρισε θάνατο και φόνο. Ο λύκος για λίγο λούφαξε, μα σαν είδε πως δεν εκράτει, στα χέρια άλλο τίποτις πέρα απ’ το μαχαίρι, απάνω του ερίχτηκε με περισσή μανία.

 Μα τ’ αντρειωμένου η δύναμη δεν βρίσκεται στα όπλα. Στη καρδιά και το μυαλό φωλιάζει και δυναμώνει.

 Ο Γιώργος λυγά τα γόνατα. Στα χώματα ξαπλώνει κι όπως ο λύκος τον περνά απάνω απ ‘το κεφάλι μπήγει την κάμα του μαχαιριού όσα με τη διχάλα. Έπειτα τινάζεται ορθός και το καρφώνει με λύσσα μες την καρδιά του άγριου κατάμαυρου θηρίου.

 Το θεριό πέφτει νεκρό κι ο Γιώργης αναστενάζει και κρύβει αυτός ο στεναγμός ούλη την ταραχή του. Βγάζει το μαχαίρι απ 'την καρδιά του λύκου, το σκουπίζει κι έπειτα σκύβει και τον φιλά ανάμεσα στα μάτια.

" Ήσουνα μπάρεμ' δυνατός
μα ‘γώ ‘χα σήμερα τύχη.
Ας σ’ αναπαύσει η μάνα γη
Και η κυρά των λύκων. "

 Γυρνάει, στέκει και κοιτά την αιμόφυρτη λαφίνα. Αφήνει το μαχαίρι στη γη και την επλησιάζει. Αυτή ανήμπορη και τον εκοιτά με σβησμένα μάτια. Γονατίζει πέφτει στη γη και του μιλάει σα κόρη.

“Έφέντη μου σ’ ευχαριστώ
που ‘σωσες το παιδί μου.

Για μένα είναι πια αργά
μ’ αφήνει η δύναμή μου.

Πάρε με φάε με εσύ
και δώσε την καρδιά μου
στο γιόκα σου για να μιλά
σαν άνθρωπος στο παιδί μου.
 Με τσ’ άντρες του σαν βασιλιάς,
με τις νιές αηδόνι και με τ’ άλλα ζωντανά
αδάμαστο λιοντάρι.

Το παιδί μου δώσ’ του το
να τ’ αναθρέψει εκείνος
και πες του να το ‘χει σύντροφο
φίλο του και στολίδι
κι αυτό θα του παρασταθεί
σαν θα ‘ρθει η ανάγκη.

Το δέρμα μου δώσε στη κυρά
να φτιάξει πανωφόρι
και απ’ το αίμα μου όσο απόμεινε
βάλτο στο εικονοστάσι.
Σαν θα βρ
εθείς σε κίντυνο
από καμιά αρρώστια
πιες το αν θες για γιατρικό
μ’ αγάπη θα σε σώσει. "

 Αυτά ‘πε και ξεψύχησε, αφήνοντας να κυλήσει ένα δάκρυ πού δεν έπεσε στη γη να το ρουφήξει. Στάθηκε και πέτρωσε. Γίνηκε διαμάντι που ο Γιώργης το μάζεψε για το μονάκριβο του.

IV

 Ούλα αυτά γινήκανε την μέρα που γεννήθη ο Κωνσταντής που έμελε να γίνει πρόγονός μου. Ο κύρης του δεν πρόλαβε να τον δει μεγάλο μα η μάνα του τον έζησε κι είδε απ’ αυτόν αγγόνια.

 Δεν ξέρω αν θα καμάρωνε ο κύρης του αν ζούσε κι έβλεπε πως δεν έγινε μη ρήγας, μήτε αφέντης μα ένας λεβεντάνθρωπος που ζούσε με περηφάνια.

 Εγώ πάντως το θωρώ τιμή πως απ’ αυτόν βαστάω.

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

ΗΓΑΠΗΜΕΝΗ

". . . κι οι βράχοι θά 'ναι
κατάμεστοι απ' τους φθόγγους
του ονόματός σου,
Αγαπημένη"

ΠΡΟΠΕΡΤΙΟΣ

Ι

Αισθάνομαι τη νύχτα τις τόσες σου μορφές
καθώς ακροβατείς γυμνή στις άκρες των ματιών μου
και γω προσμονώ καρτερικά ένα γλυκό σου λόγο
μια ορμήνια μια συμβουλή του
κάκου σε προσμένω.
Εσύ δεν με προσέχεις καν
Αποτραβιέσαι βιαστική πέρα σ' άγνωστα μέρη
Όπου είναι άνοιξη η ζωή και έρωτας ο χειμώνας
και τ' αγέρι κελαηδά μ' αρώματα φορτωμένο
από τους κόλπους γυναικών μαυροφορεμένων

Μ' εσώρουχο το θάνατο
την πίκρα για κασκέτο
και τη μοναξιά για σύντροφο όλη την εφηβεία
Με τα πόδια τους γυμνά στις πέτρες δουλεμένα.
Τις ψυχές αδούλωτες ζυμωμένες με αίμα
με λάμψη ατσαλιού και με καπνό και με πικρό τραγούδι.
Και μάτια αχόρταγα για μύθους και νεράιδες
που κατεβαίνουν το δειλινό στις πέτρινες τις βρύσες
και ξελογιάζουν τους όμορφους ,τους λεβεντογεννημένους
φορώντας πέπλα από ιστό αράχνης κι από φύλλα
δέντρων γέρικων κεραυνοχτυπημένων

Είναι οι φωνές τους μελωδικές γεμάτες χίλιους μύθους.
Χίλιες πνοές ανοιξιάτικες χίλιες νυχτιές τ' Απρίλη.
Μα η ψυχή τους είναι ψυχρή και η καρδιά τους πέτρα
τα χείλια τους φαρμακερά
κόκκινα ματωμένα
απ’ το αίμα πέρδικας κι αηδονιού που κλαίει
τα δειλινά στις ρεματιές το λυγερό που εχάθει.

Γιατί αυτό ξέρει το κακό, αυτό το τραγουδάει.
Να το ακούσουνε οι νιοι
να το μάθουν οι μανάδες
να κλείσουν σπίτι τα σερνικά και να τα διπλοτάξουν
τη μια στη γλυκιά την Παναγιά
πού' ναι κι αυτή μανούλα
την άλλη στην Αστρόφεγγη την κόρη του γέρο-Σάββα
που έλιωσε από δάκρυα για ένα παιδί που εχάθει
κάποια Μαγιάτικη βραδιά στη βρύση του Χονέρα
όπου συναντιούνται τα Σάββατα οι νύμφες του γύρω δάσους
και καρτερούν τους σερνικούς που βγαίνουν για κυνήγι
και τους μαγεύουν με τα κορμιά τα λυγερά σαν φίδια
και με λόγια πρόστυχα γεμάτα δόλιο πάθος

Αυτή έτρεφε για το νιο τέτοιο κρυφό μαράζι
που πάγωσε η καρδούλα της όταν αυτός φιλήθηκε
στη βρύση με μια μάγισσα, μια αιθέρια νεράιδα.
Δεν το ματαείδε ποτέ κανείς, δεν τον άκουσε κανένας.
Μόνο στου Αι-Γιαννιού την παραμονή ακούνε την φωνή του
οι ερωτευμένοι και οι τρελοί γιατί μόνο αυτοί γνωρίζουν
πως ο κόσμος ο εδώ κι πέρα είναι ίδιος.

Σε τέτοιου, κόσμου, χάνεσαι και γω σ' ακλουθάω
κυλιέμαι στα χνάρια σου τυφλός από τ' άγγιγμά σου
όπως το τρίχρονο σκυλί σε βραδινό κυνήγι
όπως μια πέννα αδειανή σε λευκή σελίδα
χωρίς να με νοιάζει αν μ' αγαπάς
μήτε το αν έχουμε μέλλον.

Ακολουθώ μόνο πιστά τα κρυφοβήματά σου
κι αφήνω πίσω μου γνωστούς
πόλεις που γνωρίζω
αγάπες και μνήμες παιδικές που μόλις ξεχωρίζω
απ' το σωρό των λόγων σου που κρυφοψιθυρίζω
ψάχνοντας νοήματα κρυφά και λέξεις χρυσωμένες

Εσύ γυρνάς και με κοιτάς μόνο σαν βραδιάζει
να βεβαιωθείς πως με κρατάς γιατί η ώρα πλησιάζει
που θα ενωθείς με τις σκιές γιατί και συ σκιά ‘σαι
Το κορμί σου είναι φωτιά με πέπλα καλυμμένο
και στα μαλλιά σου χίλια πουλιά ομάδι κρυφοπετούνε
και κλαίνε για τις ζωές που μάγεψες και πήγανε χαράμι
ακολουθώντας σε πιστά σε δρόμο που δε βγάζει
μήτε σε κόλαση, μήτε σε ουρανό παρά στης γης τον τάφο.

Αν δεις πως κοντοστέκομαι αρχίζεις το τραγούδι
που τραγουδάνε τα παιδιά τα βράδια του χειμώνα
όταν γυρνάνε μοναχά από άγριο παιχνίδι
Αν δεν ακούσω ντύνεσαι με του φεγγαριού τις ακτίδες
καλείς και το ζεστό νοτιά το στήθος σου να χαϊδέψει.
Σκορπάς στον ουρανό φιλιά να κρύψουνε τ' αστέρια
και γεμίζεις τη νύχτα με χυμούς
που στάζουν απ’ το κορμί σου
καθώς δίνεσαι άγρια σ' άνεμο που ουρλιάζει
από οίστρο ερωτικό στο βάθος των χειλιών σου
κι αντιλαλούνε τα βουνά τις κοφτές σου ανάσες
τα λόγια τα ερωτικά, τα δάκρυα των ματιών σου
καθώς φτάνεις σ’ οργασμό με μια κίνηση που σβήνει
την όποια ρανίδα βούλησης έκρυβε η ψυχή μου.

Σ' ακολουθώ ξανά πιστά μέχρι το τέλος της νύχτας.



ΙΙ

Χάραζε σαν φάνηκε μισόγυμνος στη στράτα να ακολουθεί τρεκλίζοντας μισοσβησμένα χνάρια πού 'τανε λένε ξωτικών και δεν τα βλέπαν άλλοι. Τα μάτια του στάζαν γυαλί. Τα χείλια του σκισμένα. Στα πληγιασμένα πόδια του είχε κρεμασμένα, κουδουνάκια ινδουιστών που ψέλναν κούφια λόγια.

Δεν μίλησε ούτε μια στιγμή. Δεν έκατσε καθόλου. Στη βρύση μόνο στάθηκε και ήπιε νερό βουνίσιο κι ευθύς η βρύση πέτρωσε. Πάγωσε το νερό της. Όσες κοπέλες του χωριού βρεθήκανε στη βρύση άρχισαν να χορεύουνε και να γλυκοτραγουδάνε του έρωτα τις ομορφιές, την πλάνη της αγάπης. Άφησαν όλες ξέπλεκα τα μακριά μαλλιά τους. Βγάλανε τα στολίδια τους και χύθηκαν στο δάσος να ψάχνουνε στις φυλλωσιές το μεθυσμένο Πάνα.

Χορεύοντας εζώσανε όλο το πευκοδάσος, που φούντωσε και άνθισε κι έρανε τις κοπέλες με γύρη κατακίτρινη του έρωτα θειάφι που χρύσωσε τις μπούκλες τους, κάλυψε τα κορμιά τους και τα λευκά τα στήθη τους τα έκρυψε απ' τον ήλιο. Όταν όλες πέσανε με γέλια στο ποτάμι, μέθυσαν τα νερόφιδα που βγήκαν απ' τις φωλιές τους κι άρχισαν να ερωτοτροπούν με τις γυμνές κοπέλες που νόμιζαν πως σμίγουνε με τους θεούς του δάσους γι' αυτό κι εδώσαν πρόθυμα τα παρθενικά κορμιά τους στους δαίμονες του ποταμού.

Έτρεξαν τότες οι χωριανοί και χτίσανε τη βρύση. Στείλανε όλες τις νιες να ξομολογηθούνε κι άφησαν στο κατόπι του την πιο βαριά κατάρα:

«Να μην στεριώσει πουθενά
μόνο πάντα να τρέχει
σαν ταξιδιάρικο πουλί
που το κυνηγά το κρύο
κι όταν τελειώσει η στεριά
κι οι δρόμοι για να βαδίσει
να ριχτεί στη θάλασσα
και κει να ξεψυχήσει."

Δεν τον ματαείδε από τότε κανείς.


ΙΙΙ

Την ακλουθούσα ολονυχτίς
τυφλός και μεθυσμένος
απ' του κορμιού της τους χυμούς
τη λάμψη των μαλλιών της
σε δρόμους και μέρη άγνωστα
σε δάση μαγεμένα
που κούρνιαζαν στα δέντρα τους
του ήλιου οι φυγάδες
και έβγαιναν μόνο τις νυχτιές
με το βαθύ σκοτάδι
για να τραφούν με τις ψυχές
που βλέπαν εφιάλτη.

Συναντιόνταν στα στενά.
Σμίγαν στα σταυροδρόμια
και στήνανε μιαρές τελετές
τα βράδια του Σαββάτου
όπου γυρνάνε οι ψυχές
στον κόσμο τον επάνω
κλαίγοντας για τα βάσανα
και για τους ξεχασμένους.
Αντηχούν κείνες τις νυχτιές
όλα τα σταυροδρόμια
από ψαλμούς και ουρλιαχτά.
Από φωνές και κλάμα.

Δεν σταματούσε πουθενά
βιαζόταν να προφτάσει
να μην τη φιλήσει ο Αυγερινός
να μην την αγγίξει η Πούλια
με τ' ασημιά της δάχτυλα
με τα χρυσά στολίδια
που λάμπουνε στο πρώτο φως
σα μυγδαλιάς μπουμπούκια
σαν πρωινές δροσοσταλιές
σε φύλλα που λυγίζουν
κι αγγίζουν με τις άκρες τους
το μυρωμένο χώμα
ευχαριστώντας τον ουρανό
για τα ζωτικά φιλιά του.

Περάσαμε από βουνά
πού 'σαν γυμνά σπαρμένα βράχια
που ορθώνονταν στη νυχτιά
κλαίγοντας στο φεγγάρι.
Αντιλαλούσαν οι πλαγιές
απ' τις πένθιμες φωνές τους
που καταριόντουσαν το φως.
Ξορκίζανε τη λάμψη.
Ζητώντας από τη νυχτιά
να σκύψει να σκεπάσει
με βρύα τα γυμνά τους κορμιά
που άσπριζαν απ' τον ήλιο.

Που πύρωναν απ' τον νοτιά
και θρύβονταν απ' το λεπίδι
μα στέκονταν αλύγιστα
ορθά μέσα στο χρόνο
καρτερικά προσμένοντας
ένα αργοδιάβατο τέλος.

Στην πέρα άκρη του βουνού
ήταν μια πολιτεία
αλλοτινή αρχόντισσα
γεμάτη μεγαλεία
μα τώρα ετοιμοθάνατη
και χιλιοξεχασμένη.
Έβρεχε τα πόδια της
σε μια θάλασσα ξένη
που δεν λυπόταν τον ξεπεσμό
δε μέτραγε την κατάντια
μόνο μαστίγωνε διαρκώς
το έρημο πια λιμάνι.
Που κάποτε έσφυζε ζωή
και φλόγα ασετυλίνης.
τα καλοκαίρια τα ζεστά
που στέγνωναν οι στέρνες
που η άμμο πύρωνε
και ο αγέρας αδρανούσε
και οι γέροι ορκιζόντουσαν
πως δεν είχαν νιώσει
ποτέ ξανά τέτοια πυρά
και τέτοια κούφια ζέστη.
Που το φεγγάρι ζώνανε
πολύχρωμα δαχτυλίδια
καθώς τα παιδιά σκαρώνανε
κρυφτό και παραμύθια
και οι μανάδες στέκανε
στο κατώφλι και μιλούσαν
για τη ζωή
τα όνειρα
και το γλυκό κεράσι.

Έτσι γέμιζαν οι νυχτιές
ιδρώτα και τραγούδια.
Τραγούδια και ερωτόλογα
για πρώιμες αγάπες.
Βασιλικού αρώματα
και γιασεμιού λουλούδια.
Κρασί και ξερά φύλλα καπνού
αραβοσίτου γένια
που τ' άναβαν οι μπόμπιρες
και τα στριφογυρνούσαν
ραντίζοντας τον μαχαλά
με χίλια πεφταστέρια.
Χίλιες παρθενικές ευχές.
Μύρια όνειρα μεγάλων.
Που κανείς δεν εκπλήρωνε
μα και κανείς δεν ξεχνούσε.
Μόν’ τα κρατούσε φυλαχτά
Τά 'λεγε και πονούσε.
Μ' αυτά μετρούσε τον καιρό.
Μ' αυτά προίκιζε τα παιδιά του.

Έπειτα το φθινόπωρο
που μίκραινε η μέρα
φούσκωνε η θάλασσα
και γέμιζε το λιμάνι
σμήνη ταξιδιάρικων πουλιών
που έφευγαν για το νότο.
Γύριζε ο καιρός προς το βοριά
και έπεφταν οι πρώτες στάλες.
Τα πικρά δάκρυα τ’ ουρανού
για της γης την κόρη
που έφευγε απ' τη ζωή
κι έσμιγε με τον Άδη
για έξι μήνες κρύους και μουγκούς.
Γεμάτους νεκρούς και ίσκιους.
Γιόμιζαν οι δρόμοι με ποδιές
οι αυλές με ξύλα
και οι καρδιές των ποιητών
με κιτρινισμένα φύλλα
και θλίψη που απλώνονταν
σ’ ολόκληρη την πόλη
που άναβε τα φώτα της
για να ξεχειμωνιάσει
ένα χειμώνα νεκροζώντανο
που έκλεβε με τα χιόνια
τη δροσιά από τα κλαδιά
και τα κορμιά των ανθρώπων.

Μα τώρα η πόλη ερήμωσε
στερέψανε οι δρόμοι
πάντα βοριάς τη χτυπά
μα ποτέ δε βρέχει.
Γέμισε ο αέρας με καπνό
το λιμάνι πίσσα
και τα ταξιδιάρικα πουλιά
έφυγαν σ' άλλα μέρη.
Στα σαθρά σπίτια της
δεν ακούς άλλους ήχους
παρά κατάρες και βρισιές
κι απόγνωσης κουβέντες.
Σ' αυτή την πόλη φτάσαμε
κι αφού μας βρήκε ο ήλιος
κρυφτήκαμε στ' αγάλματα
στο πάρκο των ηρώων.
Με φύλλα σκεπαστήκαμε
προσμένοντας το βράδυ.
Με πήρε τότε αγκαλιά
με τ' ανάλαφρά της χέρια.
Με τύλιξε με το πέπλο της
και τα μυρωμένα μαλλιά της
και με νανούρισε γλυκά
με λόγια γιομάτα άστρα.


IV

Τους είδα στο πάρκο κάποιο πρωί να κρύβονται σα τις σκιές ανάμεσα στους θάμνους. Πίσω από παγκάκια αδειανά. Πίσω από σπασμένες κούνιες και τραμπάλες πολύχρωμες και ξύλινα αλογάκια. Πίσω από τα μάτια των παιδιών που τρέφονται με μύθους. Πίσω από σπασμένα αγάλματα επιφανών ηρώων.

Ήταν χειμώνας –παγωνιά- μ' αυτοί κυλιόντουσαν γυμνοί στα νοτισμένα φύλλα. Δεν πλησίασα πολύ. Φοβήθηκα νομίζω. Ποιος ξέρει μπορεί να ήταν ξωτικά. Να μ' έπαιρναν μαζί τους. Ύστερα πάλι σκέφτηκα:

_«Εμένα τι με μέλλει; "

Εγώ έχω τα δικά μου να σκεφτώ. Δικιά μου ζωή να ζήσω. Άσε που μπορεί να 'ταν και ευτυχισμένοι. Τουλάχιστον αυτή.

Όλο γελούσε. Τον είχε πάρει αγκαλιά και του μιλούσε. Δεν ξέρω τι του έλεγε, μα φαινόταν ωραίο. Όπως κινούσε τα χείλια της. Όπως έλαμπε το πρόσωπό της με μια γαλήνη αλλόκοτη που τόσο σε τραβούσε. Όπως κάπου κάπου σταύρωνε τα αλαβάστρινά της πόδια. Του χάιδευε ολοένα τα μαλλιά και τον φιλούσε. Αυτός είχε κουρνιάξει στον κόρφο της σαν μωρό. Σαν κισσός σε δέντρο. Απ' ώρα σ' ώρα άνοιγε τα μάτια του και κοιτούσε, μα αυτή του τα σφράγιζε γρήγορα με φιλιά και χάδια και με του έρωτά της τους χυμούς του έκλεινε το στόμα.

Δεν ξέρω πόσο έμειναν, μπορεί να μείναν μέρες. Όταν ξαναπέρασα, είχανε φύγει πάντως. Οι θάμνοι όμως είχαν βγάλει κορφές. Είχαν πετάξει μάτια. Και λάμπανε- λεν - το σούρουπο μ' ένα φως δικό τους. Ακόμα και τώρα άμα πας, θα τους δεις να φωτίζουν το πάρκο και τα ζευγάρια τ' άστεγα που γύρω τους τα βράδια σμίγουν.

Τ' αγάλματα δεν υπάρχουν πια. Τα έφαγε ο χρόνος. Την μέρα από κει δεν περνά κανείς. Το λένε μαγεμένο. Μόνο τα παιδιά περνούν από κει και οι ερωτευμένοι και έχουνε όλοι τους να σου πουν παράξενες ιστορίες. Τον ξέρεις τον κόσμο τώρα μαθές. Στόμα ‘χει και μιλάει. Λένε πολλά – αλλόκοτα- μα εγώ δεν τα πιστεύω.



V

Τ' άλλο βράδυ σαλπάραμε
νωρίς μ' ένα καράβι σάπιο
πού 'χε σπασμένα τα κουπιά
και τα πανιά σκισμένα.

Ναύτες του ήταν τα πουλιά
που φώλιαζαν στα κατάρτια.
Είχε καπετάνιο κι οδηγό
τον οργιώδη Νότο
που τ' οδηγούσε από μακριά
με μία καυτή πνοή του.

Είχε στη σάπια πλώρη του
μια ξύλινη γοργόνα
με μάτια ορθάνοιχτα
μαλλιά ψαρά και στήθη πληγωμένα
από το σαράκι και το Βοριά
που χρόνια τα χτυπούσε.

Έστεκε αλύγιστη
στην πλώρη σκαλωμένη
κι ατένιζε τον ορίζοντα
διψώντας για εικόνες
όπως διψάει η λεμονιά
για πρωινή δροσούλα.

Όπως το χώμα το τραχύ
για αίμα και αμάχη
και λόγια βαριά κι απερίσκεπτα
από θερμά αγόρια
που προτού γευτούν τον έρωτα
γεύονται το μαχαίρι
προτού σμίξουν με γυμνό κορμί
σμίγουν με το χώμα.
Έσκιζε τα κύματα
απαγγέλλοντας στίχους
για τη ζωή
τον έρωτα
τ' ατέλειωτα ταξίδια
και το κορμί της το λειψό
που κίνηση ποθούσε
μα το 'χαν καταραστεί θεοί
στην άμμο να σκεβρώνει
και τον αχό απ' την θάλασσα
ν' ακούει μέρα νύχτα.
Σα να 'ταν ερωτόλογα
από εφήβου στόμα
που ξελογιάζουν και πονούν
και καίνε στ 'άκουσμά τους.

Που δεν κουράζονται ποτέ
την αγάπη να ποθούνε.

Που αγαπούν ολόψυχα
και ζούνε με βιασύνη
γιατί οι λέξεις είναι πολλές
και η ζωή τους λίγη.

Μα αυτή έσμιγε
μονάχα με τη λήθη
τους κόκκους της άμμου της ξανθής
που πάνω της κολλούσαν
και έναν ξενύχτη κάβουρα
που ζούσε στο κορμί της
και τρέφονταν απ' τις σάρκες της
και τ' αλμυρό της αίμα
δίνοντας για αντάλλαγμα
θαλασσινές σταγόνες.

Άκουσε το κλάμα της
ένα μικρό δελφίνι
με ράχη στιλπνή
σαν μέταλλο
και σκούρα
σαν τη νύχτα
που ήρθε και κολύμπησε
δίπλα στο καράβι.

Χόρευε με τα κύματα
χάιδευε την πλώρη
και φώναζε στην ακρόπρωρη
να ενωθεί μαζί του.

Τότε η γοργόνα πέταξε
το ξύλινο κορμί της
αφέθηκε στα κύματα
και χάθηκε στα βάθη
αφήνοντάς με να νοσταλγώ
τη στεριά που εχάθη
κοιτώντας το αυλάκι
από φάρο μακρινό
που σκόρπιζε στον ουρανό
χιλιάδες πεφταστέρια.

Που με χάρη έσμιγαν
με του κύματος την ράχη
μ' έρωτα παράτολμο
που δεν υπολογίζει
μήτε γη
μήτε ουρανό
μήτε θανάτου φόβο.

Σαν τα παλικάρια του χωριού
στου Αϊ-Γιαννιού τη σχόλη
που δρασκελίζουν τη φωτιά
σνομπάροντας το φόβο.

Για μια ματιά
πάντα κλεφτή
μα γεμάτη πόθο
που κρατά
μόνο μια στιγμή
όσο και το άλμα
γιατί την πνίγει ύστερα
συνήθεια τόσων χρόνων.

Αποφάσεις
και ρήσεις πατρικές
που υψώνονται σαν τοίχος
κλείνοντας έξω τον έρωτα
και τον αποκαρδιώνουν.

Μα ο φάρος χάθηκε
κι αφέθηκα στο νόστο
που θέριεψε
ανδρώθηκε
και πήρε οστά και σάρκα
και τη μορφή της κοπελιάς
πού 'χα πρωταγαπήσει.

Κατέβηκε και στάθηκε
στη θέση της γοργόνας
κι άρχισε να θρηνεί
για ό,τι πίσω αφήνω.

Τον άκουσε όμως ο Νοτιάς
κι έστειλε τα παιδιά του
που μαζευτήκαν γύρω μου
ανοίγοντας διαμάχη.

Κάθε λόγος νοσταλγικός
μαχαίρι στο κορμί μου
μα κάθε αγέρα ράπισμα
μουδιάζει τη ψυχή μου.


VI

Σκέψου
πως φεύγεις μακριά
από γωνιές δικές σου
Από σοκάκια γνώριμα
που τά 'χεις περπατήσει
και πλατείες σκοτεινές
που μέσα τους έχεις ζήσει.

Στιγμές
που δώσανε μορφή
στη σκέψη και την καρδιά σου.

Πρόσωπα
γνωστά από μικρά
π' ανδρώθηκες μαζί τους.

Φωνές
που ψιθυρίζουνε
λόγια που τα γνωρίζεις.

Κορμιά
που τά 'δες να γελούν,
να κλαίνε,
να πονάνε
να σμίγουν,
να χωρίζουνε
κι έπειτα να θυμούνται
μόνο τις όμορφες στιγμές.
Οι άσχημες να σκορπίζουν
στο μολυβί του ουρανού
στην ψύχρα του Βαρδάρη.


Όσοι αγαπούνε
έχουνε πατρίδα την καρδιά τους.
Γονείς τους
τον ήλιο και την οργωμένη γη.
Για αδελφό
τα βράχια
και τον ουρανό για σκέπασμα
τα χειμωνιάτικα βράδια.


Εκεί που πας
δεν χρειάζονται
τα πρόσωπα και οι μύθοι.

Κάθε μέρα ξαναζείς
όπως εσύ ορίζεις τις προηγούμενες στιγμές.

Δεν χρειάζονται όνειρα
γιατί ζεις αιώνια.

Δεν υπάρχει πόνος
ή χαρά
ανάγκη να θυμάσαι.


Οι αναμνήσεις είναι μπελάς
που ποτέ δεν ξεπερνάς
μα μέσα τους γυρίζεις.


Η μνήμη
είναι δώρο θεϊκό.
Χωρίς αυτή τι θα 'σαι;

Αν δεν θυμάσαι, δεν αγαπάς.
Αν δεν αγαπάς, δε νοιώθεις.
Αν δε νοιώθεις, τότε γιατί ζεις;

Σα δέντρο χωρίς ρίζες
που δεν πρασίνισε ποτέ
δεν κάρπισε
δεν είδε
τα φύλλα να πέφτουν κίτρινα στο νοτισμένο χώμα.

Σαν άγαλμα καλλίγραμμο
από διάσημο τεχνίτη
που στέκει όμως ανέραστο
χωρίς να θυμάται
χωρίς να ζει
χωρίς να γερνά
χωρίς στιγμή ν' αλλάζει.


Η μνήμη
είναι τιμωρία από το Θεό
για των πρωτόπλαστων το κρίμα.

Δεν είναι κατάρα
να θυμάσαι όμορφες στιγμές
που δε θα ξαναζήσεις;

Να κουβαλάς
φορτίο άχρηστο
που θα σε βασανίζει;

Θα σε πονά;
Θα σε γερνά;
Θα σε γεμίζει με εικόνες
ψεύτικες
που δεν σου χρησιμεύουν;

Όσο για τις άσχημες στιγμές
ποιος τις θέλει; πες μου.
Ποιος θέλει να τις θυμηθεί;
Σε ποιον δε φέρνουν τρόμο;

Χίλιες φορές
άδειο μυαλό στο σήμερα δοσμένο
παρά να κουβαλάς συνεχώς
στιγμές που δεν σ' ανήκουν.

Ό,τι έγινε στο χτες στο χρόνο μόνο ανήκει
μα ότι σήμερα γίνεται είναι μόνο για σένα.



Θυμήσου
τραγούδια που αγαπάς
και δεν θα ξανακούσεις.

Θυμήσου
ηλιόλουστα πρωινά
γεμάτα φασαρία
από παιδιά που παίζανε
εμπόρους που οχλαγωγούσαν
από ραδιόφωνα
μικρά που τα σουξέ μασούσαν
δέντρα ανθισμένα
που πότιζαν με άρωμα το δρόμο
κι από τ’ ανοιχτό παράθυρο
τύλιγαν και μεθούσαν
κορίτσι που μισόγυμνο
έβγαινε στο μπαλκόνι
να χαϊδέψει έναν ανθό
να κόψει ένα κλωνάρι
για να στολίσει τα μαλλιά
αυτού που αγαπάει.



Σκέψου
μια ζωή αιώνια
χωρίς να σε κουράζει.

Σκέψου
έναν ήλιο βασιλιά
που όλα τα σκεπάζει
με ηλιαχτίδες πρωινές
μ’ ολόχρυσο μεγαλείο.

Ποτάμια
που σκορπούν μουσική
δέντρα
που τραγουδάνε
κορμιά
που τρέχουνε γυμνά
και που δε γερνάνε
κορίτσια
ολοπρόθυμα να σ' ευχαριστήσουν
χωρίς ποτέ αντάλλαγμα
από σένα να ζητήσουν
λουλούδια
με πανώρια ομορφιά
μ' άρωμα που ζαλίζει
χορτάρι καταπράσινο
που την αυγή γυαλίζει
και τεντώνεται λυγερό
το σώμα σου ν' αγκαλιάσει
να σε κρατήσει απαλά
και να σε ξεκουράσει.


Θυμήσου
βράδια σκοτεινά
γεμάτα αγωνίες
που περπατώντας στα στενά
τους φόβους σου νικούσες
προσπερνώντας τις σκιές
χωρίς να τις κοιτάξεις
καθώς τρέχοντας πήγαινες
να συναντήσεις
κάποια παρέα έτοιμη
τον κόσμο να κατακτήσει
μ' όπλα το πείσμα
και τα όνειρα
που έκρυβαν στην καρδιά τους
και την μυρωδιά
από πνεύμα νεανικό
που έντυνε τα κορμιά τους.

Δρόμους
σα ποτάμια ορμητικά
που πάνω τους έρεαν άστρα
την πόλη σου
που απ' τον ουρανό
τη χωρίζουν τα κάστρα
σαν την κοιτάς από μακριά.


Σκέψου
μια χώρα καταπράσινη
όπου ποτέ δε βρέχει
κι όμως ανθίζουν τα κλαδιά
το χώμα μυρίζει σπέρμα.

Κανένας φόβος δε σε τυραννά
κανένα κρυφό μαράζι.
Σα διψάσεις ξεδιψάς
με δάκρυα νεράιδων
και τρέφεσαι με τα φιλιά
από μικρές παρθένες.

Ξαπλώνεις
σε στρώμα από φτερά
και πέταλα πεταλούδας
και σε σκεπάζουνε πουλιά
με τα μαλλιά μιας νύμφης.

Έχεις
για μόνη έγνοια σου
το πόσο θα γλεντήσεις
για να δοξάσεις το θεό
του έρωτα και του δάσους.

Τα βράδια
τ' ανοιξιάτικα
τρέχεις στα σταυροδρόμια
και στήνεις έξαλλους χορούς
μ' όλης της γης τις νύμφες.

Το χειμώνα
ξενυχτάς
γύρω από πεφταστέρια
που σου ζεσταίνουν το κορμί
και βάφουν τα μαλλιά σου
μ' όλα τα χρώματα της αυγής
και τ’ ουράνιου τόξου.

Τα καλοκαίρια
παραφυλάς
στις φυλλωσιές των δέντρων
και περιμένεις τις κοπελιές
να 'ρθουν να ξαποστάσουν
και αφού τις νανουρίσουνε
γλυκόλαλα αηδόνια
στα όνειρά τους μπλέκεσαι
και τις ξελογιάζεις.

Ή κρύβεσαι
στα δάκρυα
απ' τις ιτιές που κλαίνε
δίπλα σε ποτάμια κρυστάλλινα
που σιγοτραγουδάνε
και προσμένεις τις τολμηρές
που παρακούν τους μύθους
και έρχονται στο νερό
το κορμί τους να ξεπλύνουν
από την σκόνη
απ’ την κούραση
και τον αλμυρό ιδρώτα
και όταν γδυθούν
κι αφήσουνε
το ρέμα να τις χαϊδέψει
τις πυρπολείς μ' έρωτα
και τις κάνεις δικές σου.

Σαν έρθει το φθινόπωρο
μαζεύεις τα σάπια φύλλα
τα δάκρυα των ξερών κορμών
για το τέλος της νιότης
κι υφαίνεις μ' αυτά περίτεχνα
χαλιά για όλο το δάσος.



Θυμήσου
γυναικεία κορμιά
έτοιμα να δοθούνε
όχι γιατί τα πλάνεψαν
τα μάγια και η ζέστη
αλλά γιατί σ' αγάπησαν
και τον έρωτά σου ποθούνε.

Όπως ποθεί ο Αυγερινός
την λυκόφωτη Πούλια.
Όπως το γάργαρο νερό
το διψασμένο χώμα
και το κλωνί της μυγδαλιάς
το πρώτο φως του Μάρτη.

Χείλια
κόκκινα ζεστά
που μόλις σχηματίζουν
τ' όνομά σου καίγονται
απ' τη φλόγα της αγάπης.
Αφήνονται στη μέθη της
σα βάρκες σε φουρτούνα
να τις παρασέρνουν τα κύματα
του πόθου που κοχλάζει
και τραντάζει τον κορμό
ώσπου τον κομματιάζει
σε βράχια γεμάτα ηδονή
μέθη
μα και πίκρα.

Πλάτες
λες απ' αλάβαστρο
π' αναριγούν στο χνώτο
που βγαίνει απ' το στόμα σου
ζεστό
φορτωμένο πόθο.

Που κυλάνε πάνω τους
αυλάκια από ιδρώτα
νοτισμένα σ' άρωμα
σε δάκρυα
σε ζάλη.

Που κυματίζουν
που πάλλονται
στο ρυθμό που δίνουν
τα δυο πλεγμένα σας κορμιά
στου έρωτα το δίχτυ.

Ανάσες
λέξεις
βογγητά
κραυγές που κρύβουν πόνο
ήχοι και εικόνες
ανάκατες που δεν καταλαβαίνεις
μα ακολουθείς σαν σε χορό
που κινείται φρενιασμένα.

Μάτια
Ανοιχτά.
Χείλια
υγρά.

Στήθη
ερεθισμένα.

Κορμί
από ιδρώτα να κολλά.

Δάχτυλα γαντζωμένα
σ' ένα σεντόνι βρώμικο
για να μην παρασυρθούνε
από το χείμαρρο του οργασμού
σε τόπους που δεν γνωρίζουν
και που δεν βρίσκονται μορφές
παρά μονάχα ήλιοι
που εκρήγνυνται και σκορπίζουνε
σε πολύχρωμες ψιχάλες.

Η κάθε μια κι ένα φιλί.
Μια ρανίδα ιδρώτα.
από ένα κορμί νεανικό
τη στιγμή που τελειώνει.



Σκέψου
μια γιγάντια φωτιά
με χλωρή ερυθρελάτη
και γύρω της γυμνά κορμιά
ξέφρενα να χορεύουν.
Να τραγουδούν
τον ερχομό
του πιο σκληρού χειμώνα
και η ηχώ τους
να ξεσπά σε ουρλιαχτό ανέμου
που κατεβαίνει από βουνά
σέρνοντας πίσω του χιόνια
και παγώνει τα χωριά
τις πόλεις
τις ημέρες.

Πλάθει
άγρια θεριά
με τον καπνό απ' τις σόμπες
πριγκίπισσες κι αρχοντόπουλα
με τις χιονονιφάδες
που τα δανείζονται οι γριές
και φτιάχνουν ιστορίες
για έρωτες
για πόλεμους
για αδάμαστους κουρσάρους.


Γεμίζοντας
με θάματα
τις παγωμένες νύχτες.

Μ' αυτός
αδιαφορεί
για τις παιδικές ιστορίες
και τριγυρίζει στις γειτονιές
και τις έρημες πλατείες
ραπίζοντας για παιχνίδισμα
τους λιγοστούς διαβάτες.

Κι όταν
την πόλη περιδιαβεί
και την αναστατώσει .
ξεφεύγει προς τη θάλασσα
και χάνεται στο Νότο
σκορπώντας στ' αδιάκοπα κύματα
το δικό σας τραγούδι.



Θυμήσου
αγαπημένες αγκαλιές



Σκέψου
ξεδιάντροπες χαρές



Θυμήσου
γέλια φιλικά
πετρόστρωτα στενά
της πόλης τη μελωδία



Σκέψου
μάγια
ψυχές αδάμαστες
την αθανασία



" Άκουσε
τι λέει η καρδιά σου"

Μου φώναξε η θάλασσα
θωπεύοντας την πλώρη
συνοδεύοντάς με τα κύματα
τους χτύπους της καρδιάς μου
που μέτραγαν τους πειρασμούς
και όπως η κλεψύδρα
σιγοαδειάζει καθώς μετρά
το πέρασμα του χρόνου
έτσι άδειαζε κι αυτή
από δύναμη και κουράγιο
και σίγουρα θα λύγιζε
αν δεν ξεσπούσε φουρτούνα.



VII

Τότε ήταν που τους πρόφτασε η φοβερή κατάρα που ήταν στο κατόπι τους απ' το χωριό εκείνο. Έσχιζαν τον ουρανό φωτιές σα δίκοπα μαχαίρια. Χτυπούσε ο Βοριάς αλύπητα το σαπισμένο κουφάρι και θάλασσα εχώρισε –θαρρείς- για να κρύψει το πλοίο από το πρόσωπο της γης και να ξεπλύνει το κρίμα. Αυτή έστεκε όρθια με απλωμένα τα χέρια. Τα μαλλιά στον άνεμο και το κορμί πανώριο και προσπαθούσε μες τον χαλασμό να τον τραβήξει κοντά της.

_ «Έλα»

Του βροντοφώναξε και η φωνή της ακούστει πάνω απ' του κεραυνού τη βουή και τ’ ουρανού το κλάμα.

_ «Δεν μπορώ !»

Προσπάθησε τρομαγμένος να ψελλίσει. Μα η φωνή του κόπηκε και σκόρπισε σαν ρόδι που σπάνε την Πρωτοχρονιά για γούρι στο κατώφλι. Έπεσε στα τέσσερα για να την πλησιάσει μα ο Βοριάς τον εμπόδιζε και τον έσπρωχνε μακριά της.

_ «Έλα»
Του ξαναφώναξε και ήταν γεμάτη λύπη, αυτή η μελωδικότατη φωνή που τόσο αγαπούσε.

_ «Μη μένεις μακριά μου θα χαθείς . . .»

Την άκουσε να λέει, μα η φωνή της έσβησε καθώς ο ζεστός Λίβας την έπαιρνε στα χέρια του για να την προστατέψει και να τη μεταφέρει μακριά από το σάπιο κουφάρι του καραβιού, που τρέκλιζε μέσα στην καταιγίδα και τον παρέσερνε μακριά, χωρίς καμιά ελπίδα να βγει από μέσα του ζωντανός.

Πλησίασε την κουπαστή, φώναξε τ' όνομά της. Χωρίς να προσμένει απάντηση, σκαρφάλωσε στα ξάρτια και ρίχτηκε στην θάλασσα γυρεύοντας λησμόνια.

Δεν τον ματάδε ποτέ κανείς μα δεν πέθανε πιστεύω.
Έγινε μάλλον άλμπατρος κι ακολουθεί τα πλοία
ψάχνοντας για τη μάγισσα που έκλεψε την καρδιά του.


Δεν έζησαν αυτοί καλά αλλά για σας το ελπίζω.



VIII

Όταν ήμουνα παιδί
-πέντε χρονών νομίζω-
η γιαγιά μου για να κοιμηθώ
μού ‘λεγε τα βράδια
το παραμύθι του Γιαννιού.

Εγώ για να την τιμήσω
δεν έβλεπα άλλα όνειρα
πέρα απ' αυτόν το μύθο
που ιστορούσε στα μάτια μου
την πιο δυνατή αγάπη.

Έτσι έμαθα ν' αγαπώ.
Να ποθώ.
Να θέλω.

Με τον Γιαννιό σαν ήρωα.
Την Θάλασσα σαν φίλο
και
τον Νοτιά αντίζηλο
που δεν νίκησα ποτέ μου.



Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Σκάκι

Θα προχωρήσουμε τα τετράγωνα γρήγορα
αγχωμένοι
και στο τέλος από εμάς
κανείς
δεν θα γίνει βασίλισσα.

Στο τέλος θα δούμε καθαρά
πως
εκεί
υπάρχει μόνο τέλος.

Όπως Έχουν Άλλοι Πει

Όπως έχουν άλλοι πει,
“σ’ένα καθρέφτη έχουμε γνωριστεί
γι’ αυτό και το ράγισμα στα μάτια”.
Γι’ αυτό και τα τόσα χρόνια γουρσουζιά
και η αντανάκλαση της ζωής των άλλων.
Την δική μας όμως θα την ζήσουμε κρυφά
πίσω απ’ τον καθρέφτη.
Όταν αυτός σκεπαστεί
ίσως για κάποιο πένθος

Εξομολόγηση

Μην μου θυμώνεις μάτια μου
δεν φεύγω γιατί δεν θέλω
να τριγυρίζω γύρω σου
σα μέλισσα σε λουλούδι.

Πονάω μόνο μάτια μου
καθώς δεν το αντέχω
να μοιράζομαι το βλέμμα σου
με τον υπόλοιπο κόσμο.

Όλα Εδώ

Όλα εδώ.
Όλα οικία.
Όλα γνώριμα από παλιά.
Σε κάθε της λέξη η αγωνία
για την κουβέντα που τόσο πονά.

Κάτι Σαν Καληνύχτα

Η ιστορία τελειώνει εδώ.
Δεν έχω τίποτα άλλο να πω.
Θ’ αφήσω τον χρόνο να κυλά αργός
τη ζέστη του καλοκαιριού να κρατά το ίσο
και ίσως μέχρι να ξαναψυχράνει ο καιρός
να βρω τη δύναμη να σας ευχαριστήσω.

Μέχρι τότε απλά αποχωρώ.
Σας καληνυχτώ.
Πάω να ψοφήσω.

Κάπου Κάπως Κάποτε

Όλες οι στιγμές κενές.
Καινές και ξεχασμένες.
Όλες εδώ
μα εγώ πρέπει να φύγω.

Νύχτα Χειμώνα

Η σκόνη κάθεται πάνω στο γυαλί και το θαμπώνει
όπως ο χρόνος λερώνει τη ψυχή
κάθε λεπτό που χάνεται καθώς ξημερώνει
χαρίζει στη νύχτα μια λάμψη ξεχωριστή

Μικρό Τραγούδι Για ΄Ενα Βράδυ

Μικρό τραγούδι για ένα βράδυ
μια νότα μόνο είναι αρκετή
σ’ αυτή τη πόλη δεν υπάρχει σκοτάδι
έχει από φόβο εξοριστεί.

Μόνο ανάσες θα ‘χει για λόγια.
Μικρούς πνιχτούς αναστεναγμούς
και κάποια στιγμή ίσως κάποιο χάδι
πιότερο απ’ ανάγκη παρά στοργή.

Μικρό τραγούδι γι’ αυτό το βράδυ.
Χωρίς φεγγάρι κι η νύχτα αυτή
κι όμως μες στο ημίφως που σκάτζαρε το σκοτάδι
η πανσέληνος καραδοκεί.

Μικρό τραγούδι.
Νύχτα Φλεβάρη.
Μια νότα μόνο είναι αρκετή.

Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Μικρο Χειμωνιάτικο Τραγούδι

Μικρό τραγούδι
βράδυ φλεβάρη
ο χειμώνας σε θέση
φυγής.

Στον Τσ. Μπουκόφσκη

Τον γνώρισα στα δεκαπέντε.
Πολύ μικρός για να ξέρω τη ζωή
πολύ ανόητος για να γνωρίζω τον εαυτό μου.
Έμεινα μαζί του για να μάθω τις γυναίκες
-ανόητος λόγος σίγουρα μα ο μόνος που είχα.
Μού μαθε τον θάνατο.
Και το ποτό.
Κυρίως τον θάνατο.
Τον αργό.
Τον δυνατό.
Τον θάνατο των παπούδων μου
Ακόμα μου τον διδάσκει.

Αν έζω κερδίσει κάτι απ’ αυτόν
είναι αυτό.
Και η σιγουριά
πως όλοι
μα όλοι
δείχνουν γελοίοι
με τα σώβρακα
πεσμένα.

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Συνταγή γ΄

Χρυσή βροχή κι αγίασμα
Οι στάλες των χυμών μας
Αντιμονούχο μίασμα
Οι σκέψεις των μυαλών μας

Αφορισμοί Από Τη Κόλαση

  • Ο έρωτας σαν άνθρωπος είναι αδηφάγος.
  • Ένα κορμι δίπλα μου. Ένας κόσμος μακριά μου.
  • Αν απ’ αγάπη δεν καείς δε σου πρέπει να ζήσεις.
  • Είναι ντροπή στον έρωτα να χάνει απ’ τη συνήθεια.
  • Ο έρωτας καίει σα φωτιά η ματαίωση σα πάγος.
  • Όποιος φοβάται τη σιωπή δε ξέρει τους ανθρώπους.
  • Όποιος δεν έχει προδοθεί δεν έχει αγαπήσει.
  • Ο έρωτας βγάζει κραυγές και η αγάπη νύχια.
  • Μια σταγόνα ψέμα η πιο πιστευτή αλήθεια.
  • Όταν βαλτώσει το νερό, θάνατο κουβαλάει.
  • Ο λύκος που έβαλε λουρί αποκαλείται σκύλος.
  • Ο πόνος και ο έρωτας δεν είναι οι μόνοι φίλοι.
  • Αγάπα λίγο. Αγάπα πολύ. Αγάπα απεγνωσμένα.
  • Καλύτερα να καίγεσαι από έρωτα, παρά από ανία.
  • Αρχή και τέλος έκρηξη. Η μέση απλώς πορεία.
  • Όταν θα έχεις βαρεθεί, θα ‘χεις πια πεθάνει.
  • Όταν μιλάς σ’ ένα χαρτί δεν παίρνεις απαντήσεις.
  • Η τιμωρία της ψευτιάς είναι η αδιαφορία.
  • Όταν ξεχάσεις τι αγαπάς μη ψάχνεις τον καθρέφτη.
  • Όταν η ζωή σου γίνει ψεύτικη θυμήσου το πρώτο ψέμα.
  • Για μια μέρα άχρωμη δε φταίει ποτέ ο ήλιος.
  • Η σιωπή εκτός από χρυσό κρύβει συχνά βλακεία.
  • Όποιος φοβάται τη ρουτίνα, έχει ήδη βαρεθεί.
  • Δε φτάνει μόνο η θέληση για ‘να γεμάτο ποτήρι.
  • Αν βγάλεις από την ζωή τον πόνο δεν μένει πάντα μόνο χαρά.
  • Από τον πάτο για ν’ ανεβείς πρέπει να προσπαθήσεις.
  • Η αδιαφορία κι η ηλιθιότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Στη μια την επιλογή την έκανε η φύση.
  • Μέλη που δεν αιματώνονται γρήγορα μουδιάζουν.
  • Τα πιο μεγάλα ψέματα τα λέμε στον καθρέφτη.
  • Φαντάσου και μη σκέφτεσαι. Πράξε μην λογαριάζεις.

 

Ο Έρωτας

Ο έρωτας δεν είναι σύντροφος
μα σκύλος που δαγκώνει.
Λύκος που πέφτει νηστικός
σε μαντρωμένο κοπάδι.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

***

Έγω με την αγάπη μάλωσα
σαν έσμιξα με τη συνήθεια.

Επίλογος

Ας πιούμε στο τέλος μιας αγάπης.
Ας υψώσουμε τα ποτήρια μας
στο θάνατο μιας σχέσης.

Μια γουλιά
για τις στιγμές που γίναμε ένα
Μια γουλιά
πριν τα χείλια μας γίνουνε ξένα.

Τις Πιο Αληθινές Στιγμές

Τις πιο αληθινές στιγμές τις έζησα μονάχος.
Τις πιο μοναχικές στιγμές τις έζησα με άλλους
και τα μεγάλα ψέματα φέρναν όρκους αλήθειας.
Δεν ξέρω στο τέλος της ζωής
μα στην ως τώρα σούμα μου
μάλλον τά ‘χω σκατώσει.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Λίγη Αγάπη Μόνο

Λίγη αγάπη μόνο.
Λίγη αγάπη όπως παλιά.

Όπως την αρχή
που τα κορμιά μας έσμιγαν απελπισμένα.
Που κάθε νύχτα έμοιαζε νά ‘ναι η τελευταία
και η αυγή θαύμα απρόσμενο έσερνε στο τέλος.

Λίγη αγάπη μοναχά.
Λίγες στιγμές
να σβήσω το σώμα μου μεσ’ το κορμί σου.

Σκρατς!

Όταν ο Π. έκλεισε τα 35 για ένα πράγμα ήταν σίγουρος τελικά. Κάτι πήγαινε πολύ στραβά. Είχε περάσει τη μισή -έλπιζε- ζωή του κυνηγώντας πράγματα που του ήταν άγνωστα πια. Κάπου σε κάποια στροφή. Σε κάποιο γύρισμα του χρόνου τα είχε χάσει τελικά. Μπορεί και να τον είχαν ξεπεράσει. Μπορεί να τα είχε προσπεράσει αυτός τελικά. Δεν ήξερε να πει με σιγουριά. Το μόνο που ήξερε καλά ήταν πως ότι τόσα χρόνια κυνηγούσε τον άφηναν αδιάφορο. Παγερά.


Έπρεπε λοιπόν ν’ αλλάξει πορεία. Πριν η κατάσταση γίνει απελπιστική. Πριν να είναι αργά. Όχι πως ήξερε τι πρέπει να κάνει. Αυτό ήταν μάλλον και το πρόβλημα του αρχικά, μα δεν είχε άλλη λύση. Ο χρόνος έτρεχε μπροστά κι αυτός έπρεπε να τον ακολουθεί αν ήθελε να κερδίσει. . . Ποιόν;

Η σκέψη αυτή τον έκανε να αναπηδήσει. Γιατί έτρεχε τελικά. Με ποιόν αγωνιζόταν. Είχε αποδεχτεί ότι η ζωή είναι αγώνας, αλλά με ποιόν. Έτρεχε σε μια κούρσα με τέρμα προκαθορισμένο. Με χρόνο ρυθμισμένο σε ακρίβεια εκατοστού. Αλλά με ποιόν αγωνιζόταν; Αν δεν τερμάτιζε τι θα γινόταν; Θα τον έβαζαν να τρέξει ξανά; Θ’ αποκλειόταν; Θα του έλεγαν:

_ “Συγνώμη χάσατε. . . . μιαν άλλη φορά. . . . Σημασία έχει το παιχνίδι και ‘σείς το παίξατε καλά. . . Σας απονέμουμε το βραβείο της παρηγοριάς. . . Μια ανοιχτή παλάμη.”

E! Και! Ας τον έλεγαν μαλάκα. Δεν θα ‘τανε και η πρώτη φορά. Γιατί λοιπόν έτρεχε έτσι δαιμονισμένα. Γιατί αντί για μια υπέροχη βόλτα στην εξοχή έτρεχε σ’ αυτήν την θεότρελη κούρσα; Ποιος ο λόγος; Ποιος ο σκοπός; Που πάει αυτή η γάτα;

Και μ’ αυτή την ερώτηση η σκέψη του αναπήδησε ξανά σε γνωστή διαδρομή. Στα γνωστά χιλιοπαιχμένα αυλάκια. . . .

Έπρεπε ν’ αλλάξει πορεία. Ν’ ακολουθήσει άλλη διαδρομή αλλιώς θα ήταν χαμένος. Θα έμενε απ’ έξω . . . Κι αυτό δεν ήταν σωστό. Δεν ήξερε γιατί αλλά κάτι του έλεγε πως δεν έπρεπε να χάσει.

Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Μικρό Βραδινό


Μικρή Ωδή Στο Τώρα

Σ’ αυτήν την πόλη.
Μικροί κι ασήμαντοι οι κάτοικοί της
σαν τα όνειρά τους.
Στενάχωροι.
Ανήλιαγοι οι δρόμοι τους
σαν τις καρδιές στους.
Λίγα λουλούδια στα μπαλκόνια τους.
Ξερά.
Δύο καλημέρες απ’ τα χείλια τους.
Ψευδές.
Η μια στη γκόμενα
η άλλη στ’ αφεντικά τους.
Κι ο έρωτας τους
όλο φωνές και κλάματα
σαν σε τηλεταινία.

Σ’ αυτή τη πόλη
Οι βάρβαροι έχουνε ‘ρθει
μα δεν κρατούσανε μαζί τους
καμία λύση.

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Διαφυγή

Τρίτη 14 Απριλίου 2010


20 Ιουλίου 1969

Ο Μιχάλης Μ. κοιμήθηκε παραδόξως νωρίς εκείνο το βράδυ. Παραδόξως αλλά όχι ανεξήγητο μιας και η κακοκεφιά που ένοιωθε απ’ το πρωί ήταν αυτονόητο πως θα τον οδηγούσε στο κρεβάτι. Μόνο που ο ύπνος που κέρδισε εκεί δεν ήταν διόλου ξεκούραστος.


Βαρύς και άδειος πιθανόν, μα όχι ξεκούραστος. Ολοκληρωτικός και αιώνιος σίγουρα μα όχι ξεκούραστος.

Ανεξήγητο ήταν που το πρωί παρόλα αυτά τον βρήκανε να χαμογελάει.

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Η πρωινή σταγόνα
τα φύλα λυγίζει
καθώς τα δροσίζει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Οι πρώτοι ήχοι.
Η πόλη ξυπνάει.
Η σιωπή ξεκινάει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Οι σκιές μικραίνουν.
Ο ήλιος ανατέλει.
Γαλήνη.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Η ευτυχία
μι’ ανάσα βαριά
καθώς ξημερώνει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Όλη η ζωή
μια μαρμαρυγή
σ’ ενός εραστή τη πλάτη.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Όλος ο κόσμος
μια αναλαμπή
σ’ενός παιδιού το δάκρυ

Η Αγάπη Είναι

Ένα κουτάβι που δαγκώνει.
Μια γάτα που τσαφουνά.
Ένα λιωμένο παντελόνι.
Η αγάπη είναι παιδάκι που γελά.

Ένα Κάποιο Μελαγχολικό Νοέμβρη

Ένα κάποιο μελαγχολικό Νοέμβρη
έκλεισα τα μάτια στη χαρά
για να με προσπεράσει.
Δεν είχα λόγο που το έκανα αυτό.
Δεν είχα καμιά αιτία.
Πιάστηκα από μίαν ασήμαντον αφορμή
μα ότι κι αν ήταν
Αυτή
έπεσε μια χαρά στην παγίδα.

Όταν τα άνοιξα είχε ξεμακρύνει.

Την έβλεπα να απομακρύνεται γοργά
κι απόμεινα μονάχος
με δάκρυα ακόμα στα μάτια
αλμυρά
να βλέπω τη μέρα να γυρνά
τη νύχτα αγκαλιά με τη χαρά να ξεμακρένει
κι εμένα να γερνώ για τα καλά
από ένα πείσμα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Η φωτιά
αγκαλιάζει το ξύλο
με αγάπη.

Πάνω Σε Παλιά Των Βίκινγκ Προσευχή

Βλέπω τον πατέρα μου
και την μητέρα μου
και τον πατέρα του πατέρα μου
και τον αδελφό μου
και πίσω τους ατέλειωτη σειρά
όλων των παπούδων μου
μέχρι την αρχή του χρόνου

Με καλούν.
Με περιμένουνε
πίσω απ’ τις σιδερόντυτες πύλες της Βαλχάλας
μέσα στους κήπους του Αλάαχ
με τα ουρή και τις πολύχρωμες φωνές
των πτηνών του παραδείσου.

Γεμάτοι περηφάνια με καλούν.
Με τρόμο στα μάτια με προσμένουν.
Στητοί.
Ακέραιοι.
Χαμογελούνε.

Με περιμένουν.
Δεν αδημονούν
Απλώς με περιμένουν.

Κι ο ήλιοςπου ξεπρόβαλε
κλείνει τα μάτια.
Όχι.
Όχι από ντροπή.
Μήτε από την φρίκη.
Να χαιρετήσει θέλει.
Να ευχηθεί κι αυτός
«καλό ταξίδι».

Ωραία ζωή για να την ζήσει κανείς.
Ωραία μέρα για να πολεμήσει.
Ωραίος δρόμος για να πλανηθεί κανείς.
Όμορφη μέρα να πεθάνει..

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Ο Δερβίσης Σαμουθ

Προχού ο δερβίσης Σαμουθ ντυθεί το λυκοτόμαρο και βγει στη γύρα ήτονε λέει λόγιος. Είχε περάσει χρόνια μελετώντας το κοράνι. Ήξερε, λένε, τους δρόμους των άστρων πιότερο κι από τον ουρανό τον ίδιο. Τον λόγο τον καλό τον γνώριζε, λένε πάλι, σαν εδικό του. Κι όμως όλο διάβαζε κι όλο μελετούσε και πάσχιζε να μάθει περισσότερα. Να γνωρίσει πιότερα. Να καταλήξει κάπου. Σε κάποιο συμπέρασμα. Όταν οι φίλοι του τον ρωτούσαν όλο:

_ «Κοντεύω!»

Έλεε. Όλο:

_ «Είμαι δίπλα! Άλλη μια σελίδα κι έφτασα! Άλλη μια παράγραφο και θα τελειώσω!»

Ώσπου μια νύχτα ξενύχτησε για να τελειώσει ένα χειρόγραφο. Παλιό. Κίτρινο. Σε γλώσσα που μόνο αυτός γνώριζε κι αυτή μισοσβησμένη από τον χρόνο. Κόντευε να φωτίσει όταν τελείωσε. Σήκωσε το κεφάλι από το χειρόγραφο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαφνικά:

_ «Τελείωσα» Φώναξε «Τώρα γνωρίζω. . . .Δεν υπάρχει τίποτα πια κρυφό. Τίποτα πιο απλό. . . . Τώρα επιτέλους τα κατάλαβα όλα.»

Πετάχτηκε από την καρέκλα κι άρχισε να τρέχει χαρούμενος μέσα στη κάμαρη του. Η χαρά του ήτονε τόση που έκανε σαν μικρό παιδί στα πρώτα του σκιρτήματα. Ήθελε να την μοιραστεί με κάποιον μα δεν είχε κανένα να το πει. Κανένα να μοιραστεί το θαύμα. Οι φίλοι του –αναμφίβολα- όλοι κοιμόντουσαν, οι δικοί του το ίδιο. Ο ήλιος δεν είχε ακόμα σηκωθεί. Ο ουρανός μόλις που μπλέδιζε στο βάθος.

Άνοιξε το παράθυρο κι έκατσε χαρούμενος να δει τη μέρα να γεμίζει. Κάτω από το παραθύρι του ήτονε το κοτέτσι. Στο κοτέτσι ο κύρης του είχε βολέψει έναν καινούργιο κόκορα μιας κι ο παλιός είχε γεράσει και δεν κανόνιζε τις κότες όπως πρότερα. Ο γέρο κόκορας, όπως ήτο αναμενόμενο, πολύ ενοχλήθηκε και τα δυο κοκόρια πιαστήκανε σε αμάχη.

Θαρρείς και το ΄καμαν επίτηδες είχαν διαλέξει εκείνη την αυγή για τελειώσουν τον πόλεμο. Καθώς ο γερό-κόκορας ετοιμαζόταν να σαλπίσει την καινούργια μέρα ο νιούτσικος πετάχτηκε σ’ ένα στύλο και βάλθηκε να σαλπίζει δυνατότερα, μ’ όλη την δύναμη των νεώτερων του πνευμόνων.

Του γέρου πολύ του κακοφάνηκε. Με μιας όρμηξε στον νιούτσικο να τον ξεκάμει. Μα ο νιούτσικος ήτο δυνατότερος. Δεν χρειάστηκε πάνω από δύο λεπτά για να στείλει τον γεροντότερο στην αυλή του Κυρίου.

Ο Ζαμούθ πολύ μαγεύτηκε από το θέαμα. Έμεινε να χαζεύει.

Ο νέος κόκορας -αφέντης πια στο κοτέτσι- ανέβηκε όλο ύφος στον στύλο του κι άρχισε να φωνάζει, δυνατότερα τώρα από πριν, γιορτάζοντας όχι μόνο την αυγή μα και την μεγάλη του νίκη. Μετά κατέβηκε από το πόστο του κι άρχισε να βολτάρει στο κοτέτσι με καμάρι και δίκαια έπαρση.

Πηγαινοερχόταν πάνω κάτω βγάζοντας που και που επιφωνήματα που στάζαν χαρά και καμάρι. Φούσκωνε το στήθος του και τίναζε τα φτερά του. Τίναζε το λειρί του και φούσκωνε με δίκαια περηφάνια.

Καθώς ο Ζαμούθ τον κοίταζε ένοιωσε να ταυτίζεται μ’ αυτόν τον πετεινό. Περίεργο μα τόσο αληθινό, ένοιωθε πως και οι δυο είχανε φτάσει το βράδυ αυτό στο απόγειο της ζωής τους.

_ « Ο κόκορας αυτός πόσο μου μοιάζει. . .» Σκέφτηκε.

_ « Είμαστε και οι δύο νικητές. . . . Αφήνουμε και οι δύο την νύχτα αυτή, πίσω μας το σκοτάδι. . . . Μόλις κατέβω το πρωί θα του δώσω μια χούφτα καλαμπόκι για να το γιορτάσει»

Ξάφνου, από το πουθενά, εμφανίστηκε ένα γεράκι. Σαν αστραπή, χωρίς να προλάβει να αντιδράσει κανείς, άρπαξε τον πετεινό και εξαφανίστηκε στον πρωινό ουρανό χαρούμενο που εξασφάλισε τόσο εύκολα το πρωινό του.

Από κείνη την αυγή ο Ζαμούθ παράτησε τα γράμματα και φόρεσε το λυκοτόμαρο του δερβίση. Τον κόκορα δεν τον ματαείδε ποτέ κανείς. Ο κύρης του πήρε έναν άλλο για να βατεύει το κοτέτσι. Οι κότες δεν έδειξαν να ανησυχούν πολύ. Όσο για τον Ζαμούθ, δεν τον ρώτησε κανείς. Απ’ όσο έμαθα ακόμα γυρίζει.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Fox Faeri

Σαν Προσευχή

Κάτι Σαν Χαϊ Κου


*****

Το ρολόϊ μετράει
τον χρόνο που τρέχει
ξημερώνει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου


*****

Η ανάσσα σου δίπλα
προσκαλεί τον ύπνο
που αργεί να με πάρει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

*****

Ο ουρανός δακρύζει
καθώς αποχαιρετά
τη μέρα που φεύγει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

*****

Ξένοιστα έπαιζαν τα παιδιά
στους δρόμους που τώρα
μαζεύεται λάσπη.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

*****

Τρυφερό φύλο
πόσο ευγενικά
αγγίζεις το σκοτάδι

Καλή Σου Νύχτα

Λίγες στιγμές προτού αγγίξω
ένα θάνατο μικρό γεμάτο ήχους.
Βαρύ το βλέμμα μου.
Το κορμί νευρικό.
Η κούραση χαμένη.
Εγώ
Εσύ
Όλα εδώ μα πάλι κάτι δείχνει λειψό
κάτι δεν ταιριάζει.

Καλή σου νύχτα.
Σ’αγαπώ.
Μα ξέρω πως σ’έχω χάσει.

Ας έρθει ο ύπνος σύντροφος παλιός
κι ας μου θυμίσει ό,τι έχω ξεχάσει.

Καλή σου νύχτα
Σ’αγαπώ.
Αυτό το παιχνίδι μ’εχει ξεπεράσει.

Δύο Λουλούδια Και Μια Πινελιά


Δύο λουλούδια
μια πινελιά
και τρία σταράτα λόγια.

Ένα αστέρι που λάμπει θαμπά.
Μια ψυχρή καλημέρα.
Λίγες σταγόνες που κυλάνε αργά.
Κάποια μισοχαμένη μέρα.

Το φάλτσο χτύπημα μιας καρδιάς.
Μια ζωή που έφτασε σε τέλμα.

Ελεύθερη Πτώση

Λίγο ακόμα.
Μια σταλιά.
Μια στιγμή ακόμα
ένα βήμα μοναχά
και θα ανεβούμε πιο ψηλά
κι ύστερα

ύστερα

η πτώση θά ‘ναι
Υπέροχη.

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Στον κυρ. Κώστα Καρυωτάκη



Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Ετσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ' αρέσω.

Κ. Καρυωτάκης
"Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο"

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Φως

Φως
στο ύψος των ματιών μου τώρα στέκει
μόνο μια άγρια χαρά που σχεδόν πονάει
καθώς αντλεί απ’ το κορμί μου χωρίς οίκτο
ότι αυτό ποθεί κι αποζητάει.

Δεν έχω χρόνο για στιγμές άλλες χαμένες
ότι για μένα έχει απομείνει στο χαρίζω
μόνο άφησε μου για να ελπίζω
μία χαραμάδα πανικού καθώς χαράζει.

Όσο μικρό κι αν είναι αυτό το κέρδος
δεν περιμένω τίποτα άλλο για τώρα
μόνο τον ουρανό να δω να πλημυρίζει
μ´ αυτό το μαγικό το μπλε του κοβαλτίου.

Καθώς η ώρα θα περνά θα δω να κατεβαίνει
της ροδοδάχτυλης Ιώς η απεσταλμένη
και το κενό με καθαρό γαλάζιο να γεμίζει.

Μονάχα αυτό μου μένει να ελπίζω
μιας και το τέλος δεν μπορώ να το γνωρίζω
κι αν και είναι αργά να υποχωρήσω
δεν έχω δύναμη ούτε ένα βήμα να προχωρήσω.

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

Αποτυχία

Σαν ήρωα από ρομαντική νουβέλα
έναν καταραμένο εμιγκρέ
απ´ τη μαμά Ρωσία
ή ποιητή αλκοολικό
με το χτικιό στα στήθη
θα ήθελα
να με θυμούνται οι φίλοι μου
όταν θα ´χω φύγει.

Κι αυτοί που δεν με γνώρισαν
ή που δεν θέλησαν
ποτέ να με γνωρίσουν
θέλω να με φαντάζονται
σα σκύλο λυσσασμένο
τρελό και επικίνδυνο
που δε γνωρίζει οίκτο.

Αντί για αυτό εξασφάλισα
ένα χαμόγελο οίκτου
στα χείλη που με φίλησαν
και μία αναγγελία
στη στήλη τον κοινωνικών
σε κάποια εφημερίδα.

Δίπλα στο «ζητώ γαμπρό απ´ τη Λαμία»
«κηδεύουμε σήμερον τον εκλιπόντα
φίλο, σύντροφο, αδελφό
κι ότι άλλο προκύψει».

Θα μου πείτε πως
δεν είναι μικρή τιμή
αυτή η αναγγελία
και θα ´χετε δίκιο δυστυχώς
αν αναλογιστεί κανείς
το πως θα έχω ζήσει.

Πήτερ Παν

Με τη σκιά μου πετώ.

Πάνω από τις άθλιες πολιτείες σας
πετάω.
Πάνω από τα άνυδρα μπαλκόνια σας
κόκαλα που ξασπρίζουνε
πετάω.
Πάνω από τις μουχλιασμένες σας ψυχές
τις άδειες σας φωνές
τα κούφια λόγια σας
τις κενές ιδέες σας
πετάω.

Ίπταμαι.
Απλώνω τα χέρια μου
μπροστά
πάντα μπροστά
πετάω.

Με βλέπετε ;
Δεν σας χαιρετάω.
Σας μουντζώνω
καθώς πετάω.

Δεν έχω τίποτα άλλο να σας πω.
Δεν θέλω να σας ξαναδώ
μόνο να πετάω.

Δεν καθηλώνομαι
σ´ αυτό τον βούρκο που αποκαλείται
στωικά ζωή.
Εγώ σαν βατράχι σε σκατόνερα
δεν κολυμπάω.
Πετάω.

Με τα χέρια μου ανοιχτά
σαν γερακιού φτερά
πετάω.

Έχετε γεια.
Καλοί μου σκατόψυχοι εσείς
σας αποχαιρετάω.
Δεν έχω μαζί σας τίποτα κοινό.
Στο μπουρδέλο αυτό που μου
βάλατε να ζω δεν χωράω.
Έχω άγρια ψυχή
και είναι οι ορίζοντες οι ανοιχτοί
αυτό που λαχταράω.
Πετάω.

Με τη σκιά μου συντροφιά.
Με τις καρδιάς μου τα φτερά.
πετάω.

Δεν γουστάρω να ενηλικιωθώ.
Δεν έχετε τίποτα που να νοσταλγώ.
Τα όνειρά σας τα λειψά
τα σιχαμένα σας κορμιά
την πετρωμένη σας καρδιά
όλα σας τα καλά
τα κλωτσάω.
Πετάω.

Μ´ ακούτε.
Πετάω.
Κι αν με φέρει ο άνεμος
ξανά κατά ´δω
ελπίζω να μην σας ξαναδώ
γιατί εσείς σέρνεστε στη γη
ενώ εγώ έχω γεννηθεί πουλί
και θέλω να πετάω.

Μόνο αυτό.
Με τη σκιά μου συντροφιά
να πετάω.

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Είσοδος 1

Εμένα Οι Φίλοι Μου Έχουν

Εμένα οι φίλοι μου έχουν
Μουσούδα υγρή και μάτια σκληρά που λάμπουνε
σα πέσει το σκοτάδι κι αγγίξουν
το κρύο φως της σελήνης.

Δόντια γυμνά έχουν οι φίλοι μου
που τρίζουνε κάθε βράδυ στον ύπνο τους
μιας όταν είναι ξύπνιοι πρέπει να κρύβονται.
Να κρύβονται από σας που δεν ανέχεστε
την οσμή της απόγνωσης
που κρύβουν στα ρούχα τους και τους προδίδει.

Εμένα οι φίλοι μου είναι λιγοστοί
Όσοι απόμειναν
Όσοι γλίτωσαν
Όσοι ξέφυγαν απ´ το κυνήγι.
Σε μια παλάμη μετριούνται οι φίλοι μου.
Σε μια παλάμη σφιγμένη σα γροθιά.
Μα κατεβαίνουνε τα βράδια στη πόλη ουρλιάζοντας
Γρυλίζοντας
Φτύνοντας κομμάτια παραμύθια.
Που τα βρήκαν κανείς ξέρει.
Κανείς δεν νοιάζεται.
Τα ‘κλεψαν από τα μαύρα πουλιά.
Τους τα ‘δωσε η καλή γριά.
Ποιός δίνει σημασία.
Το μόνο που μετράει είναι πως
τα χρειάζονται
τα έχουν ανάγκη
τα χρειάζονται τα παραμύθια οι φίλοι μου
μιας και δεν κάνουν όνειρα.
Τους τα κλέψατε
Τους τα στερήσατε κι αυτά
όπως όλα τα άλλα.

Μόνοι.
Ολομόναχοι είναι οι φίλοι μου
γιατί στο κυνήγι σας
υπήρξατε ανελέητοι.
Δεν τους αφήσατε σπιθαμή
για ν´ ανασάνουν.

Δεν ονειρεύονται πια οι φίλοι μου
Μόνο εφιάλτες έχουν
Μόνο εφιάλτες και αποσπάσματα
Ρημάδια παραμύθια
Γι’ αυτό ουρλιάζουν οι φίλοι μου
Γι’ αυτό γρυλίζουν.

Εμένα οι φίλοι μου είναι πεινασμένοι.
Διψάνε για ζωή.
Λυσσάνε για έρωτα
μιας και την αγάπη τους την έχετε σκοτώσει.
Τρελοί είναι εμένα οι φίλοι μου.
Ψυχάκιδες.
Πρεζάκια του έρωτα.
Εθισμένοι στη ζωή
για αυτό ξοδεύονται.
Γι’ αυτό δίνονται.
Δίνονται
και για αυτούς αυτό δε μετράει.

Σκιές θολές είναι εμένα οι φίλοι μου.
Φαντάσματα.
Άυλα.
στιγμές συναισθηματικής ενέργειας
που σκάλωσαν στον χρόνο.
Τον καιρό που ήσασταν ακόμα άνθρωποι.
Πού χατε τσίπα
μια σταγόνα φιλότιμο
για καρδιά δεν είμαι σίγουρος μιας και δεν την είδα.
Ποτέ.

Λύκοι λυσσασμένοι είναι εμένα οι φίλοι μου.
Κι ας θέλετε να τους ονομάζεται σκυλιά.
Κι ας σας βολεύει να πιστεύεται
ότι τους εξημερώσατε.
Ότι σε όσους σας ξέφυγαν απ´ το κυνήγι
βάλατε λουριά
τους υποτάξατε.
Πως τώρα θα σας γλείψουν το χέρι
γιατί τους ταΐσατε.

Γελαστήκατε
Οι φίλοι μου απλά λυσσάξανε.
Τους έπνιξε η απόγνωση
κι τρέλα της απομόνωσης.
Και το ξέρετε
-πόσο καλά το ξέρετε-
τίποτα πιο επικίνδυνο
από ένα λύκο που λύσσαξε
γιατί δεν τού ‘μεινε τίποτα να χάσει.

Γι’ αυτό και τους φοβάστε τους φίλους μου.
Γι’ αυτό κλειδαμπαρώνεστε
στον φόβο σας τις νύχτες.
Γιατί το ξέρετε
-καλά το ξέρετε-
το ουρλιαχτό π’ ακούγεται
δεν είναι για το φεγγάρι.

Εμένα οι φίλοι μου είναι
θεριά ανήμερα
που ουρλιάζουνε
κι έρχονται
τα βράδια να σας φάνε.

Φυλαχτείτε.
Οι φίλοι μου παραφυλούν τις νύχτες.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Χριστουγενιάτικος Εφιάλτης

Στοιχειό

Κορμί
που ερωτικά λικνίζεται
κάτω απ' αντρίκιο ρούχο.

Σκιά
που έντονα σχηματίζεται
σε απάνθρωπα άδειο τοίχο.

Μαλλιά
που ατίθασα κυμματίζουνε
σε μυρωμένο αγέρα.

Μάτια
που προκλητικά κυτάζουνε
σπαθίζουνε την μέρα.

Στήθη στητά
όμοια κυράς ακρόπλωρου
προκαλούν τον χρόνο.

Πρόσωπο αρυτίδωτο
μητέρας θεάς απλησίαστο
χαράζεται από αιώνιο πόνο.

Έωτας
πόθος
εμμονή
στοίχειωσαν το κορμί μου.

Κίνηση
σκια
ερωτική πνοή
μένουν στη θυμησή μου.

Όνειρο ανεκπλήρωτο
που θα γερνά μαζί μου.

Θαλασσογραφία

Στέκουν τα νιάτα μας φρεγάδα
ακίνητη
σε θάλασσα κλειστή
σα ζωγραφιά
ρομαντικού ζωγράφου.

Οι ερωτές μας κύματα
κι αυτά ζωγραφιστά
που αφρίζουν
ψεύτικα
στων βράχων την άκρη.

Οι ποιητές
πουλιά μου μοιάζουνε
κι αυτά ζωγραφιστά
που ακροβατούν και φεύγουν μακριά
πέρα απ' του ορίζοντα
τα ζωγραφισμένα
άγνωστα δάση.

Μικρό Ερωτικό

Σε χρόνια κίνηση
ρηχή
ασύνδετη
σαν κρύο αγέρι σε ράχη ολόγυμνη
που ρυτιδώνει
σαν άμμο στο πέρασμα
νωθρού αγέρα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

***
Ποτέ δεν δακρύζω
στα μάτια μου κρύβω
τα μυστικά μου.

Προσωπογραφία

Η ζωή μου μια μπεκρού
με πρόσωπο κατεστραμένο
με μεγαλείο βασιλικό
στο ποτό πνιγμένο.

Με στομάχι διάτρητο
βλέμα αδειανό
τα μικρρό χείλη της
σκασμένα απ' το ποτό
και το ξενύχτι.

Τη μοναξιά μου
-σπαθί γυμνό-
σαράντα χειμώνες τώρα
ακονίζει

Με τα χαρακωμένα χέρια της
πάνω απ' το κεφάλι της
αργά
πολύ αργά
γυρίζει.

Γυρίζει.

Θεσσαλονίκη 03/02/10



Μαχαίρι η θύμησή σου
που ματώνει
μα η αυγή ροδίζει στον ορίζοντα

***
Νέα ανατολή
σεβάσου τη θαμπή
ανάμνηση της νιότης μου.