Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Φως

Φως
στο ύψος των ματιών μου τώρα στέκει
μόνο μια άγρια χαρά που σχεδόν πονάει
καθώς αντλεί απ’ το κορμί μου χωρίς οίκτο
ότι αυτό ποθεί κι αποζητάει.

Δεν έχω χρόνο για στιγμές άλλες χαμένες
ότι για μένα έχει απομείνει στο χαρίζω
μόνο άφησε μου για να ελπίζω
μία χαραμάδα πανικού καθώς χαράζει.

Όσο μικρό κι αν είναι αυτό το κέρδος
δεν περιμένω τίποτα άλλο για τώρα
μόνο τον ουρανό να δω να πλημυρίζει
μ´ αυτό το μαγικό το μπλε του κοβαλτίου.

Καθώς η ώρα θα περνά θα δω να κατεβαίνει
της ροδοδάχτυλης Ιώς η απεσταλμένη
και το κενό με καθαρό γαλάζιο να γεμίζει.

Μονάχα αυτό μου μένει να ελπίζω
μιας και το τέλος δεν μπορώ να το γνωρίζω
κι αν και είναι αργά να υποχωρήσω
δεν έχω δύναμη ούτε ένα βήμα να προχωρήσω.

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

Αποτυχία

Σαν ήρωα από ρομαντική νουβέλα
έναν καταραμένο εμιγκρέ
απ´ τη μαμά Ρωσία
ή ποιητή αλκοολικό
με το χτικιό στα στήθη
θα ήθελα
να με θυμούνται οι φίλοι μου
όταν θα ´χω φύγει.

Κι αυτοί που δεν με γνώρισαν
ή που δεν θέλησαν
ποτέ να με γνωρίσουν
θέλω να με φαντάζονται
σα σκύλο λυσσασμένο
τρελό και επικίνδυνο
που δε γνωρίζει οίκτο.

Αντί για αυτό εξασφάλισα
ένα χαμόγελο οίκτου
στα χείλη που με φίλησαν
και μία αναγγελία
στη στήλη τον κοινωνικών
σε κάποια εφημερίδα.

Δίπλα στο «ζητώ γαμπρό απ´ τη Λαμία»
«κηδεύουμε σήμερον τον εκλιπόντα
φίλο, σύντροφο, αδελφό
κι ότι άλλο προκύψει».

Θα μου πείτε πως
δεν είναι μικρή τιμή
αυτή η αναγγελία
και θα ´χετε δίκιο δυστυχώς
αν αναλογιστεί κανείς
το πως θα έχω ζήσει.

Πήτερ Παν

Με τη σκιά μου πετώ.

Πάνω από τις άθλιες πολιτείες σας
πετάω.
Πάνω από τα άνυδρα μπαλκόνια σας
κόκαλα που ξασπρίζουνε
πετάω.
Πάνω από τις μουχλιασμένες σας ψυχές
τις άδειες σας φωνές
τα κούφια λόγια σας
τις κενές ιδέες σας
πετάω.

Ίπταμαι.
Απλώνω τα χέρια μου
μπροστά
πάντα μπροστά
πετάω.

Με βλέπετε ;
Δεν σας χαιρετάω.
Σας μουντζώνω
καθώς πετάω.

Δεν έχω τίποτα άλλο να σας πω.
Δεν θέλω να σας ξαναδώ
μόνο να πετάω.

Δεν καθηλώνομαι
σ´ αυτό τον βούρκο που αποκαλείται
στωικά ζωή.
Εγώ σαν βατράχι σε σκατόνερα
δεν κολυμπάω.
Πετάω.

Με τα χέρια μου ανοιχτά
σαν γερακιού φτερά
πετάω.

Έχετε γεια.
Καλοί μου σκατόψυχοι εσείς
σας αποχαιρετάω.
Δεν έχω μαζί σας τίποτα κοινό.
Στο μπουρδέλο αυτό που μου
βάλατε να ζω δεν χωράω.
Έχω άγρια ψυχή
και είναι οι ορίζοντες οι ανοιχτοί
αυτό που λαχταράω.
Πετάω.

Με τη σκιά μου συντροφιά.
Με τις καρδιάς μου τα φτερά.
πετάω.

Δεν γουστάρω να ενηλικιωθώ.
Δεν έχετε τίποτα που να νοσταλγώ.
Τα όνειρά σας τα λειψά
τα σιχαμένα σας κορμιά
την πετρωμένη σας καρδιά
όλα σας τα καλά
τα κλωτσάω.
Πετάω.

Μ´ ακούτε.
Πετάω.
Κι αν με φέρει ο άνεμος
ξανά κατά ´δω
ελπίζω να μην σας ξαναδώ
γιατί εσείς σέρνεστε στη γη
ενώ εγώ έχω γεννηθεί πουλί
και θέλω να πετάω.

Μόνο αυτό.
Με τη σκιά μου συντροφιά
να πετάω.

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Είσοδος 1

Εμένα Οι Φίλοι Μου Έχουν

Εμένα οι φίλοι μου έχουν
Μουσούδα υγρή και μάτια σκληρά που λάμπουνε
σα πέσει το σκοτάδι κι αγγίξουν
το κρύο φως της σελήνης.

Δόντια γυμνά έχουν οι φίλοι μου
που τρίζουνε κάθε βράδυ στον ύπνο τους
μιας όταν είναι ξύπνιοι πρέπει να κρύβονται.
Να κρύβονται από σας που δεν ανέχεστε
την οσμή της απόγνωσης
που κρύβουν στα ρούχα τους και τους προδίδει.

Εμένα οι φίλοι μου είναι λιγοστοί
Όσοι απόμειναν
Όσοι γλίτωσαν
Όσοι ξέφυγαν απ´ το κυνήγι.
Σε μια παλάμη μετριούνται οι φίλοι μου.
Σε μια παλάμη σφιγμένη σα γροθιά.
Μα κατεβαίνουνε τα βράδια στη πόλη ουρλιάζοντας
Γρυλίζοντας
Φτύνοντας κομμάτια παραμύθια.
Που τα βρήκαν κανείς ξέρει.
Κανείς δεν νοιάζεται.
Τα ‘κλεψαν από τα μαύρα πουλιά.
Τους τα ‘δωσε η καλή γριά.
Ποιός δίνει σημασία.
Το μόνο που μετράει είναι πως
τα χρειάζονται
τα έχουν ανάγκη
τα χρειάζονται τα παραμύθια οι φίλοι μου
μιας και δεν κάνουν όνειρα.
Τους τα κλέψατε
Τους τα στερήσατε κι αυτά
όπως όλα τα άλλα.

Μόνοι.
Ολομόναχοι είναι οι φίλοι μου
γιατί στο κυνήγι σας
υπήρξατε ανελέητοι.
Δεν τους αφήσατε σπιθαμή
για ν´ ανασάνουν.

Δεν ονειρεύονται πια οι φίλοι μου
Μόνο εφιάλτες έχουν
Μόνο εφιάλτες και αποσπάσματα
Ρημάδια παραμύθια
Γι’ αυτό ουρλιάζουν οι φίλοι μου
Γι’ αυτό γρυλίζουν.

Εμένα οι φίλοι μου είναι πεινασμένοι.
Διψάνε για ζωή.
Λυσσάνε για έρωτα
μιας και την αγάπη τους την έχετε σκοτώσει.
Τρελοί είναι εμένα οι φίλοι μου.
Ψυχάκιδες.
Πρεζάκια του έρωτα.
Εθισμένοι στη ζωή
για αυτό ξοδεύονται.
Γι’ αυτό δίνονται.
Δίνονται
και για αυτούς αυτό δε μετράει.

Σκιές θολές είναι εμένα οι φίλοι μου.
Φαντάσματα.
Άυλα.
στιγμές συναισθηματικής ενέργειας
που σκάλωσαν στον χρόνο.
Τον καιρό που ήσασταν ακόμα άνθρωποι.
Πού χατε τσίπα
μια σταγόνα φιλότιμο
για καρδιά δεν είμαι σίγουρος μιας και δεν την είδα.
Ποτέ.

Λύκοι λυσσασμένοι είναι εμένα οι φίλοι μου.
Κι ας θέλετε να τους ονομάζεται σκυλιά.
Κι ας σας βολεύει να πιστεύεται
ότι τους εξημερώσατε.
Ότι σε όσους σας ξέφυγαν απ´ το κυνήγι
βάλατε λουριά
τους υποτάξατε.
Πως τώρα θα σας γλείψουν το χέρι
γιατί τους ταΐσατε.

Γελαστήκατε
Οι φίλοι μου απλά λυσσάξανε.
Τους έπνιξε η απόγνωση
κι τρέλα της απομόνωσης.
Και το ξέρετε
-πόσο καλά το ξέρετε-
τίποτα πιο επικίνδυνο
από ένα λύκο που λύσσαξε
γιατί δεν τού ‘μεινε τίποτα να χάσει.

Γι’ αυτό και τους φοβάστε τους φίλους μου.
Γι’ αυτό κλειδαμπαρώνεστε
στον φόβο σας τις νύχτες.
Γιατί το ξέρετε
-καλά το ξέρετε-
το ουρλιαχτό π’ ακούγεται
δεν είναι για το φεγγάρι.

Εμένα οι φίλοι μου είναι
θεριά ανήμερα
που ουρλιάζουνε
κι έρχονται
τα βράδια να σας φάνε.

Φυλαχτείτε.
Οι φίλοι μου παραφυλούν τις νύχτες.