Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Μια Παρασκευή

Λίγες στιγμές πριν το τρένο μπει στο σταθμό, τις ράγες διέσχισαν σχεδόν τελετουργικά ένα ζευγάρι περιστέρια. Ολόλευκα. Καθαρά. Θαρρείς άγιο πνεύμα. Κατέβηκαν χαμηλά –σχεδόν άγγιξαν τις γραμμές- και πέταξαν για λίγο σ’ αυτό το ύψος. Έπειτα ανέβηκαν ψηλότερα και πήραν στροφή 180ο πάνω από το κεφάλι των πιο βιαστικών που στριμωχνόντουσαν είδη στη γραμμή.

Κανείς δεν γύρισε να κοιτάξει αυτόν τον χορό. Είχαν όλοι το μυαλό τους στο κενό, μεταξύ συρμού και αποβάθρας. Μια πιτσιρίκα μόνο χασκογέλασε νευρικά, μα ήταν γιατί ο φίλος της της χούφτωνε τον κώλο.

Τα περιστέρια πέταξαν ψηλά. Το τρένο μπήκε στο σταθμό. Οι πόρτες άνοιξαν. Το πλήθος στριμώχτηκε. Ζορίστηκε. Χωνεύτηκε. Η αποβάθρα έμεινε άδεια.

Τότε. Στα κενά, λίγα, αμήχανα λεπτά που το τρένο ετοιμάζεται να ξεκινήσει ακούστηκε.

_ “Βαρέθηκα πια. Δεν αντέχω . . . Δεν μπορώ άλλο . . . Μ’ ακούς ; . . . Δε σε αντέχω . . . Μού ‘χεις γαμήσει τη ψυχή . . . Μη με κοιτάς, δε σ’ αντέχω . . .”

Κάποια κεφάλια πρόβαλαν από τις πόρτες, περίεργα, να δουν. Η φωνή από τα μεγάφωνα δήλωνε ένα κατεβατό απαγορεύσεις. Τα κεφάλια συνέχισαν να κοιτούν.

_ “Φύγε . . . Αν δε φύγεις θα πηδήξω . . . Ή εγώ ή εσύ . . . Όχι δεν ησυχάζω . . . Ή εγώ ή εσύ . . . Δε το αντέχω. Φύγε σου λέω . . . Ο.Κ.! Καλά! Θα φύγω εγώ!”

Κανείς δεν κατέβηκε. Οι πόρτες έκλεισαν. Το τρένο ξεκίνησε. Ο σταθμός έμεινε για λίγο άδειος. Τα περιστέρια γύρισαν κι άρχισαν να τσιμπολογούν ένα γύρω νευρικά.

Ήταν Παρασκευή. Τέσσερις και μισή. Το Σαββατοκύριακο είχε ξεκινήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: