Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Συνταγή γ΄

Χρυσή βροχή κι αγίασμα
Οι στάλες των χυμών μας
Αντιμονούχο μίασμα
Οι σκέψεις των μυαλών μας

Αφορισμοί Από Τη Κόλαση

  • Ο έρωτας σαν άνθρωπος είναι αδηφάγος.
  • Ένα κορμι δίπλα μου. Ένας κόσμος μακριά μου.
  • Αν απ’ αγάπη δεν καείς δε σου πρέπει να ζήσεις.
  • Είναι ντροπή στον έρωτα να χάνει απ’ τη συνήθεια.
  • Ο έρωτας καίει σα φωτιά η ματαίωση σα πάγος.
  • Όποιος φοβάται τη σιωπή δε ξέρει τους ανθρώπους.
  • Όποιος δεν έχει προδοθεί δεν έχει αγαπήσει.
  • Ο έρωτας βγάζει κραυγές και η αγάπη νύχια.
  • Μια σταγόνα ψέμα η πιο πιστευτή αλήθεια.
  • Όταν βαλτώσει το νερό, θάνατο κουβαλάει.
  • Ο λύκος που έβαλε λουρί αποκαλείται σκύλος.
  • Ο πόνος και ο έρωτας δεν είναι οι μόνοι φίλοι.
  • Αγάπα λίγο. Αγάπα πολύ. Αγάπα απεγνωσμένα.
  • Καλύτερα να καίγεσαι από έρωτα, παρά από ανία.
  • Αρχή και τέλος έκρηξη. Η μέση απλώς πορεία.
  • Όταν θα έχεις βαρεθεί, θα ‘χεις πια πεθάνει.
  • Όταν μιλάς σ’ ένα χαρτί δεν παίρνεις απαντήσεις.
  • Η τιμωρία της ψευτιάς είναι η αδιαφορία.
  • Όταν ξεχάσεις τι αγαπάς μη ψάχνεις τον καθρέφτη.
  • Όταν η ζωή σου γίνει ψεύτικη θυμήσου το πρώτο ψέμα.
  • Για μια μέρα άχρωμη δε φταίει ποτέ ο ήλιος.
  • Η σιωπή εκτός από χρυσό κρύβει συχνά βλακεία.
  • Όποιος φοβάται τη ρουτίνα, έχει ήδη βαρεθεί.
  • Δε φτάνει μόνο η θέληση για ‘να γεμάτο ποτήρι.
  • Αν βγάλεις από την ζωή τον πόνο δεν μένει πάντα μόνο χαρά.
  • Από τον πάτο για ν’ ανεβείς πρέπει να προσπαθήσεις.
  • Η αδιαφορία κι η ηλιθιότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Στη μια την επιλογή την έκανε η φύση.
  • Μέλη που δεν αιματώνονται γρήγορα μουδιάζουν.
  • Τα πιο μεγάλα ψέματα τα λέμε στον καθρέφτη.
  • Φαντάσου και μη σκέφτεσαι. Πράξε μην λογαριάζεις.

 

Ο Έρωτας

Ο έρωτας δεν είναι σύντροφος
μα σκύλος που δαγκώνει.
Λύκος που πέφτει νηστικός
σε μαντρωμένο κοπάδι.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

***

Έγω με την αγάπη μάλωσα
σαν έσμιξα με τη συνήθεια.

Επίλογος

Ας πιούμε στο τέλος μιας αγάπης.
Ας υψώσουμε τα ποτήρια μας
στο θάνατο μιας σχέσης.

Μια γουλιά
για τις στιγμές που γίναμε ένα
Μια γουλιά
πριν τα χείλια μας γίνουνε ξένα.

Τις Πιο Αληθινές Στιγμές

Τις πιο αληθινές στιγμές τις έζησα μονάχος.
Τις πιο μοναχικές στιγμές τις έζησα με άλλους
και τα μεγάλα ψέματα φέρναν όρκους αλήθειας.
Δεν ξέρω στο τέλος της ζωής
μα στην ως τώρα σούμα μου
μάλλον τά ‘χω σκατώσει.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Λίγη Αγάπη Μόνο

Λίγη αγάπη μόνο.
Λίγη αγάπη όπως παλιά.

Όπως την αρχή
που τα κορμιά μας έσμιγαν απελπισμένα.
Που κάθε νύχτα έμοιαζε νά ‘ναι η τελευταία
και η αυγή θαύμα απρόσμενο έσερνε στο τέλος.

Λίγη αγάπη μοναχά.
Λίγες στιγμές
να σβήσω το σώμα μου μεσ’ το κορμί σου.

Σκρατς!

Όταν ο Π. έκλεισε τα 35 για ένα πράγμα ήταν σίγουρος τελικά. Κάτι πήγαινε πολύ στραβά. Είχε περάσει τη μισή -έλπιζε- ζωή του κυνηγώντας πράγματα που του ήταν άγνωστα πια. Κάπου σε κάποια στροφή. Σε κάποιο γύρισμα του χρόνου τα είχε χάσει τελικά. Μπορεί και να τον είχαν ξεπεράσει. Μπορεί να τα είχε προσπεράσει αυτός τελικά. Δεν ήξερε να πει με σιγουριά. Το μόνο που ήξερε καλά ήταν πως ότι τόσα χρόνια κυνηγούσε τον άφηναν αδιάφορο. Παγερά.


Έπρεπε λοιπόν ν’ αλλάξει πορεία. Πριν η κατάσταση γίνει απελπιστική. Πριν να είναι αργά. Όχι πως ήξερε τι πρέπει να κάνει. Αυτό ήταν μάλλον και το πρόβλημα του αρχικά, μα δεν είχε άλλη λύση. Ο χρόνος έτρεχε μπροστά κι αυτός έπρεπε να τον ακολουθεί αν ήθελε να κερδίσει. . . Ποιόν;

Η σκέψη αυτή τον έκανε να αναπηδήσει. Γιατί έτρεχε τελικά. Με ποιόν αγωνιζόταν. Είχε αποδεχτεί ότι η ζωή είναι αγώνας, αλλά με ποιόν. Έτρεχε σε μια κούρσα με τέρμα προκαθορισμένο. Με χρόνο ρυθμισμένο σε ακρίβεια εκατοστού. Αλλά με ποιόν αγωνιζόταν; Αν δεν τερμάτιζε τι θα γινόταν; Θα τον έβαζαν να τρέξει ξανά; Θ’ αποκλειόταν; Θα του έλεγαν:

_ “Συγνώμη χάσατε. . . . μιαν άλλη φορά. . . . Σημασία έχει το παιχνίδι και ‘σείς το παίξατε καλά. . . Σας απονέμουμε το βραβείο της παρηγοριάς. . . Μια ανοιχτή παλάμη.”

E! Και! Ας τον έλεγαν μαλάκα. Δεν θα ‘τανε και η πρώτη φορά. Γιατί λοιπόν έτρεχε έτσι δαιμονισμένα. Γιατί αντί για μια υπέροχη βόλτα στην εξοχή έτρεχε σ’ αυτήν την θεότρελη κούρσα; Ποιος ο λόγος; Ποιος ο σκοπός; Που πάει αυτή η γάτα;

Και μ’ αυτή την ερώτηση η σκέψη του αναπήδησε ξανά σε γνωστή διαδρομή. Στα γνωστά χιλιοπαιχμένα αυλάκια. . . .

Έπρεπε ν’ αλλάξει πορεία. Ν’ ακολουθήσει άλλη διαδρομή αλλιώς θα ήταν χαμένος. Θα έμενε απ’ έξω . . . Κι αυτό δεν ήταν σωστό. Δεν ήξερε γιατί αλλά κάτι του έλεγε πως δεν έπρεπε να χάσει.

Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Μικρό Βραδινό


Μικρή Ωδή Στο Τώρα

Σ’ αυτήν την πόλη.
Μικροί κι ασήμαντοι οι κάτοικοί της
σαν τα όνειρά τους.
Στενάχωροι.
Ανήλιαγοι οι δρόμοι τους
σαν τις καρδιές στους.
Λίγα λουλούδια στα μπαλκόνια τους.
Ξερά.
Δύο καλημέρες απ’ τα χείλια τους.
Ψευδές.
Η μια στη γκόμενα
η άλλη στ’ αφεντικά τους.
Κι ο έρωτας τους
όλο φωνές και κλάματα
σαν σε τηλεταινία.

Σ’ αυτή τη πόλη
Οι βάρβαροι έχουνε ‘ρθει
μα δεν κρατούσανε μαζί τους
καμία λύση.

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Διαφυγή

Τρίτη 14 Απριλίου 2010


20 Ιουλίου 1969

Ο Μιχάλης Μ. κοιμήθηκε παραδόξως νωρίς εκείνο το βράδυ. Παραδόξως αλλά όχι ανεξήγητο μιας και η κακοκεφιά που ένοιωθε απ’ το πρωί ήταν αυτονόητο πως θα τον οδηγούσε στο κρεβάτι. Μόνο που ο ύπνος που κέρδισε εκεί δεν ήταν διόλου ξεκούραστος.


Βαρύς και άδειος πιθανόν, μα όχι ξεκούραστος. Ολοκληρωτικός και αιώνιος σίγουρα μα όχι ξεκούραστος.

Ανεξήγητο ήταν που το πρωί παρόλα αυτά τον βρήκανε να χαμογελάει.

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Η πρωινή σταγόνα
τα φύλα λυγίζει
καθώς τα δροσίζει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Οι πρώτοι ήχοι.
Η πόλη ξυπνάει.
Η σιωπή ξεκινάει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Οι σκιές μικραίνουν.
Ο ήλιος ανατέλει.
Γαλήνη.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Η ευτυχία
μι’ ανάσα βαριά
καθώς ξημερώνει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Όλη η ζωή
μια μαρμαρυγή
σ’ ενός εραστή τη πλάτη.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Όλος ο κόσμος
μια αναλαμπή
σ’ενός παιδιού το δάκρυ

Η Αγάπη Είναι

Ένα κουτάβι που δαγκώνει.
Μια γάτα που τσαφουνά.
Ένα λιωμένο παντελόνι.
Η αγάπη είναι παιδάκι που γελά.

Ένα Κάποιο Μελαγχολικό Νοέμβρη

Ένα κάποιο μελαγχολικό Νοέμβρη
έκλεισα τα μάτια στη χαρά
για να με προσπεράσει.
Δεν είχα λόγο που το έκανα αυτό.
Δεν είχα καμιά αιτία.
Πιάστηκα από μίαν ασήμαντον αφορμή
μα ότι κι αν ήταν
Αυτή
έπεσε μια χαρά στην παγίδα.

Όταν τα άνοιξα είχε ξεμακρύνει.

Την έβλεπα να απομακρύνεται γοργά
κι απόμεινα μονάχος
με δάκρυα ακόμα στα μάτια
αλμυρά
να βλέπω τη μέρα να γυρνά
τη νύχτα αγκαλιά με τη χαρά να ξεμακρένει
κι εμένα να γερνώ για τα καλά
από ένα πείσμα.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

****

Η φωτιά
αγκαλιάζει το ξύλο
με αγάπη.

Πάνω Σε Παλιά Των Βίκινγκ Προσευχή

Βλέπω τον πατέρα μου
και την μητέρα μου
και τον πατέρα του πατέρα μου
και τον αδελφό μου
και πίσω τους ατέλειωτη σειρά
όλων των παπούδων μου
μέχρι την αρχή του χρόνου

Με καλούν.
Με περιμένουνε
πίσω απ’ τις σιδερόντυτες πύλες της Βαλχάλας
μέσα στους κήπους του Αλάαχ
με τα ουρή και τις πολύχρωμες φωνές
των πτηνών του παραδείσου.

Γεμάτοι περηφάνια με καλούν.
Με τρόμο στα μάτια με προσμένουν.
Στητοί.
Ακέραιοι.
Χαμογελούνε.

Με περιμένουν.
Δεν αδημονούν
Απλώς με περιμένουν.

Κι ο ήλιοςπου ξεπρόβαλε
κλείνει τα μάτια.
Όχι.
Όχι από ντροπή.
Μήτε από την φρίκη.
Να χαιρετήσει θέλει.
Να ευχηθεί κι αυτός
«καλό ταξίδι».

Ωραία ζωή για να την ζήσει κανείς.
Ωραία μέρα για να πολεμήσει.
Ωραίος δρόμος για να πλανηθεί κανείς.
Όμορφη μέρα να πεθάνει..

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Ο Δερβίσης Σαμουθ

Προχού ο δερβίσης Σαμουθ ντυθεί το λυκοτόμαρο και βγει στη γύρα ήτονε λέει λόγιος. Είχε περάσει χρόνια μελετώντας το κοράνι. Ήξερε, λένε, τους δρόμους των άστρων πιότερο κι από τον ουρανό τον ίδιο. Τον λόγο τον καλό τον γνώριζε, λένε πάλι, σαν εδικό του. Κι όμως όλο διάβαζε κι όλο μελετούσε και πάσχιζε να μάθει περισσότερα. Να γνωρίσει πιότερα. Να καταλήξει κάπου. Σε κάποιο συμπέρασμα. Όταν οι φίλοι του τον ρωτούσαν όλο:

_ «Κοντεύω!»

Έλεε. Όλο:

_ «Είμαι δίπλα! Άλλη μια σελίδα κι έφτασα! Άλλη μια παράγραφο και θα τελειώσω!»

Ώσπου μια νύχτα ξενύχτησε για να τελειώσει ένα χειρόγραφο. Παλιό. Κίτρινο. Σε γλώσσα που μόνο αυτός γνώριζε κι αυτή μισοσβησμένη από τον χρόνο. Κόντευε να φωτίσει όταν τελείωσε. Σήκωσε το κεφάλι από το χειρόγραφο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαφνικά:

_ «Τελείωσα» Φώναξε «Τώρα γνωρίζω. . . .Δεν υπάρχει τίποτα πια κρυφό. Τίποτα πιο απλό. . . . Τώρα επιτέλους τα κατάλαβα όλα.»

Πετάχτηκε από την καρέκλα κι άρχισε να τρέχει χαρούμενος μέσα στη κάμαρη του. Η χαρά του ήτονε τόση που έκανε σαν μικρό παιδί στα πρώτα του σκιρτήματα. Ήθελε να την μοιραστεί με κάποιον μα δεν είχε κανένα να το πει. Κανένα να μοιραστεί το θαύμα. Οι φίλοι του –αναμφίβολα- όλοι κοιμόντουσαν, οι δικοί του το ίδιο. Ο ήλιος δεν είχε ακόμα σηκωθεί. Ο ουρανός μόλις που μπλέδιζε στο βάθος.

Άνοιξε το παράθυρο κι έκατσε χαρούμενος να δει τη μέρα να γεμίζει. Κάτω από το παραθύρι του ήτονε το κοτέτσι. Στο κοτέτσι ο κύρης του είχε βολέψει έναν καινούργιο κόκορα μιας κι ο παλιός είχε γεράσει και δεν κανόνιζε τις κότες όπως πρότερα. Ο γέρο κόκορας, όπως ήτο αναμενόμενο, πολύ ενοχλήθηκε και τα δυο κοκόρια πιαστήκανε σε αμάχη.

Θαρρείς και το ΄καμαν επίτηδες είχαν διαλέξει εκείνη την αυγή για τελειώσουν τον πόλεμο. Καθώς ο γερό-κόκορας ετοιμαζόταν να σαλπίσει την καινούργια μέρα ο νιούτσικος πετάχτηκε σ’ ένα στύλο και βάλθηκε να σαλπίζει δυνατότερα, μ’ όλη την δύναμη των νεώτερων του πνευμόνων.

Του γέρου πολύ του κακοφάνηκε. Με μιας όρμηξε στον νιούτσικο να τον ξεκάμει. Μα ο νιούτσικος ήτο δυνατότερος. Δεν χρειάστηκε πάνω από δύο λεπτά για να στείλει τον γεροντότερο στην αυλή του Κυρίου.

Ο Ζαμούθ πολύ μαγεύτηκε από το θέαμα. Έμεινε να χαζεύει.

Ο νέος κόκορας -αφέντης πια στο κοτέτσι- ανέβηκε όλο ύφος στον στύλο του κι άρχισε να φωνάζει, δυνατότερα τώρα από πριν, γιορτάζοντας όχι μόνο την αυγή μα και την μεγάλη του νίκη. Μετά κατέβηκε από το πόστο του κι άρχισε να βολτάρει στο κοτέτσι με καμάρι και δίκαια έπαρση.

Πηγαινοερχόταν πάνω κάτω βγάζοντας που και που επιφωνήματα που στάζαν χαρά και καμάρι. Φούσκωνε το στήθος του και τίναζε τα φτερά του. Τίναζε το λειρί του και φούσκωνε με δίκαια περηφάνια.

Καθώς ο Ζαμούθ τον κοίταζε ένοιωσε να ταυτίζεται μ’ αυτόν τον πετεινό. Περίεργο μα τόσο αληθινό, ένοιωθε πως και οι δυο είχανε φτάσει το βράδυ αυτό στο απόγειο της ζωής τους.

_ « Ο κόκορας αυτός πόσο μου μοιάζει. . .» Σκέφτηκε.

_ « Είμαστε και οι δύο νικητές. . . . Αφήνουμε και οι δύο την νύχτα αυτή, πίσω μας το σκοτάδι. . . . Μόλις κατέβω το πρωί θα του δώσω μια χούφτα καλαμπόκι για να το γιορτάσει»

Ξάφνου, από το πουθενά, εμφανίστηκε ένα γεράκι. Σαν αστραπή, χωρίς να προλάβει να αντιδράσει κανείς, άρπαξε τον πετεινό και εξαφανίστηκε στον πρωινό ουρανό χαρούμενο που εξασφάλισε τόσο εύκολα το πρωινό του.

Από κείνη την αυγή ο Ζαμούθ παράτησε τα γράμματα και φόρεσε το λυκοτόμαρο του δερβίση. Τον κόκορα δεν τον ματαείδε ποτέ κανείς. Ο κύρης του πήρε έναν άλλο για να βατεύει το κοτέτσι. Οι κότες δεν έδειξαν να ανησυχούν πολύ. Όσο για τον Ζαμούθ, δεν τον ρώτησε κανείς. Απ’ όσο έμαθα ακόμα γυρίζει.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Fox Faeri

Σαν Προσευχή

Κάτι Σαν Χαϊ Κου


*****

Το ρολόϊ μετράει
τον χρόνο που τρέχει
ξημερώνει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου


*****

Η ανάσσα σου δίπλα
προσκαλεί τον ύπνο
που αργεί να με πάρει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

*****

Ο ουρανός δακρύζει
καθώς αποχαιρετά
τη μέρα που φεύγει.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

*****

Ξένοιστα έπαιζαν τα παιδιά
στους δρόμους που τώρα
μαζεύεται λάσπη.

Κάτι Σαν Χαϊ Κου

*****

Τρυφερό φύλο
πόσο ευγενικά
αγγίζεις το σκοτάδι

Καλή Σου Νύχτα

Λίγες στιγμές προτού αγγίξω
ένα θάνατο μικρό γεμάτο ήχους.
Βαρύ το βλέμμα μου.
Το κορμί νευρικό.
Η κούραση χαμένη.
Εγώ
Εσύ
Όλα εδώ μα πάλι κάτι δείχνει λειψό
κάτι δεν ταιριάζει.

Καλή σου νύχτα.
Σ’αγαπώ.
Μα ξέρω πως σ’έχω χάσει.

Ας έρθει ο ύπνος σύντροφος παλιός
κι ας μου θυμίσει ό,τι έχω ξεχάσει.

Καλή σου νύχτα
Σ’αγαπώ.
Αυτό το παιχνίδι μ’εχει ξεπεράσει.

Δύο Λουλούδια Και Μια Πινελιά


Δύο λουλούδια
μια πινελιά
και τρία σταράτα λόγια.

Ένα αστέρι που λάμπει θαμπά.
Μια ψυχρή καλημέρα.
Λίγες σταγόνες που κυλάνε αργά.
Κάποια μισοχαμένη μέρα.

Το φάλτσο χτύπημα μιας καρδιάς.
Μια ζωή που έφτασε σε τέλμα.

Ελεύθερη Πτώση

Λίγο ακόμα.
Μια σταλιά.
Μια στιγμή ακόμα
ένα βήμα μοναχά
και θα ανεβούμε πιο ψηλά
κι ύστερα

ύστερα

η πτώση θά ‘ναι
Υπέροχη.

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Στον κυρ. Κώστα Καρυωτάκη



Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Ετσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ' αρέσω.

Κ. Καρυωτάκης
"Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο"