Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Τα Χρόνια Τα Παλιά

Λένε πως τα χρόνια τα παλιά, πόσο παλιά κανένας δεν γνωρίζει μιας κι αυτοί που το λέν’ μετρούν το χρόνο διαφορετικά όχι με ώρες για ημέρες. Λένε λοιπόν πως τα χρόνια εκείνα τα παλιά ζούσε στις γύρω περιοχές που τώρα σχηματίζουν την Αθήνα, λαός περίεργος. Κάπως διαφορετικός, μ’ αλλόκοτες συνήθειες κι άλλη τάξη πραγμάτων.

Τους διώξανε μετέπειτα μαθές σαν ήρθανε οι αθηναίοι. Βλέπεις και ‘κείνοι - όπως κι τωρινοί – δεν ήταν ντόπιοι. Δεν ήταν από ‘δω. Κι εκείνοι ξένοι ήταν.

Εκείνος ο λαός που λες το είχε σα συνήθειο, μπορεί να ήτανε γι’ αυτούς κάτι σαν λειτουργία, ποιος μπορεί να ξέρει τώρα πια. Τό ‘χε συνήθεια που λες να μαζεύονται όλοι μαζί τις νύχτες στις πλατείες και να το ρίχνουν στο χορό. Ολάκερο το βράδυ. Χορό να δουν τα μάτια σου. Μέχρι να ξημερώσει. Όλος ο γύρω οικισμός ξεφάντωνε και χόρευε ολάκερη τη νύχτα. Κάποιοι απ’ τους χορευτές, να φανταστείς, κουραζότανε κι έπεφταν χάμω. Δεν τους σηκώνανε. Δεν τους έδινε σημασία κανείς. Τους άφηναν εκεί και χορεύανε τριγύρω.

Ξέφρενοι. Αλλόκοτοι χοροί ήταν εκείνοι. Πολλές φορές δεν είχανε καν καμιά μουσική. Μόνο τον ήχο των ποδιών τους. Και τις ανάσες τους που έβγαιναν σφυριχτές από το μπαΐλντισμα και τον ιδρώτα.

Έτσι χορεύοντας σιγά – σιγά γυρνώντας σ’ ένα κύκλο ζαλιζόντουσαν. Μεθούσαν σα νά ‘χαν πιει το ακριβότερο κρασί και μες στη μέθη τους αυτή κατέβαιναν οι θεοί τους και τους μιλούσαν. Άλλο αλισβερίσι δεν είχανε με τους θεούς. Εκκλησίες δε χτίζανε. Δεν άναβαν κεριά. Πρόσφορο, ούτε που ήξεραν τι σημαίνει. Μόνο τον ιδρώτα των κορμιών τους πρόσφεραν στους θεούς σα να ‘τανε το πιο πολύτιμο δώρο. Τώρα τι θεοί ήταν που προτιμούσαν ιδρώτα βρωμερό από πεντανόστιμη τσίκνα δεν ξέρω να σου πω μην με ρωτάς. Κάθε θεός με το συνήθειό του. Αυτοί πάντως αυτό προσφέραν στους θεούς και φαίνεται πως οι θεοί τους τους αγαπούσαν γιατί, λέγετε, πως ζούσανε χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα.

Τώρα για μένα αυτοί είναι θεοί. Όχι ο δικός μας που όποιον αγαπά τον παίρνει γρήγορα μαζί του χωρίς να ρωτήσει αν το θέλει κι αυτός ή αυτούς που αφήνει πίσω. Τέλος πάντων Θεός είναι, όπως του βολεί.

Χορεύανε που λες αυτοί, τους βλέπανε οι θεοί πίνανε και τον ιδρώτα κι άμα ευχαριστιόντουσαν πολύ κατέβαιναν στη γη και έσμιγαν μαζί τους. Διάλεγαν ένα από αυτούς. Μπαίνανε μέσα του και τον κυβερνούσαν. Σαν μαριονέτα ένα πράγμα ή μάλλον σα στολή. Σα νά’ ταν κουστούμι τους φορούσαν. Τι να σου πω. Περίεργα πράγματα, περίεργοι θεοί.

Τους καβαλούσαν, λέει, για να τους κάνουνε την χάρη -αν ήταν τυχεροί- κι έτσι όπως ήταν μέσα τους οργίαζαν όλο το βράδυ. Αν αυτός ή αυτή -που είχαν καβαλήσει- ήταν πολύ τυχεροί κι έφερναν στο κόσμο κανά παιδί όλη η γειτονιά το μεγάλωνε μαζί κι αν ήτανε κοπέλα οι άνδρες σφαζόντουσαν ποιος θα την πρωτοπάρει. Πολλοί από αυτά γίνονταν βασιλιάδες τρομεροί και το’ χαν για καμάρι τους ότι βαστάν από θεϊκό σπέρμα.

Χόρευαν που λες αυτοί και πέρναγε ο χρόνος. Ερχότανε το πρωί και πήγαιναν στη δουλειά τους. Το άλλο βράδυ δώσ’ του ξανά χορό. Να ο ιδρώτας. Να σου οι αλαλαγμοί, να σου κι οι θεοί να μερακλώνουν. Έτσι πέρναγαν τον καιρό τους, με χορό. Μίση και έχθρητες δεν ξέρανε τι πάνε να πουν. Πόλεμο δεν κάνανε ποτέ. Αν είχανε, που λες, διαφορές τις λύνανε χορεύοντας σαν όλα τ’ άλλα.

Βγαίνανε οι δυο που είχανε τη διαφορά και στέκανε απέναντι ο ένας με τον άλλον. Οι υπόλοιποι φτιάχναν κύκλο σιωπηλοί και κάνανε μάλλον χάζι. Ανοίγανε τα χέρια τους σαν να ‘σαν αετοί κι αρχίζανε να χορεύουν. Έναν χορό αργό. Συρτό. Βαρύ στην αρχή που αλάφραινε μόνο σαν λύναν την αμάχη. Θύμιζε λίγο τον δικό μας τον ζεϊμπέκικο, μόνο που κράταγε πιο πολύ και κοίταγε ο ένας τον άλλονε στα μάτια. Το χόρευαν, που λες, το πρόβλημα μέχρι να λυθεί κι ύστερα το έριχναν όλοι μαζί στο γλέντι.

Έτσι όταν ήρθαν οι αθηναίοι, οι παλιοί και είπανε θα σας πάρουμε τα μέρη αυτοί τους κάλεσαν σε χορό. Πίστευαν πως έτσι θα λύσουν τη διαμάχη. Οι αθηναίοι, από τότες πονηροί, δέχτηκαν με χαρά τους. Διάλεξαν οι ιθαγενής τον καλύτερό τους χορευτή –γιός κάποιου θεού στα σίγουρα κι αυτός- και στήσανε τον κύκλο. Έρχονται οι αθηναίοι και στέλνουν στο χορό τον βασιλιά. Απλώνει τα χέρια ο ιθαγενής κι αρχίζει να χορεύει. Να φέρνει γύρω τον βασιλιά. Να χτυπάει τα πόδια του στη γη και να πηδάει στα ουράνια σα κατσίκι.

Τον κυτάει για λίγο ο βασιλιάς κι έπειτα τραβάει το σπαθί του και τον σφάζει. Αυτό ήτανε το σύνθημα για τον στρατό. Ορμάει κι όπως ήτανε σε κύκλο αυτοί τους σφάζουν μέχρι τελευταίο. Όσους γλίτωσαν τους πήραν σκλάβους. Τους έβαλαν να χτίσουνε την πόλη γι αυτούς κι έπειτα τους μοιράστηκαν οι ευγενείς. Δούλους για το σπίτι. Κι έτσι που χρόνος για χορό. Που όρεξη για γλέντι.

Έτσι, που λες, χάθηκαν οι πρώτοι κάτοικοι αυτής της γης. Από μπαμπεσιά πάνω σε μια στροφή. Μ’ ένα δίπλωμα της μέσης. Όσο για τους θεούς τους, αυτοί δεν πεθαίνουνε ποτέ. Πάω σου στοίχημα πως είναι ακόμα εδώ γύρω. Ίσως γι αυτό, ακόμα και τώρα, αν περάσεις κανένα βράδυ από καμιά πλατεία παλιά κι έχεις τη ψυχή σου ανοιχτή –τους θεούς δεν τους ακούς με τα αυτιά- θα σού ‘ρθει η ανάγκη να χορέψεις.

Δοκίμασε το. Πήγαινε το βράδυ –κατά προτίμηση αργά, να ‘χει πέσει η κίνηση στους δρόμους- και κάτσε σε καμιά πλατεία. Μείνε για λίγο σιωπηλός κι άσε τη ψυχή σου να πετάξει. . . .

Μόνο ξά σου. Αν βρεθείς με κάνα μούλικο στην αγκαλιά, μην περιμένεις να στο στέψουν βασιλιά, μάλλον θα χάσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: