Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Μόνο Χελώνες

Ο Ευκλείδης, ο δάσκαλός, ο σοφός δίδασκε στους μαθητές του τον κόσμο. Μιλούσε για τα νερά. Τις θάλασσες, τα ποτάμια. Μετά πέρασες στις λίμνες. Από τις λίμνες πέρασε στα βουνά και στις πεδιάδες. Και τότε . . .

_ “Συγνώμη δάσκαλε. . .”
Τον διέκοψε ο νεαρός Πτολεμαίος.

_ “Όλα αυτά τα θαυμαστά, τι τα στηρίζει;

_ “Η γη”
Απάντησε ο δάσκαλος κοφτά κι έμεινε σιωπηλός περιμένοντας τον μαθητή να συνεχίσει.

_ “Ξέρω πως όλα αυτά κι άλλα ακόμα πιο θαυμαστά καθώς και εμάς η γη μας στηρίζει . . .”
Ο σοφός άρχισε να χαμογελά μαντεύοντας τι επρόκειτο να ακολουθήσει.

_ “Τι γη όμως τι την στηρίζει;”
Ο δάσκαλος απάντησε χωρίς να σκεφτεί.

_ “Την σηκώνει στους ώμους του, μας λένε οι παλαιοί, ένας τιτάνας τρομερός. Ο Άτλαντας, ο δυνατός.”
Και συνέχισε να εξηγεί τη φύση των πραγμάτων.

Πριν περάσουν λίγα λεπτά ο Πτολεμαίος τον διέκοψε ξανά.

_ “Και τον Άτλαντα, δάσκαλε, τον γίγαντα που στηρίζει την γη, τι τον στηρίζει;”
Ο γέροντας απάντησε χαμογελαστά.

_ “Πατάει σε μια γιγάντια χελώνα.”
Και συνέχισε γελαστά πριν προλάβει ο νεαρός να συνεχίσει.

_ “Κι από κάτω της βρίσκονται μόνο γιγάντιες χελώνες.’
Και για να είναι σίγουρος για τη συντριβή άφησε το μάθημα να κλείσει.

Το Πρώτο Λουλούδι

Τότε. Πριν από την αρχή. Προτού αρχίσει ακόμα να μετρά ο χρόνος, η Χβεργκελμίρ -η αστείρευτη πηγή- άφηνε τα νερά της σε δώδεκα μεγάλους ποταμούς. Τους Ελιβαγκάρ όπως τους άρεσε να τους αποκαλούνε. Ποιό είναι το όνομά τους το πραγματικό κανείς δε μπορεί να πει, μα όλοι γνώριζαν για τη δύναμή τους την εκπληκτική και για το αμέτρητο μέγεθός τους.

Η Χβεργκελμίρ σα μάνα στοργική τους έτρεφε με τους χυμούς της κι αυτοί μεγάλωναν και σαν έφηβοι ορμητικοί όργωναν το χάος. Οριοθετούσαν το κενό. Όριζαν το χώρο.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους γίγαντες τους τρομερούς γεννήθηκε και ο πιο μικρός –ας τον πούμε- ποταμός πού ‘χει ποτέ υπάρξει.

Αν ήταν κάποιος εκεί γύρω να τον δει δεν θα τον έλεγε καν παράκαμψη μικρή. Ασήμαντο πλατσούρισμα στα πόδια των γιγάντων. Μα μιας και δεν υπήρχε κανείς να τον δει τον ονόμασαν ποταμό και του ‘δωσαν το όνομα Να για να μην τον μπερδεύουν.

Μικρός κι ασήμαντος ο Να, δεν όριζε τίποτα. Απλά κυλούσε. Αθόρυβα σχεδόν ανάμεσα στο θόρυβο των άλλων. Που άρχιζε κανείς δεν μπορεί να το πει, μιας κι όπως είπαμε κανείς δεν τον έχει ποτέ αντικρύσει.

Ούτε που τέλειωνε είναι γνωστό. Ούτε τι χρώμα είχαν τα νερά του. Ούτε αν ήταν καθαρά, γάργαρα και δροσερά ή κόχλαζαν κι έβραζαν από τη ζέστη. Ίσως να μην ήταν ο μοναδικός. Ίσως να υπήρχαν κι άλλοι σαν κι αυτόν, μα ούτε κι αυτό κανείς το γνωρίζει.

Αυτό που όμως ξέρουμε γι αυτόν είναι πως, στην ασήμαντή του ακτογραμμή, άνθησε για πρώτη φορά κάποιο λουλούδι.

Κανείς δεν ξέρει το γιατί. Ούτε κανείς το πότε γνωρίζει. Μα σίγουρα, μια κάποια στιγμή, το πρώτο στον χρόνο λουλούδι, διάλεξε την όχθη αυτού του νάνου να ανθήσει.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Νυχτερινή Παραδοχή

Λίγο πριν ανατείλει η μέρα
αφήνω το βλέμμα μου
να αγγίξει το κορμί σου.

Απαλά
το στήθος σου κυματίζει

Απαλά
τα ματόκλαδά σου ανοιγοκλείνουν

Απαλά
τα χείλη σου ψιθυρίζουν

Απαλά
αφήνω την αγάπη να με τυλίξει

Απαλά

Δειλά

Απλά

Δειλινό

Όταν ο ήλιος στη θάλασσα θα σβήσει
-αν είμαι ακόμα εδώ-
θα βάλω μια φωνή.

Όχι γι αυτό που έφυγε
μα για ό,τι θα γυρίσει.
Αν δεν είναι φίλος μήπως και φοβηθεί
αν πάλι είναι σαν προειδοποίηση
γι αυτό που θα αντικρύσει

Φθινοπωρινό Βράδυ

Κοιμάται δίπλα μου και είναι καλά.
Κάπου μέσα της ξέρει τι της ανήκει.

Ο κόσμος ολόκληρος
η δικιά μου καρδιά
και το αύριο
που σα δέρμα μας τυλίγει.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Το ψέμα του φιλαλήθη

Λίγο πριν το τέλος της ζωής του -ο γνωστός για την φιλαλήθεια του- ο δάσκαλος Μαρούφ Αφιμ αναγκάστηκε να πει ψέματα γι πρώτη -κι όπως φάνηκε τελευταία- φορά στη ζωή του.

Όταν μαθεύτηκε αυτό στους μαθητές του, μαζεύτηκαν γύρω από το προσκέφαλο του δασκάλου τους προσπαθώντας να τον παρηγορήσουν για το γεγονός.

_ “Δεν μ’ ενοχλεί το γεγονός”

Τους ομολόγησε ο ετοιμοθάνατος γέροντας.

_ “Το γεγονός αυτό καθεαυτό δεν μ’ ενοχλεί καθόλου. Αυτό που με στεναχωρεί είναι που άργησε τόσο πολύ να μου συμβεί που δεν μου άφησε καθόλου χρόνο για να μετανοήσω.”

Ερωτήσεις

Ξέρεις πόσο κοστίζει μια ζωή;
Έχεις μετρήσει ποτέ τα άστρα;
Έχεις ακούσει το κύμα να σπάει κομμάτια;
Έχεις νοιώσει την άμμο να κυλάει στα δάχτυλά σου
σα ζωντανή φωτιά;

Τα μάτια σου να καίνε.
Το στόμα σου απ’ το τσιγάρο πικρό.

Έχεις ακούσει το τραγούδι της απόγνωσης;
Έχεις χορέψει την πίκρα;

Σιωπή.
Το γέλιο είναι η μόνη απάντηση.
Τα δόντια σφίγγουν την κραυγή μέσα.

Έχεις αναλογιστεί ποτέ τη πρόοδο που κάναμε;
Το πόσο ωριμάσαμε
Σαν είδος;

Έχεις μετρήσει τους νεκρούς που θρηνείς
σε όλα σου τα δάχτυλα;
Έχεις ξεχάσει τις κοπέλες που αγάπησες;
Έχεις νοιώσει το πόσο με συνήθισες;
Το πόσο με ξέχασες;
Το πόσο με ξέρεις;

Η καρδιά ζεστή και σίγουρη
Τα δάχτυλα αδέξια και κρύα
Ο ήχος της φωνής σου ψεύτικος
Κρύος

Που είναι το πάρτι που μου υποσχέθηκες;
Ο τριανταφυλλένιος κήπος;
Η κίτρινη κορδέλα που δεν έδεσες;

Το κρασί;

Το γλέντι;

Το μετάξι;

Όχι η ζωή δεν κυλά ανάστροφα.
Η πείρα προσθέτει μόνο ρυτίδες.
Η αγάπη. . .
Η αγάπη δεν κυλά και χάνεται.

Αν αφεθεί γίνεται ρουτίνα.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Μια Παρασκευή

Λίγες στιγμές πριν το τρένο μπει στο σταθμό, τις ράγες διέσχισαν σχεδόν τελετουργικά ένα ζευγάρι περιστέρια. Ολόλευκα. Καθαρά. Θαρρείς άγιο πνεύμα. Κατέβηκαν χαμηλά –σχεδόν άγγιξαν τις γραμμές- και πέταξαν για λίγο σ’ αυτό το ύψος. Έπειτα ανέβηκαν ψηλότερα και πήραν στροφή 180ο πάνω από το κεφάλι των πιο βιαστικών που στριμωχνόντουσαν είδη στη γραμμή.

Κανείς δεν γύρισε να κοιτάξει αυτόν τον χορό. Είχαν όλοι το μυαλό τους στο κενό, μεταξύ συρμού και αποβάθρας. Μια πιτσιρίκα μόνο χασκογέλασε νευρικά, μα ήταν γιατί ο φίλος της της χούφτωνε τον κώλο.

Τα περιστέρια πέταξαν ψηλά. Το τρένο μπήκε στο σταθμό. Οι πόρτες άνοιξαν. Το πλήθος στριμώχτηκε. Ζορίστηκε. Χωνεύτηκε. Η αποβάθρα έμεινε άδεια.

Τότε. Στα κενά, λίγα, αμήχανα λεπτά που το τρένο ετοιμάζεται να ξεκινήσει ακούστηκε.

_ “Βαρέθηκα πια. Δεν αντέχω . . . Δεν μπορώ άλλο . . . Μ’ ακούς ; . . . Δε σε αντέχω . . . Μού ‘χεις γαμήσει τη ψυχή . . . Μη με κοιτάς, δε σ’ αντέχω . . .”

Κάποια κεφάλια πρόβαλαν από τις πόρτες, περίεργα, να δουν. Η φωνή από τα μεγάφωνα δήλωνε ένα κατεβατό απαγορεύσεις. Τα κεφάλια συνέχισαν να κοιτούν.

_ “Φύγε . . . Αν δε φύγεις θα πηδήξω . . . Ή εγώ ή εσύ . . . Όχι δεν ησυχάζω . . . Ή εγώ ή εσύ . . . Δε το αντέχω. Φύγε σου λέω . . . Ο.Κ.! Καλά! Θα φύγω εγώ!”

Κανείς δεν κατέβηκε. Οι πόρτες έκλεισαν. Το τρένο ξεκίνησε. Ο σταθμός έμεινε για λίγο άδειος. Τα περιστέρια γύρισαν κι άρχισαν να τσιμπολογούν ένα γύρω νευρικά.

Ήταν Παρασκευή. Τέσσερις και μισή. Το Σαββατοκύριακο είχε ξεκινήσει.

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

Ανάμνηση 2


Ανάμνηση


Άλλη Μια Μέρα

Άλλη μια μέρα.
Άλλη μια στιγμή που χάθηκε στο χρόνο.
Ένα ακόμα βήμα στο πουθενά.
Στο άχρονο παρόν που μας ξεφεύγει.
Γλιστράει
μέσα από τα δάχτυλά μας
σα νερό
αφήνοντας την ίδια αίσθηση
με τον θυμό.

Κόπος.
Κούραση
και μια στυφή γεύση στον ουρανίσκο
Μεταλλική
εδώ και καιρό
Πιότερο χωμάτινη
πριν από χρόνια.

Κυλάει αργά
και λίγο πριν χαθεί
χαμογελάει.

Ένα ακόμα στήθος
Γεμάτο προσμονή.
Γεμάτο όνειρα
που θα πετάξουν.
Μάτια όλο μυστήριο
που το πιστεύουν.

Θα χάσουν.
-Θα χαθούν ;-
Θα με προσπεράσουν
και πριν γεράσουν
πριν συρρικνωθούν
σε ευχάριστες αναμνήσεις
θα αφήσουν πίσω μια κραυγή
να τις υποστηρίζει.

Μια κραυγή.
Λίγες στιγμές ατόφιας εφηβείας
και μια πρέζα ηδονής
η συνταγή για μια πικρή συνήθεια.

Έπειτα. . . .
Έπειτα
Απλά θα χαθούν.
Θα πετάξουν.

Φαύλος Κύκλος

Ότι σκοτώνω μου ανήκει
Ότι μου ανήκει το ποθώ
Ότι ποθώ μου λείπει
Ότι μου λείπει το μισώ

Λίγες Στιγμές


Λίγες στιγμές
προτού αγγίξω την ελπίδα
βρήκα την δύναμη
να μην χρειάζομαι

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

***
Λίγο πριν το τέλος
αγγίζω στιγμές
που δείχνουν αιώνιες

***
Μου διδάσκεις αγάπη
μιλώντας μ’ ένα κρυφό
αλφάβητο.

***
Στα μάτια σου βλέπω
ένα είδωλό μου
που με τρομάζει.

***
Μέσα στις σιωπές
κρύβεται θυμός
και κάτι που μοιάζει αγάπη.

***
Νοικιάζω ένα κόσμο
για να γυρίσω
τον εαυτό μου.

***
Προσπάθησα τόσο
να μη με πιστέψω
που τα κατάφερα

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Τα Χρόνια Τα Παλιά

Λένε πως τα χρόνια τα παλιά, πόσο παλιά κανένας δεν γνωρίζει μιας κι αυτοί που το λέν’ μετρούν το χρόνο διαφορετικά όχι με ώρες για ημέρες. Λένε λοιπόν πως τα χρόνια εκείνα τα παλιά ζούσε στις γύρω περιοχές που τώρα σχηματίζουν την Αθήνα, λαός περίεργος. Κάπως διαφορετικός, μ’ αλλόκοτες συνήθειες κι άλλη τάξη πραγμάτων.

Τους διώξανε μετέπειτα μαθές σαν ήρθανε οι αθηναίοι. Βλέπεις και ‘κείνοι - όπως κι τωρινοί – δεν ήταν ντόπιοι. Δεν ήταν από ‘δω. Κι εκείνοι ξένοι ήταν.

Εκείνος ο λαός που λες το είχε σα συνήθειο, μπορεί να ήτανε γι’ αυτούς κάτι σαν λειτουργία, ποιος μπορεί να ξέρει τώρα πια. Τό ‘χε συνήθεια που λες να μαζεύονται όλοι μαζί τις νύχτες στις πλατείες και να το ρίχνουν στο χορό. Ολάκερο το βράδυ. Χορό να δουν τα μάτια σου. Μέχρι να ξημερώσει. Όλος ο γύρω οικισμός ξεφάντωνε και χόρευε ολάκερη τη νύχτα. Κάποιοι απ’ τους χορευτές, να φανταστείς, κουραζότανε κι έπεφταν χάμω. Δεν τους σηκώνανε. Δεν τους έδινε σημασία κανείς. Τους άφηναν εκεί και χορεύανε τριγύρω.

Ξέφρενοι. Αλλόκοτοι χοροί ήταν εκείνοι. Πολλές φορές δεν είχανε καν καμιά μουσική. Μόνο τον ήχο των ποδιών τους. Και τις ανάσες τους που έβγαιναν σφυριχτές από το μπαΐλντισμα και τον ιδρώτα.

Έτσι χορεύοντας σιγά – σιγά γυρνώντας σ’ ένα κύκλο ζαλιζόντουσαν. Μεθούσαν σα νά ‘χαν πιει το ακριβότερο κρασί και μες στη μέθη τους αυτή κατέβαιναν οι θεοί τους και τους μιλούσαν. Άλλο αλισβερίσι δεν είχανε με τους θεούς. Εκκλησίες δε χτίζανε. Δεν άναβαν κεριά. Πρόσφορο, ούτε που ήξεραν τι σημαίνει. Μόνο τον ιδρώτα των κορμιών τους πρόσφεραν στους θεούς σα να ‘τανε το πιο πολύτιμο δώρο. Τώρα τι θεοί ήταν που προτιμούσαν ιδρώτα βρωμερό από πεντανόστιμη τσίκνα δεν ξέρω να σου πω μην με ρωτάς. Κάθε θεός με το συνήθειό του. Αυτοί πάντως αυτό προσφέραν στους θεούς και φαίνεται πως οι θεοί τους τους αγαπούσαν γιατί, λέγετε, πως ζούσανε χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα.

Τώρα για μένα αυτοί είναι θεοί. Όχι ο δικός μας που όποιον αγαπά τον παίρνει γρήγορα μαζί του χωρίς να ρωτήσει αν το θέλει κι αυτός ή αυτούς που αφήνει πίσω. Τέλος πάντων Θεός είναι, όπως του βολεί.

Χορεύανε που λες αυτοί, τους βλέπανε οι θεοί πίνανε και τον ιδρώτα κι άμα ευχαριστιόντουσαν πολύ κατέβαιναν στη γη και έσμιγαν μαζί τους. Διάλεγαν ένα από αυτούς. Μπαίνανε μέσα του και τον κυβερνούσαν. Σαν μαριονέτα ένα πράγμα ή μάλλον σα στολή. Σα νά’ ταν κουστούμι τους φορούσαν. Τι να σου πω. Περίεργα πράγματα, περίεργοι θεοί.

Τους καβαλούσαν, λέει, για να τους κάνουνε την χάρη -αν ήταν τυχεροί- κι έτσι όπως ήταν μέσα τους οργίαζαν όλο το βράδυ. Αν αυτός ή αυτή -που είχαν καβαλήσει- ήταν πολύ τυχεροί κι έφερναν στο κόσμο κανά παιδί όλη η γειτονιά το μεγάλωνε μαζί κι αν ήτανε κοπέλα οι άνδρες σφαζόντουσαν ποιος θα την πρωτοπάρει. Πολλοί από αυτά γίνονταν βασιλιάδες τρομεροί και το’ χαν για καμάρι τους ότι βαστάν από θεϊκό σπέρμα.

Χόρευαν που λες αυτοί και πέρναγε ο χρόνος. Ερχότανε το πρωί και πήγαιναν στη δουλειά τους. Το άλλο βράδυ δώσ’ του ξανά χορό. Να ο ιδρώτας. Να σου οι αλαλαγμοί, να σου κι οι θεοί να μερακλώνουν. Έτσι πέρναγαν τον καιρό τους, με χορό. Μίση και έχθρητες δεν ξέρανε τι πάνε να πουν. Πόλεμο δεν κάνανε ποτέ. Αν είχανε, που λες, διαφορές τις λύνανε χορεύοντας σαν όλα τ’ άλλα.

Βγαίνανε οι δυο που είχανε τη διαφορά και στέκανε απέναντι ο ένας με τον άλλον. Οι υπόλοιποι φτιάχναν κύκλο σιωπηλοί και κάνανε μάλλον χάζι. Ανοίγανε τα χέρια τους σαν να ‘σαν αετοί κι αρχίζανε να χορεύουν. Έναν χορό αργό. Συρτό. Βαρύ στην αρχή που αλάφραινε μόνο σαν λύναν την αμάχη. Θύμιζε λίγο τον δικό μας τον ζεϊμπέκικο, μόνο που κράταγε πιο πολύ και κοίταγε ο ένας τον άλλονε στα μάτια. Το χόρευαν, που λες, το πρόβλημα μέχρι να λυθεί κι ύστερα το έριχναν όλοι μαζί στο γλέντι.

Έτσι όταν ήρθαν οι αθηναίοι, οι παλιοί και είπανε θα σας πάρουμε τα μέρη αυτοί τους κάλεσαν σε χορό. Πίστευαν πως έτσι θα λύσουν τη διαμάχη. Οι αθηναίοι, από τότες πονηροί, δέχτηκαν με χαρά τους. Διάλεξαν οι ιθαγενής τον καλύτερό τους χορευτή –γιός κάποιου θεού στα σίγουρα κι αυτός- και στήσανε τον κύκλο. Έρχονται οι αθηναίοι και στέλνουν στο χορό τον βασιλιά. Απλώνει τα χέρια ο ιθαγενής κι αρχίζει να χορεύει. Να φέρνει γύρω τον βασιλιά. Να χτυπάει τα πόδια του στη γη και να πηδάει στα ουράνια σα κατσίκι.

Τον κυτάει για λίγο ο βασιλιάς κι έπειτα τραβάει το σπαθί του και τον σφάζει. Αυτό ήτανε το σύνθημα για τον στρατό. Ορμάει κι όπως ήτανε σε κύκλο αυτοί τους σφάζουν μέχρι τελευταίο. Όσους γλίτωσαν τους πήραν σκλάβους. Τους έβαλαν να χτίσουνε την πόλη γι αυτούς κι έπειτα τους μοιράστηκαν οι ευγενείς. Δούλους για το σπίτι. Κι έτσι που χρόνος για χορό. Που όρεξη για γλέντι.

Έτσι, που λες, χάθηκαν οι πρώτοι κάτοικοι αυτής της γης. Από μπαμπεσιά πάνω σε μια στροφή. Μ’ ένα δίπλωμα της μέσης. Όσο για τους θεούς τους, αυτοί δεν πεθαίνουνε ποτέ. Πάω σου στοίχημα πως είναι ακόμα εδώ γύρω. Ίσως γι αυτό, ακόμα και τώρα, αν περάσεις κανένα βράδυ από καμιά πλατεία παλιά κι έχεις τη ψυχή σου ανοιχτή –τους θεούς δεν τους ακούς με τα αυτιά- θα σού ‘ρθει η ανάγκη να χορέψεις.

Δοκίμασε το. Πήγαινε το βράδυ –κατά προτίμηση αργά, να ‘χει πέσει η κίνηση στους δρόμους- και κάτσε σε καμιά πλατεία. Μείνε για λίγο σιωπηλός κι άσε τη ψυχή σου να πετάξει. . . .

Μόνο ξά σου. Αν βρεθείς με κάνα μούλικο στην αγκαλιά, μην περιμένεις να στο στέψουν βασιλιά, μάλλον θα χάσεις.