Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Ο Δερβίσης Σαμουθ

Προχού ο δερβίσης Σαμουθ ντυθεί το λυκοτόμαρο και βγει στη γύρα ήτονε λέει λόγιος. Είχε περάσει χρόνια μελετώντας το κοράνι. Ήξερε, λένε, τους δρόμους των άστρων πιότερο κι από τον ουρανό τον ίδιο. Τον λόγο τον καλό τον γνώριζε, λένε πάλι, σαν εδικό του. Κι όμως όλο διάβαζε κι όλο μελετούσε και πάσχιζε να μάθει περισσότερα. Να γνωρίσει πιότερα. Να καταλήξει κάπου. Σε κάποιο συμπέρασμα. Όταν οι φίλοι του τον ρωτούσαν όλο:

_ «Κοντεύω!»

Έλεε. Όλο:

_ «Είμαι δίπλα! Άλλη μια σελίδα κι έφτασα! Άλλη μια παράγραφο και θα τελειώσω!»

Ώσπου μια νύχτα ξενύχτησε για να τελειώσει ένα χειρόγραφο. Παλιό. Κίτρινο. Σε γλώσσα που μόνο αυτός γνώριζε κι αυτή μισοσβησμένη από τον χρόνο. Κόντευε να φωτίσει όταν τελείωσε. Σήκωσε το κεφάλι από το χειρόγραφο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαφνικά:

_ «Τελείωσα» Φώναξε «Τώρα γνωρίζω. . . .Δεν υπάρχει τίποτα πια κρυφό. Τίποτα πιο απλό. . . . Τώρα επιτέλους τα κατάλαβα όλα.»

Πετάχτηκε από την καρέκλα κι άρχισε να τρέχει χαρούμενος μέσα στη κάμαρη του. Η χαρά του ήτονε τόση που έκανε σαν μικρό παιδί στα πρώτα του σκιρτήματα. Ήθελε να την μοιραστεί με κάποιον μα δεν είχε κανένα να το πει. Κανένα να μοιραστεί το θαύμα. Οι φίλοι του –αναμφίβολα- όλοι κοιμόντουσαν, οι δικοί του το ίδιο. Ο ήλιος δεν είχε ακόμα σηκωθεί. Ο ουρανός μόλις που μπλέδιζε στο βάθος.

Άνοιξε το παράθυρο κι έκατσε χαρούμενος να δει τη μέρα να γεμίζει. Κάτω από το παραθύρι του ήτονε το κοτέτσι. Στο κοτέτσι ο κύρης του είχε βολέψει έναν καινούργιο κόκορα μιας κι ο παλιός είχε γεράσει και δεν κανόνιζε τις κότες όπως πρότερα. Ο γέρο κόκορας, όπως ήτο αναμενόμενο, πολύ ενοχλήθηκε και τα δυο κοκόρια πιαστήκανε σε αμάχη.

Θαρρείς και το ΄καμαν επίτηδες είχαν διαλέξει εκείνη την αυγή για τελειώσουν τον πόλεμο. Καθώς ο γερό-κόκορας ετοιμαζόταν να σαλπίσει την καινούργια μέρα ο νιούτσικος πετάχτηκε σ’ ένα στύλο και βάλθηκε να σαλπίζει δυνατότερα, μ’ όλη την δύναμη των νεώτερων του πνευμόνων.

Του γέρου πολύ του κακοφάνηκε. Με μιας όρμηξε στον νιούτσικο να τον ξεκάμει. Μα ο νιούτσικος ήτο δυνατότερος. Δεν χρειάστηκε πάνω από δύο λεπτά για να στείλει τον γεροντότερο στην αυλή του Κυρίου.

Ο Ζαμούθ πολύ μαγεύτηκε από το θέαμα. Έμεινε να χαζεύει.

Ο νέος κόκορας -αφέντης πια στο κοτέτσι- ανέβηκε όλο ύφος στον στύλο του κι άρχισε να φωνάζει, δυνατότερα τώρα από πριν, γιορτάζοντας όχι μόνο την αυγή μα και την μεγάλη του νίκη. Μετά κατέβηκε από το πόστο του κι άρχισε να βολτάρει στο κοτέτσι με καμάρι και δίκαια έπαρση.

Πηγαινοερχόταν πάνω κάτω βγάζοντας που και που επιφωνήματα που στάζαν χαρά και καμάρι. Φούσκωνε το στήθος του και τίναζε τα φτερά του. Τίναζε το λειρί του και φούσκωνε με δίκαια περηφάνια.

Καθώς ο Ζαμούθ τον κοίταζε ένοιωσε να ταυτίζεται μ’ αυτόν τον πετεινό. Περίεργο μα τόσο αληθινό, ένοιωθε πως και οι δυο είχανε φτάσει το βράδυ αυτό στο απόγειο της ζωής τους.

_ « Ο κόκορας αυτός πόσο μου μοιάζει. . .» Σκέφτηκε.

_ « Είμαστε και οι δύο νικητές. . . . Αφήνουμε και οι δύο την νύχτα αυτή, πίσω μας το σκοτάδι. . . . Μόλις κατέβω το πρωί θα του δώσω μια χούφτα καλαμπόκι για να το γιορτάσει»

Ξάφνου, από το πουθενά, εμφανίστηκε ένα γεράκι. Σαν αστραπή, χωρίς να προλάβει να αντιδράσει κανείς, άρπαξε τον πετεινό και εξαφανίστηκε στον πρωινό ουρανό χαρούμενο που εξασφάλισε τόσο εύκολα το πρωινό του.

Από κείνη την αυγή ο Ζαμούθ παράτησε τα γράμματα και φόρεσε το λυκοτόμαρο του δερβίση. Τον κόκορα δεν τον ματαείδε ποτέ κανείς. Ο κύρης του πήρε έναν άλλο για να βατεύει το κοτέτσι. Οι κότες δεν έδειξαν να ανησυχούν πολύ. Όσο για τον Ζαμούθ, δεν τον ρώτησε κανείς. Απ’ όσο έμαθα ακόμα γυρίζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: