Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Ο Κωνσταντής

Στον J. CAMPBELL



Ι

 Ωσάν γεννήθη ο Κωνσταντής ήτονε πανηγύρι και το λαγούτο κένταγε στα χέρια του παππού του ένα σκοπό απτάλικο φερμένο από τη Σμύρνη που σειόταν κι αναδίπλωνε κογιονάροντας τη λύρα πού ‘ταν πολλά τα άγουρη και δεν μπόριε να διπλώσει. Ο κύρης του έσερνε τον χορό στον κύκλο ήτο μπροστάρης που πήδαγε τ’ αψηλά και δίπλωνε τη μέση και τα τακούνια τ’ άνοιγαν δυο πιθαμές τ’ αυλάκι. Γιώργο τον εβαφτίσανε μα γι’ όλους τα’ όνομά του ήτονε ο Λογγογιωργής γιατί επροτιμούσε τους λόγγους και τα απάτητα τα δάση απ’ τους ανθρώπους.

 Εκεί του τα επρολάβε ο Νικολός του Τάση και τ’ άλλα γειτονόπουλα που τρέξαν στο κατόπι. Αυτός τα χρυσασήμωσε και βάλθηκε να φωνάζει:

    _"Θα τ’ ονομάσω Κωνσταντή, θα τον εκάμω ρήγα κι ούλοι θα τον ζηλεύουσι για την αρχοντοσύνη και για τη γνώση τη σωστή που κλειεί στην κεφαλήν του."

 Πλήρωσε τα όργανα να πάν' στο γονικό του να παίξουν στο παράθυρο το πι όμορφο τραγούδι που να παινεύει το παιδί και να τιμά τη μάνα. Έστειλε νε φωνάξουνε τις όμορφες τις ρούσες πού ‘χουν τ’ αηδονιού φωνή, του παγωνιού την όψη και στο μεϊντάνι περπατούν σα πέρδικες στο σεργιάνι- να πάνε να συνδράμουνε την έμορφη λεχώνα, ν’ αφαλοκόψουν το παιδί και να το καθαρίσουν. Να το μυρώσουν με βασιλικό και να το νανουρίσουν για να ‘χει ύπνο ζάχαρη κι ονείρατα μελάτα. Να πάνε στη γυναίκα του ένα ματσάκι δυόσμο και μια αρμαθιά ξερόσυκα να μην λιγοθυμήσει.

 Έπειτα έσυρε τον χορό μέχρι την εκκλησία, την κύκλωσε δύο φορές με την ουρά απ’ τους άνδρες που έσερνε κατόπιν του σα στρατηγός στη μάχη και μπήκε απ’ την κερκόπορτα που μπαίνουσι οι γυναίκες. Σαν μπήκε εμπρομούτησε στα τέσσερα σα γραία και στάθηκε με ευλάβεια μπροστά απ’ την εικόνα. Τ’ άρματά του έβγαλε απ’ το τρίγυρο ζωνάρι σταυροκοπήθη τρεις φορές κι αρχίνισε να λέει:

"Άγιε μου έχε το καλά.
Κάμε το ανδρειωμένο.
Δώσε του γερακιού μορφή
τ’ αητού το βλέμμα.
Του δράκοντα τη μπορεσιά
της γλαύκης τη σοφία.

Όρκο σου τάσσω ιερό
σαν φτάσει στην αντρεία
θα φέρω της εικόνας σου
ανήμερα της γιορτής σου
την όμορφη φοράδα μου
να βγες στη λιτανεία.

Θα ντύσω το κονάκι σου
αλάβαστρο και σφεντάμι
και την άγια σου τράπεζα
μ’ ενός δράκοντα δόντια.

Θα ντύσω την εικόνα σου
με φίλντισι κι ασήμι
το θρόνο σου μ’ αγιόκλημα
την πόρτα σου με κέδρο
και το τετραβαγγέλιο
με δέρμα ελαφίνας. "

 Σφούγγιζε τα μάτια του κι απίθωσε στην εικόνα το όμορφο πιστόλι του πού ‘χε στο ζωνάρι απ’ όταν ήτο άγουρο κι αμούστακο παιδάκι και δε τ’ αποχωρίζοντω μέχρι τότες ποτές του.

ΙΙ

 Στο μεταξύ στο σπίτι του μαζεύτηκαν οι ρούσες κι άρχισαν να κελαηδούν δίπλα στο βυζαρούδι μυριάδες νανουρίσματα και χίλιες μύριες ρίμες. Η μία τέλευε με τον σκοπό, αρχίνιζε η άλλη και οι φωνές τους λίγωναν ολάκερο το σπίτι:

"Σε τούτο το σπίτι βγήκε βλαστάρι
χαρά στη ρίζα που το ‘χει κάνει.

Χαρά στον κύρη χαρά στη μάνα
σύκα και μέλι στην παραμάνα.

που θα το ταΐσει θα το κοιμίσει
σαν να ‘ναι δικό της θα το φιλήσει.

χαρά στο σπίτι χαρά στη πλάση
σε τούτο το σπίτι βγήκε κοράσι.

Θα μεγαλώσει θα γίνει άνδρας
θα πιάνει πέτρες, θα στύβει μάνα.

από τα σίδερα θα βγάζει μέλι
σαν μεγαλώσει αυτό το κοπέλι.

Ο ήλιος βγαίνει απ’ το μέτωπό του
ο ουρανός στολίζει το πρόσωπό του.

Ό,τι αγγίζουν τα δυο του μάθια
βουσκοδεντριάζει και βγάζει άνθια.

Ό,τι χαϊδεύουν τα δυο του χέρια
γαλατίζει, γιομίζει αστέρια.

Οι άντροι τρέμουν τα γροθήματά του
οι κόρες λιγώνονται στα φιλήματά του. "


 Εφτάσανε και τα όργανα και στάθηκαν από έξω κάτω απ’ το παράθυρο κι αρχίνισαν να παίζουν τα σοφά παινέματα για την καινούργια μάνα. Ο παππούς του Κωνσταντή πήγε και εστάθη στης νύφης το προσκέφαλο και την εγλυκοθώρη. Στάζανε τα μάτια του αγάπη και περηφάνια για την τιμή που του ‘καμε, να τον αξιώσει να δει αγγόνι σερνικό προτού να αποθάνει.

“Κόρη μου να ‘σαι δυνατή.
Να ‘χεις ούλες τση τύχες.
Να στέκεσαι πάντα όρθια
σα ‘ρθούν κακοτυχίες.
Να μην σε πιάνει τίποτε
μη μάτι, μήτε ζήλια.

Να’ χεις το προσκεφάλι σου
πάντα γεμάτο χάδια
και του σπιτιού τις κάμαρες
με γέλια και τραγούδια.

Ο κήπος σου ολόδροσος
όπως τα μάγουλά σου
και τ’ όμορφα τα μάτια σου
να βλέπουν πάντα ήλιο.

Να βλέπουν πάντοτε χαρές
ποτέ να μην λυπούνται
κι όταν από το γέλιο κουραστούν
να γείρουν να κοιμηθούνε
στο πρόσωπο του κύρη σου
και του μονάκριβού σου.

Στο σπίτι σου να μην ακουστεί
ποτές της κουκουβάγια
και το ντοντό σου πένθιμα
ποτέ να μην γαυγίσει.

Για τη χαρά που μού ‘δωκες
χίλιες να πάρεις πίσω.

Να το ιδείς να γίνεται
ψηλό σα κυπαρίσσι
και να το καμαρώνουνε
ούλοι οι συγγενείς του
σαν βγαίνει εις την αγορά
με τ’ άλλα της σειράς του.

Να τον ιδείς να παντρεύεται
με του ρήγα τη θυγατέρα
που όμοια της δεν εφάνηκε
ακόμα εις την πλάση

Να σπείρει πίσω του
μια κάμαρα απογόνους
που όλους να του περιπατείς
εσύ τις πρώτες στράτες."

 Ψιθύρισε και φίλησε γλυκά τη μικρομάνα στα κρύα ακροδάχτυλα τα λιγοθυμισμένα και κάρφωσέ της στα μαλλιά φρεσκοκομμένη δάφνη για να τση δείξει πόσο την τιμά και πόσο την λογαριάζει.

ΙΙΙ

 Έξω απ ‘το σπίτι στο χωριό βάστα καλά το γλέντι για τον ερχομό του Κωνσταντή και την υγειά της μάνας. Για τις χαρές του κύρη του για την τιμή του πάππου και για των παππούδων τη γενιά που θα βαστούσε ακόμα.

  Ο κύρης του στο μεταξύ είχε χαθεί στο δάσος και γύρευε να κυνηγά ελάφια για το γιο του. Το πρώτο που συνάντησε ήτονε μια λαφίνα πού ‘χε η δόλια πληγωθεί από ‘να μαύρο λύκο. Είχε λουφάξει η δύστυχη πίσω από ‘να βάτο και ‘κει πολέμα να κρυφτεί και κάτι ν’ αποκρύψει.

  Ένα μικιό κακορίζικο, πανώριο ελαφάκι που κούρνιαζε ‘κει στα ριζά του βάτου κι επροσπάθιε αν δύνατο να ενωθεί με τα κλαδιά του θάμνου. Η μάνα του έστεκε εμπρός και με τα πίσω πόδια εκλώτσαγε το άνοιγμα μην πλησιάσει ο λύκος.

 Μ’ αυτός ο κακοχάλαστος, απ’ το αίμα μεθυσμένος, δεν όρμαγε μήτ’ έφευγε αλλά πονηρεμένος, τον θάμνο γύρω έφερνε και περίμενε να ψοφήσει, η μάνα απ ‘τσι πολλές πληγές κι έπειτα να χουμήξει.

 Εκεί την εσυνάντησε, του Κωνσταντή ο κύρης κι αφού καλά την κοίταξε για λίγο κι εστοχάσθει. στο λύκο έπειτα όρμηξε τραβώντας το μαχαίρι πού ‘χε πάντα στη καρδιά πιότερο κι από φίλο.

 Είχε στη θήκη δράκοντα και στη λαβή διχάλα από φιδιού τα κέρατα για να ‘ναι ζυγιασμένο. Είχε σφυρηλατηθεί σε παλιό ατσάλι πού ‘χε πυρώσει σε φωτιά σαράντα μερονύχτια και είχε βαφτεί σε λάδι ελιάς από δεντρί παρθένο. Το ‘χε βλογήσει δέσποτας ανήμερα το Πάσχα κι η μάνα του το κοίμισε μια νύχτα στην αγκαλιά της όπου του ετραγούδησε παλιά κρυφά τραγούδια και δώδεκα κρυφές ευκές για να ναι μπιστεμένο.

 Μ’ αυτό στον λύκο χούμηξε δίχως να υπολογίσει μήτε τα γρυλίσματα μήτε τ’ άγρια του μάτια. Ο λύκος πια δεν έβλεπε τίποτις μπροστά του, παρά μονάχα το χαμό και το ζεστό το αίμα της λαφίνας πού ‘τρεχε κόκκινο απ’ τις πληγές της. Τον άρπαξε απ’ τον λαιμό και με τ’ άλλο του χέρι, γερά το στόμα τού ‘κλεισε να μην μπορεί να δαγκώσει.

 Τα μάθια του έστασαν θυμό. Τα δόντια του το μίσος και η ανάσα του μύρισε θάνατο και φόνο. Ο λύκος για λίγο λούφαξε, μα σαν είδε πως δεν εκράτει, στα χέρια άλλο τίποτις πέρα απ’ το μαχαίρι, απάνω του ερίχτηκε με περισσή μανία.

 Μα τ’ αντρειωμένου η δύναμη δεν βρίσκεται στα όπλα. Στη καρδιά και το μυαλό φωλιάζει και δυναμώνει.

 Ο Γιώργος λυγά τα γόνατα. Στα χώματα ξαπλώνει κι όπως ο λύκος τον περνά απάνω απ ‘το κεφάλι μπήγει την κάμα του μαχαιριού όσα με τη διχάλα. Έπειτα τινάζεται ορθός και το καρφώνει με λύσσα μες την καρδιά του άγριου κατάμαυρου θηρίου.

 Το θεριό πέφτει νεκρό κι ο Γιώργης αναστενάζει και κρύβει αυτός ο στεναγμός ούλη την ταραχή του. Βγάζει το μαχαίρι απ 'την καρδιά του λύκου, το σκουπίζει κι έπειτα σκύβει και τον φιλά ανάμεσα στα μάτια.

" Ήσουνα μπάρεμ' δυνατός
μα ‘γώ ‘χα σήμερα τύχη.
Ας σ’ αναπαύσει η μάνα γη
Και η κυρά των λύκων. "

 Γυρνάει, στέκει και κοιτά την αιμόφυρτη λαφίνα. Αφήνει το μαχαίρι στη γη και την επλησιάζει. Αυτή ανήμπορη και τον εκοιτά με σβησμένα μάτια. Γονατίζει πέφτει στη γη και του μιλάει σα κόρη.

“Έφέντη μου σ’ ευχαριστώ
που ‘σωσες το παιδί μου.

Για μένα είναι πια αργά
μ’ αφήνει η δύναμή μου.

Πάρε με φάε με εσύ
και δώσε την καρδιά μου
στο γιόκα σου για να μιλά
σαν άνθρωπος στο παιδί μου.
 Με τσ’ άντρες του σαν βασιλιάς,
με τις νιές αηδόνι και με τ’ άλλα ζωντανά
αδάμαστο λιοντάρι.

Το παιδί μου δώσ’ του το
να τ’ αναθρέψει εκείνος
και πες του να το ‘χει σύντροφο
φίλο του και στολίδι
κι αυτό θα του παρασταθεί
σαν θα ‘ρθει η ανάγκη.

Το δέρμα μου δώσε στη κυρά
να φτιάξει πανωφόρι
και απ’ το αίμα μου όσο απόμεινε
βάλτο στο εικονοστάσι.
Σαν θα βρ
εθείς σε κίντυνο
από καμιά αρρώστια
πιες το αν θες για γιατρικό
μ’ αγάπη θα σε σώσει. "

 Αυτά ‘πε και ξεψύχησε, αφήνοντας να κυλήσει ένα δάκρυ πού δεν έπεσε στη γη να το ρουφήξει. Στάθηκε και πέτρωσε. Γίνηκε διαμάντι που ο Γιώργης το μάζεψε για το μονάκριβο του.

IV

 Ούλα αυτά γινήκανε την μέρα που γεννήθη ο Κωνσταντής που έμελε να γίνει πρόγονός μου. Ο κύρης του δεν πρόλαβε να τον δει μεγάλο μα η μάνα του τον έζησε κι είδε απ’ αυτόν αγγόνια.

 Δεν ξέρω αν θα καμάρωνε ο κύρης του αν ζούσε κι έβλεπε πως δεν έγινε μη ρήγας, μήτε αφέντης μα ένας λεβεντάνθρωπος που ζούσε με περηφάνια.

 Εγώ πάντως το θωρώ τιμή πως απ’ αυτόν βαστάω.

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

ΗΓΑΠΗΜΕΝΗ

". . . κι οι βράχοι θά 'ναι
κατάμεστοι απ' τους φθόγγους
του ονόματός σου,
Αγαπημένη"

ΠΡΟΠΕΡΤΙΟΣ

Ι

Αισθάνομαι τη νύχτα τις τόσες σου μορφές
καθώς ακροβατείς γυμνή στις άκρες των ματιών μου
και γω προσμονώ καρτερικά ένα γλυκό σου λόγο
μια ορμήνια μια συμβουλή του
κάκου σε προσμένω.
Εσύ δεν με προσέχεις καν
Αποτραβιέσαι βιαστική πέρα σ' άγνωστα μέρη
Όπου είναι άνοιξη η ζωή και έρωτας ο χειμώνας
και τ' αγέρι κελαηδά μ' αρώματα φορτωμένο
από τους κόλπους γυναικών μαυροφορεμένων

Μ' εσώρουχο το θάνατο
την πίκρα για κασκέτο
και τη μοναξιά για σύντροφο όλη την εφηβεία
Με τα πόδια τους γυμνά στις πέτρες δουλεμένα.
Τις ψυχές αδούλωτες ζυμωμένες με αίμα
με λάμψη ατσαλιού και με καπνό και με πικρό τραγούδι.
Και μάτια αχόρταγα για μύθους και νεράιδες
που κατεβαίνουν το δειλινό στις πέτρινες τις βρύσες
και ξελογιάζουν τους όμορφους ,τους λεβεντογεννημένους
φορώντας πέπλα από ιστό αράχνης κι από φύλλα
δέντρων γέρικων κεραυνοχτυπημένων

Είναι οι φωνές τους μελωδικές γεμάτες χίλιους μύθους.
Χίλιες πνοές ανοιξιάτικες χίλιες νυχτιές τ' Απρίλη.
Μα η ψυχή τους είναι ψυχρή και η καρδιά τους πέτρα
τα χείλια τους φαρμακερά
κόκκινα ματωμένα
απ’ το αίμα πέρδικας κι αηδονιού που κλαίει
τα δειλινά στις ρεματιές το λυγερό που εχάθει.

Γιατί αυτό ξέρει το κακό, αυτό το τραγουδάει.
Να το ακούσουνε οι νιοι
να το μάθουν οι μανάδες
να κλείσουν σπίτι τα σερνικά και να τα διπλοτάξουν
τη μια στη γλυκιά την Παναγιά
πού' ναι κι αυτή μανούλα
την άλλη στην Αστρόφεγγη την κόρη του γέρο-Σάββα
που έλιωσε από δάκρυα για ένα παιδί που εχάθει
κάποια Μαγιάτικη βραδιά στη βρύση του Χονέρα
όπου συναντιούνται τα Σάββατα οι νύμφες του γύρω δάσους
και καρτερούν τους σερνικούς που βγαίνουν για κυνήγι
και τους μαγεύουν με τα κορμιά τα λυγερά σαν φίδια
και με λόγια πρόστυχα γεμάτα δόλιο πάθος

Αυτή έτρεφε για το νιο τέτοιο κρυφό μαράζι
που πάγωσε η καρδούλα της όταν αυτός φιλήθηκε
στη βρύση με μια μάγισσα, μια αιθέρια νεράιδα.
Δεν το ματαείδε ποτέ κανείς, δεν τον άκουσε κανένας.
Μόνο στου Αι-Γιαννιού την παραμονή ακούνε την φωνή του
οι ερωτευμένοι και οι τρελοί γιατί μόνο αυτοί γνωρίζουν
πως ο κόσμος ο εδώ κι πέρα είναι ίδιος.

Σε τέτοιου, κόσμου, χάνεσαι και γω σ' ακλουθάω
κυλιέμαι στα χνάρια σου τυφλός από τ' άγγιγμά σου
όπως το τρίχρονο σκυλί σε βραδινό κυνήγι
όπως μια πέννα αδειανή σε λευκή σελίδα
χωρίς να με νοιάζει αν μ' αγαπάς
μήτε το αν έχουμε μέλλον.

Ακολουθώ μόνο πιστά τα κρυφοβήματά σου
κι αφήνω πίσω μου γνωστούς
πόλεις που γνωρίζω
αγάπες και μνήμες παιδικές που μόλις ξεχωρίζω
απ' το σωρό των λόγων σου που κρυφοψιθυρίζω
ψάχνοντας νοήματα κρυφά και λέξεις χρυσωμένες

Εσύ γυρνάς και με κοιτάς μόνο σαν βραδιάζει
να βεβαιωθείς πως με κρατάς γιατί η ώρα πλησιάζει
που θα ενωθείς με τις σκιές γιατί και συ σκιά ‘σαι
Το κορμί σου είναι φωτιά με πέπλα καλυμμένο
και στα μαλλιά σου χίλια πουλιά ομάδι κρυφοπετούνε
και κλαίνε για τις ζωές που μάγεψες και πήγανε χαράμι
ακολουθώντας σε πιστά σε δρόμο που δε βγάζει
μήτε σε κόλαση, μήτε σε ουρανό παρά στης γης τον τάφο.

Αν δεις πως κοντοστέκομαι αρχίζεις το τραγούδι
που τραγουδάνε τα παιδιά τα βράδια του χειμώνα
όταν γυρνάνε μοναχά από άγριο παιχνίδι
Αν δεν ακούσω ντύνεσαι με του φεγγαριού τις ακτίδες
καλείς και το ζεστό νοτιά το στήθος σου να χαϊδέψει.
Σκορπάς στον ουρανό φιλιά να κρύψουνε τ' αστέρια
και γεμίζεις τη νύχτα με χυμούς
που στάζουν απ’ το κορμί σου
καθώς δίνεσαι άγρια σ' άνεμο που ουρλιάζει
από οίστρο ερωτικό στο βάθος των χειλιών σου
κι αντιλαλούνε τα βουνά τις κοφτές σου ανάσες
τα λόγια τα ερωτικά, τα δάκρυα των ματιών σου
καθώς φτάνεις σ’ οργασμό με μια κίνηση που σβήνει
την όποια ρανίδα βούλησης έκρυβε η ψυχή μου.

Σ' ακολουθώ ξανά πιστά μέχρι το τέλος της νύχτας.



ΙΙ

Χάραζε σαν φάνηκε μισόγυμνος στη στράτα να ακολουθεί τρεκλίζοντας μισοσβησμένα χνάρια πού 'τανε λένε ξωτικών και δεν τα βλέπαν άλλοι. Τα μάτια του στάζαν γυαλί. Τα χείλια του σκισμένα. Στα πληγιασμένα πόδια του είχε κρεμασμένα, κουδουνάκια ινδουιστών που ψέλναν κούφια λόγια.

Δεν μίλησε ούτε μια στιγμή. Δεν έκατσε καθόλου. Στη βρύση μόνο στάθηκε και ήπιε νερό βουνίσιο κι ευθύς η βρύση πέτρωσε. Πάγωσε το νερό της. Όσες κοπέλες του χωριού βρεθήκανε στη βρύση άρχισαν να χορεύουνε και να γλυκοτραγουδάνε του έρωτα τις ομορφιές, την πλάνη της αγάπης. Άφησαν όλες ξέπλεκα τα μακριά μαλλιά τους. Βγάλανε τα στολίδια τους και χύθηκαν στο δάσος να ψάχνουνε στις φυλλωσιές το μεθυσμένο Πάνα.

Χορεύοντας εζώσανε όλο το πευκοδάσος, που φούντωσε και άνθισε κι έρανε τις κοπέλες με γύρη κατακίτρινη του έρωτα θειάφι που χρύσωσε τις μπούκλες τους, κάλυψε τα κορμιά τους και τα λευκά τα στήθη τους τα έκρυψε απ' τον ήλιο. Όταν όλες πέσανε με γέλια στο ποτάμι, μέθυσαν τα νερόφιδα που βγήκαν απ' τις φωλιές τους κι άρχισαν να ερωτοτροπούν με τις γυμνές κοπέλες που νόμιζαν πως σμίγουνε με τους θεούς του δάσους γι' αυτό κι εδώσαν πρόθυμα τα παρθενικά κορμιά τους στους δαίμονες του ποταμού.

Έτρεξαν τότες οι χωριανοί και χτίσανε τη βρύση. Στείλανε όλες τις νιες να ξομολογηθούνε κι άφησαν στο κατόπι του την πιο βαριά κατάρα:

«Να μην στεριώσει πουθενά
μόνο πάντα να τρέχει
σαν ταξιδιάρικο πουλί
που το κυνηγά το κρύο
κι όταν τελειώσει η στεριά
κι οι δρόμοι για να βαδίσει
να ριχτεί στη θάλασσα
και κει να ξεψυχήσει."

Δεν τον ματαείδε από τότε κανείς.


ΙΙΙ

Την ακλουθούσα ολονυχτίς
τυφλός και μεθυσμένος
απ' του κορμιού της τους χυμούς
τη λάμψη των μαλλιών της
σε δρόμους και μέρη άγνωστα
σε δάση μαγεμένα
που κούρνιαζαν στα δέντρα τους
του ήλιου οι φυγάδες
και έβγαιναν μόνο τις νυχτιές
με το βαθύ σκοτάδι
για να τραφούν με τις ψυχές
που βλέπαν εφιάλτη.

Συναντιόνταν στα στενά.
Σμίγαν στα σταυροδρόμια
και στήνανε μιαρές τελετές
τα βράδια του Σαββάτου
όπου γυρνάνε οι ψυχές
στον κόσμο τον επάνω
κλαίγοντας για τα βάσανα
και για τους ξεχασμένους.
Αντηχούν κείνες τις νυχτιές
όλα τα σταυροδρόμια
από ψαλμούς και ουρλιαχτά.
Από φωνές και κλάμα.

Δεν σταματούσε πουθενά
βιαζόταν να προφτάσει
να μην τη φιλήσει ο Αυγερινός
να μην την αγγίξει η Πούλια
με τ' ασημιά της δάχτυλα
με τα χρυσά στολίδια
που λάμπουνε στο πρώτο φως
σα μυγδαλιάς μπουμπούκια
σαν πρωινές δροσοσταλιές
σε φύλλα που λυγίζουν
κι αγγίζουν με τις άκρες τους
το μυρωμένο χώμα
ευχαριστώντας τον ουρανό
για τα ζωτικά φιλιά του.

Περάσαμε από βουνά
πού 'σαν γυμνά σπαρμένα βράχια
που ορθώνονταν στη νυχτιά
κλαίγοντας στο φεγγάρι.
Αντιλαλούσαν οι πλαγιές
απ' τις πένθιμες φωνές τους
που καταριόντουσαν το φως.
Ξορκίζανε τη λάμψη.
Ζητώντας από τη νυχτιά
να σκύψει να σκεπάσει
με βρύα τα γυμνά τους κορμιά
που άσπριζαν απ' τον ήλιο.

Που πύρωναν απ' τον νοτιά
και θρύβονταν απ' το λεπίδι
μα στέκονταν αλύγιστα
ορθά μέσα στο χρόνο
καρτερικά προσμένοντας
ένα αργοδιάβατο τέλος.

Στην πέρα άκρη του βουνού
ήταν μια πολιτεία
αλλοτινή αρχόντισσα
γεμάτη μεγαλεία
μα τώρα ετοιμοθάνατη
και χιλιοξεχασμένη.
Έβρεχε τα πόδια της
σε μια θάλασσα ξένη
που δεν λυπόταν τον ξεπεσμό
δε μέτραγε την κατάντια
μόνο μαστίγωνε διαρκώς
το έρημο πια λιμάνι.
Που κάποτε έσφυζε ζωή
και φλόγα ασετυλίνης.
τα καλοκαίρια τα ζεστά
που στέγνωναν οι στέρνες
που η άμμο πύρωνε
και ο αγέρας αδρανούσε
και οι γέροι ορκιζόντουσαν
πως δεν είχαν νιώσει
ποτέ ξανά τέτοια πυρά
και τέτοια κούφια ζέστη.
Που το φεγγάρι ζώνανε
πολύχρωμα δαχτυλίδια
καθώς τα παιδιά σκαρώνανε
κρυφτό και παραμύθια
και οι μανάδες στέκανε
στο κατώφλι και μιλούσαν
για τη ζωή
τα όνειρα
και το γλυκό κεράσι.

Έτσι γέμιζαν οι νυχτιές
ιδρώτα και τραγούδια.
Τραγούδια και ερωτόλογα
για πρώιμες αγάπες.
Βασιλικού αρώματα
και γιασεμιού λουλούδια.
Κρασί και ξερά φύλλα καπνού
αραβοσίτου γένια
που τ' άναβαν οι μπόμπιρες
και τα στριφογυρνούσαν
ραντίζοντας τον μαχαλά
με χίλια πεφταστέρια.
Χίλιες παρθενικές ευχές.
Μύρια όνειρα μεγάλων.
Που κανείς δεν εκπλήρωνε
μα και κανείς δεν ξεχνούσε.
Μόν’ τα κρατούσε φυλαχτά
Τά 'λεγε και πονούσε.
Μ' αυτά μετρούσε τον καιρό.
Μ' αυτά προίκιζε τα παιδιά του.

Έπειτα το φθινόπωρο
που μίκραινε η μέρα
φούσκωνε η θάλασσα
και γέμιζε το λιμάνι
σμήνη ταξιδιάρικων πουλιών
που έφευγαν για το νότο.
Γύριζε ο καιρός προς το βοριά
και έπεφταν οι πρώτες στάλες.
Τα πικρά δάκρυα τ’ ουρανού
για της γης την κόρη
που έφευγε απ' τη ζωή
κι έσμιγε με τον Άδη
για έξι μήνες κρύους και μουγκούς.
Γεμάτους νεκρούς και ίσκιους.
Γιόμιζαν οι δρόμοι με ποδιές
οι αυλές με ξύλα
και οι καρδιές των ποιητών
με κιτρινισμένα φύλλα
και θλίψη που απλώνονταν
σ’ ολόκληρη την πόλη
που άναβε τα φώτα της
για να ξεχειμωνιάσει
ένα χειμώνα νεκροζώντανο
που έκλεβε με τα χιόνια
τη δροσιά από τα κλαδιά
και τα κορμιά των ανθρώπων.

Μα τώρα η πόλη ερήμωσε
στερέψανε οι δρόμοι
πάντα βοριάς τη χτυπά
μα ποτέ δε βρέχει.
Γέμισε ο αέρας με καπνό
το λιμάνι πίσσα
και τα ταξιδιάρικα πουλιά
έφυγαν σ' άλλα μέρη.
Στα σαθρά σπίτια της
δεν ακούς άλλους ήχους
παρά κατάρες και βρισιές
κι απόγνωσης κουβέντες.
Σ' αυτή την πόλη φτάσαμε
κι αφού μας βρήκε ο ήλιος
κρυφτήκαμε στ' αγάλματα
στο πάρκο των ηρώων.
Με φύλλα σκεπαστήκαμε
προσμένοντας το βράδυ.
Με πήρε τότε αγκαλιά
με τ' ανάλαφρά της χέρια.
Με τύλιξε με το πέπλο της
και τα μυρωμένα μαλλιά της
και με νανούρισε γλυκά
με λόγια γιομάτα άστρα.


IV

Τους είδα στο πάρκο κάποιο πρωί να κρύβονται σα τις σκιές ανάμεσα στους θάμνους. Πίσω από παγκάκια αδειανά. Πίσω από σπασμένες κούνιες και τραμπάλες πολύχρωμες και ξύλινα αλογάκια. Πίσω από τα μάτια των παιδιών που τρέφονται με μύθους. Πίσω από σπασμένα αγάλματα επιφανών ηρώων.

Ήταν χειμώνας –παγωνιά- μ' αυτοί κυλιόντουσαν γυμνοί στα νοτισμένα φύλλα. Δεν πλησίασα πολύ. Φοβήθηκα νομίζω. Ποιος ξέρει μπορεί να ήταν ξωτικά. Να μ' έπαιρναν μαζί τους. Ύστερα πάλι σκέφτηκα:

_«Εμένα τι με μέλλει; "

Εγώ έχω τα δικά μου να σκεφτώ. Δικιά μου ζωή να ζήσω. Άσε που μπορεί να 'ταν και ευτυχισμένοι. Τουλάχιστον αυτή.

Όλο γελούσε. Τον είχε πάρει αγκαλιά και του μιλούσε. Δεν ξέρω τι του έλεγε, μα φαινόταν ωραίο. Όπως κινούσε τα χείλια της. Όπως έλαμπε το πρόσωπό της με μια γαλήνη αλλόκοτη που τόσο σε τραβούσε. Όπως κάπου κάπου σταύρωνε τα αλαβάστρινά της πόδια. Του χάιδευε ολοένα τα μαλλιά και τον φιλούσε. Αυτός είχε κουρνιάξει στον κόρφο της σαν μωρό. Σαν κισσός σε δέντρο. Απ' ώρα σ' ώρα άνοιγε τα μάτια του και κοιτούσε, μα αυτή του τα σφράγιζε γρήγορα με φιλιά και χάδια και με του έρωτά της τους χυμούς του έκλεινε το στόμα.

Δεν ξέρω πόσο έμειναν, μπορεί να μείναν μέρες. Όταν ξαναπέρασα, είχανε φύγει πάντως. Οι θάμνοι όμως είχαν βγάλει κορφές. Είχαν πετάξει μάτια. Και λάμπανε- λεν - το σούρουπο μ' ένα φως δικό τους. Ακόμα και τώρα άμα πας, θα τους δεις να φωτίζουν το πάρκο και τα ζευγάρια τ' άστεγα που γύρω τους τα βράδια σμίγουν.

Τ' αγάλματα δεν υπάρχουν πια. Τα έφαγε ο χρόνος. Την μέρα από κει δεν περνά κανείς. Το λένε μαγεμένο. Μόνο τα παιδιά περνούν από κει και οι ερωτευμένοι και έχουνε όλοι τους να σου πουν παράξενες ιστορίες. Τον ξέρεις τον κόσμο τώρα μαθές. Στόμα ‘χει και μιλάει. Λένε πολλά – αλλόκοτα- μα εγώ δεν τα πιστεύω.



V

Τ' άλλο βράδυ σαλπάραμε
νωρίς μ' ένα καράβι σάπιο
πού 'χε σπασμένα τα κουπιά
και τα πανιά σκισμένα.

Ναύτες του ήταν τα πουλιά
που φώλιαζαν στα κατάρτια.
Είχε καπετάνιο κι οδηγό
τον οργιώδη Νότο
που τ' οδηγούσε από μακριά
με μία καυτή πνοή του.

Είχε στη σάπια πλώρη του
μια ξύλινη γοργόνα
με μάτια ορθάνοιχτα
μαλλιά ψαρά και στήθη πληγωμένα
από το σαράκι και το Βοριά
που χρόνια τα χτυπούσε.

Έστεκε αλύγιστη
στην πλώρη σκαλωμένη
κι ατένιζε τον ορίζοντα
διψώντας για εικόνες
όπως διψάει η λεμονιά
για πρωινή δροσούλα.

Όπως το χώμα το τραχύ
για αίμα και αμάχη
και λόγια βαριά κι απερίσκεπτα
από θερμά αγόρια
που προτού γευτούν τον έρωτα
γεύονται το μαχαίρι
προτού σμίξουν με γυμνό κορμί
σμίγουν με το χώμα.
Έσκιζε τα κύματα
απαγγέλλοντας στίχους
για τη ζωή
τον έρωτα
τ' ατέλειωτα ταξίδια
και το κορμί της το λειψό
που κίνηση ποθούσε
μα το 'χαν καταραστεί θεοί
στην άμμο να σκεβρώνει
και τον αχό απ' την θάλασσα
ν' ακούει μέρα νύχτα.
Σα να 'ταν ερωτόλογα
από εφήβου στόμα
που ξελογιάζουν και πονούν
και καίνε στ 'άκουσμά τους.

Που δεν κουράζονται ποτέ
την αγάπη να ποθούνε.

Που αγαπούν ολόψυχα
και ζούνε με βιασύνη
γιατί οι λέξεις είναι πολλές
και η ζωή τους λίγη.

Μα αυτή έσμιγε
μονάχα με τη λήθη
τους κόκκους της άμμου της ξανθής
που πάνω της κολλούσαν
και έναν ξενύχτη κάβουρα
που ζούσε στο κορμί της
και τρέφονταν απ' τις σάρκες της
και τ' αλμυρό της αίμα
δίνοντας για αντάλλαγμα
θαλασσινές σταγόνες.

Άκουσε το κλάμα της
ένα μικρό δελφίνι
με ράχη στιλπνή
σαν μέταλλο
και σκούρα
σαν τη νύχτα
που ήρθε και κολύμπησε
δίπλα στο καράβι.

Χόρευε με τα κύματα
χάιδευε την πλώρη
και φώναζε στην ακρόπρωρη
να ενωθεί μαζί του.

Τότε η γοργόνα πέταξε
το ξύλινο κορμί της
αφέθηκε στα κύματα
και χάθηκε στα βάθη
αφήνοντάς με να νοσταλγώ
τη στεριά που εχάθη
κοιτώντας το αυλάκι
από φάρο μακρινό
που σκόρπιζε στον ουρανό
χιλιάδες πεφταστέρια.

Που με χάρη έσμιγαν
με του κύματος την ράχη
μ' έρωτα παράτολμο
που δεν υπολογίζει
μήτε γη
μήτε ουρανό
μήτε θανάτου φόβο.

Σαν τα παλικάρια του χωριού
στου Αϊ-Γιαννιού τη σχόλη
που δρασκελίζουν τη φωτιά
σνομπάροντας το φόβο.

Για μια ματιά
πάντα κλεφτή
μα γεμάτη πόθο
που κρατά
μόνο μια στιγμή
όσο και το άλμα
γιατί την πνίγει ύστερα
συνήθεια τόσων χρόνων.

Αποφάσεις
και ρήσεις πατρικές
που υψώνονται σαν τοίχος
κλείνοντας έξω τον έρωτα
και τον αποκαρδιώνουν.

Μα ο φάρος χάθηκε
κι αφέθηκα στο νόστο
που θέριεψε
ανδρώθηκε
και πήρε οστά και σάρκα
και τη μορφή της κοπελιάς
πού 'χα πρωταγαπήσει.

Κατέβηκε και στάθηκε
στη θέση της γοργόνας
κι άρχισε να θρηνεί
για ό,τι πίσω αφήνω.

Τον άκουσε όμως ο Νοτιάς
κι έστειλε τα παιδιά του
που μαζευτήκαν γύρω μου
ανοίγοντας διαμάχη.

Κάθε λόγος νοσταλγικός
μαχαίρι στο κορμί μου
μα κάθε αγέρα ράπισμα
μουδιάζει τη ψυχή μου.


VI

Σκέψου
πως φεύγεις μακριά
από γωνιές δικές σου
Από σοκάκια γνώριμα
που τά 'χεις περπατήσει
και πλατείες σκοτεινές
που μέσα τους έχεις ζήσει.

Στιγμές
που δώσανε μορφή
στη σκέψη και την καρδιά σου.

Πρόσωπα
γνωστά από μικρά
π' ανδρώθηκες μαζί τους.

Φωνές
που ψιθυρίζουνε
λόγια που τα γνωρίζεις.

Κορμιά
που τά 'δες να γελούν,
να κλαίνε,
να πονάνε
να σμίγουν,
να χωρίζουνε
κι έπειτα να θυμούνται
μόνο τις όμορφες στιγμές.
Οι άσχημες να σκορπίζουν
στο μολυβί του ουρανού
στην ψύχρα του Βαρδάρη.


Όσοι αγαπούνε
έχουνε πατρίδα την καρδιά τους.
Γονείς τους
τον ήλιο και την οργωμένη γη.
Για αδελφό
τα βράχια
και τον ουρανό για σκέπασμα
τα χειμωνιάτικα βράδια.


Εκεί που πας
δεν χρειάζονται
τα πρόσωπα και οι μύθοι.

Κάθε μέρα ξαναζείς
όπως εσύ ορίζεις τις προηγούμενες στιγμές.

Δεν χρειάζονται όνειρα
γιατί ζεις αιώνια.

Δεν υπάρχει πόνος
ή χαρά
ανάγκη να θυμάσαι.


Οι αναμνήσεις είναι μπελάς
που ποτέ δεν ξεπερνάς
μα μέσα τους γυρίζεις.


Η μνήμη
είναι δώρο θεϊκό.
Χωρίς αυτή τι θα 'σαι;

Αν δεν θυμάσαι, δεν αγαπάς.
Αν δεν αγαπάς, δε νοιώθεις.
Αν δε νοιώθεις, τότε γιατί ζεις;

Σα δέντρο χωρίς ρίζες
που δεν πρασίνισε ποτέ
δεν κάρπισε
δεν είδε
τα φύλλα να πέφτουν κίτρινα στο νοτισμένο χώμα.

Σαν άγαλμα καλλίγραμμο
από διάσημο τεχνίτη
που στέκει όμως ανέραστο
χωρίς να θυμάται
χωρίς να ζει
χωρίς να γερνά
χωρίς στιγμή ν' αλλάζει.


Η μνήμη
είναι τιμωρία από το Θεό
για των πρωτόπλαστων το κρίμα.

Δεν είναι κατάρα
να θυμάσαι όμορφες στιγμές
που δε θα ξαναζήσεις;

Να κουβαλάς
φορτίο άχρηστο
που θα σε βασανίζει;

Θα σε πονά;
Θα σε γερνά;
Θα σε γεμίζει με εικόνες
ψεύτικες
που δεν σου χρησιμεύουν;

Όσο για τις άσχημες στιγμές
ποιος τις θέλει; πες μου.
Ποιος θέλει να τις θυμηθεί;
Σε ποιον δε φέρνουν τρόμο;

Χίλιες φορές
άδειο μυαλό στο σήμερα δοσμένο
παρά να κουβαλάς συνεχώς
στιγμές που δεν σ' ανήκουν.

Ό,τι έγινε στο χτες στο χρόνο μόνο ανήκει
μα ότι σήμερα γίνεται είναι μόνο για σένα.



Θυμήσου
τραγούδια που αγαπάς
και δεν θα ξανακούσεις.

Θυμήσου
ηλιόλουστα πρωινά
γεμάτα φασαρία
από παιδιά που παίζανε
εμπόρους που οχλαγωγούσαν
από ραδιόφωνα
μικρά που τα σουξέ μασούσαν
δέντρα ανθισμένα
που πότιζαν με άρωμα το δρόμο
κι από τ’ ανοιχτό παράθυρο
τύλιγαν και μεθούσαν
κορίτσι που μισόγυμνο
έβγαινε στο μπαλκόνι
να χαϊδέψει έναν ανθό
να κόψει ένα κλωνάρι
για να στολίσει τα μαλλιά
αυτού που αγαπάει.



Σκέψου
μια ζωή αιώνια
χωρίς να σε κουράζει.

Σκέψου
έναν ήλιο βασιλιά
που όλα τα σκεπάζει
με ηλιαχτίδες πρωινές
μ’ ολόχρυσο μεγαλείο.

Ποτάμια
που σκορπούν μουσική
δέντρα
που τραγουδάνε
κορμιά
που τρέχουνε γυμνά
και που δε γερνάνε
κορίτσια
ολοπρόθυμα να σ' ευχαριστήσουν
χωρίς ποτέ αντάλλαγμα
από σένα να ζητήσουν
λουλούδια
με πανώρια ομορφιά
μ' άρωμα που ζαλίζει
χορτάρι καταπράσινο
που την αυγή γυαλίζει
και τεντώνεται λυγερό
το σώμα σου ν' αγκαλιάσει
να σε κρατήσει απαλά
και να σε ξεκουράσει.


Θυμήσου
βράδια σκοτεινά
γεμάτα αγωνίες
που περπατώντας στα στενά
τους φόβους σου νικούσες
προσπερνώντας τις σκιές
χωρίς να τις κοιτάξεις
καθώς τρέχοντας πήγαινες
να συναντήσεις
κάποια παρέα έτοιμη
τον κόσμο να κατακτήσει
μ' όπλα το πείσμα
και τα όνειρα
που έκρυβαν στην καρδιά τους
και την μυρωδιά
από πνεύμα νεανικό
που έντυνε τα κορμιά τους.

Δρόμους
σα ποτάμια ορμητικά
που πάνω τους έρεαν άστρα
την πόλη σου
που απ' τον ουρανό
τη χωρίζουν τα κάστρα
σαν την κοιτάς από μακριά.


Σκέψου
μια χώρα καταπράσινη
όπου ποτέ δε βρέχει
κι όμως ανθίζουν τα κλαδιά
το χώμα μυρίζει σπέρμα.

Κανένας φόβος δε σε τυραννά
κανένα κρυφό μαράζι.
Σα διψάσεις ξεδιψάς
με δάκρυα νεράιδων
και τρέφεσαι με τα φιλιά
από μικρές παρθένες.

Ξαπλώνεις
σε στρώμα από φτερά
και πέταλα πεταλούδας
και σε σκεπάζουνε πουλιά
με τα μαλλιά μιας νύμφης.

Έχεις
για μόνη έγνοια σου
το πόσο θα γλεντήσεις
για να δοξάσεις το θεό
του έρωτα και του δάσους.

Τα βράδια
τ' ανοιξιάτικα
τρέχεις στα σταυροδρόμια
και στήνεις έξαλλους χορούς
μ' όλης της γης τις νύμφες.

Το χειμώνα
ξενυχτάς
γύρω από πεφταστέρια
που σου ζεσταίνουν το κορμί
και βάφουν τα μαλλιά σου
μ' όλα τα χρώματα της αυγής
και τ’ ουράνιου τόξου.

Τα καλοκαίρια
παραφυλάς
στις φυλλωσιές των δέντρων
και περιμένεις τις κοπελιές
να 'ρθουν να ξαποστάσουν
και αφού τις νανουρίσουνε
γλυκόλαλα αηδόνια
στα όνειρά τους μπλέκεσαι
και τις ξελογιάζεις.

Ή κρύβεσαι
στα δάκρυα
απ' τις ιτιές που κλαίνε
δίπλα σε ποτάμια κρυστάλλινα
που σιγοτραγουδάνε
και προσμένεις τις τολμηρές
που παρακούν τους μύθους
και έρχονται στο νερό
το κορμί τους να ξεπλύνουν
από την σκόνη
απ’ την κούραση
και τον αλμυρό ιδρώτα
και όταν γδυθούν
κι αφήσουνε
το ρέμα να τις χαϊδέψει
τις πυρπολείς μ' έρωτα
και τις κάνεις δικές σου.

Σαν έρθει το φθινόπωρο
μαζεύεις τα σάπια φύλλα
τα δάκρυα των ξερών κορμών
για το τέλος της νιότης
κι υφαίνεις μ' αυτά περίτεχνα
χαλιά για όλο το δάσος.



Θυμήσου
γυναικεία κορμιά
έτοιμα να δοθούνε
όχι γιατί τα πλάνεψαν
τα μάγια και η ζέστη
αλλά γιατί σ' αγάπησαν
και τον έρωτά σου ποθούνε.

Όπως ποθεί ο Αυγερινός
την λυκόφωτη Πούλια.
Όπως το γάργαρο νερό
το διψασμένο χώμα
και το κλωνί της μυγδαλιάς
το πρώτο φως του Μάρτη.

Χείλια
κόκκινα ζεστά
που μόλις σχηματίζουν
τ' όνομά σου καίγονται
απ' τη φλόγα της αγάπης.
Αφήνονται στη μέθη της
σα βάρκες σε φουρτούνα
να τις παρασέρνουν τα κύματα
του πόθου που κοχλάζει
και τραντάζει τον κορμό
ώσπου τον κομματιάζει
σε βράχια γεμάτα ηδονή
μέθη
μα και πίκρα.

Πλάτες
λες απ' αλάβαστρο
π' αναριγούν στο χνώτο
που βγαίνει απ' το στόμα σου
ζεστό
φορτωμένο πόθο.

Που κυλάνε πάνω τους
αυλάκια από ιδρώτα
νοτισμένα σ' άρωμα
σε δάκρυα
σε ζάλη.

Που κυματίζουν
που πάλλονται
στο ρυθμό που δίνουν
τα δυο πλεγμένα σας κορμιά
στου έρωτα το δίχτυ.

Ανάσες
λέξεις
βογγητά
κραυγές που κρύβουν πόνο
ήχοι και εικόνες
ανάκατες που δεν καταλαβαίνεις
μα ακολουθείς σαν σε χορό
που κινείται φρενιασμένα.

Μάτια
Ανοιχτά.
Χείλια
υγρά.

Στήθη
ερεθισμένα.

Κορμί
από ιδρώτα να κολλά.

Δάχτυλα γαντζωμένα
σ' ένα σεντόνι βρώμικο
για να μην παρασυρθούνε
από το χείμαρρο του οργασμού
σε τόπους που δεν γνωρίζουν
και που δεν βρίσκονται μορφές
παρά μονάχα ήλιοι
που εκρήγνυνται και σκορπίζουνε
σε πολύχρωμες ψιχάλες.

Η κάθε μια κι ένα φιλί.
Μια ρανίδα ιδρώτα.
από ένα κορμί νεανικό
τη στιγμή που τελειώνει.



Σκέψου
μια γιγάντια φωτιά
με χλωρή ερυθρελάτη
και γύρω της γυμνά κορμιά
ξέφρενα να χορεύουν.
Να τραγουδούν
τον ερχομό
του πιο σκληρού χειμώνα
και η ηχώ τους
να ξεσπά σε ουρλιαχτό ανέμου
που κατεβαίνει από βουνά
σέρνοντας πίσω του χιόνια
και παγώνει τα χωριά
τις πόλεις
τις ημέρες.

Πλάθει
άγρια θεριά
με τον καπνό απ' τις σόμπες
πριγκίπισσες κι αρχοντόπουλα
με τις χιονονιφάδες
που τα δανείζονται οι γριές
και φτιάχνουν ιστορίες
για έρωτες
για πόλεμους
για αδάμαστους κουρσάρους.


Γεμίζοντας
με θάματα
τις παγωμένες νύχτες.

Μ' αυτός
αδιαφορεί
για τις παιδικές ιστορίες
και τριγυρίζει στις γειτονιές
και τις έρημες πλατείες
ραπίζοντας για παιχνίδισμα
τους λιγοστούς διαβάτες.

Κι όταν
την πόλη περιδιαβεί
και την αναστατώσει .
ξεφεύγει προς τη θάλασσα
και χάνεται στο Νότο
σκορπώντας στ' αδιάκοπα κύματα
το δικό σας τραγούδι.



Θυμήσου
αγαπημένες αγκαλιές



Σκέψου
ξεδιάντροπες χαρές



Θυμήσου
γέλια φιλικά
πετρόστρωτα στενά
της πόλης τη μελωδία



Σκέψου
μάγια
ψυχές αδάμαστες
την αθανασία



" Άκουσε
τι λέει η καρδιά σου"

Μου φώναξε η θάλασσα
θωπεύοντας την πλώρη
συνοδεύοντάς με τα κύματα
τους χτύπους της καρδιάς μου
που μέτραγαν τους πειρασμούς
και όπως η κλεψύδρα
σιγοαδειάζει καθώς μετρά
το πέρασμα του χρόνου
έτσι άδειαζε κι αυτή
από δύναμη και κουράγιο
και σίγουρα θα λύγιζε
αν δεν ξεσπούσε φουρτούνα.



VII

Τότε ήταν που τους πρόφτασε η φοβερή κατάρα που ήταν στο κατόπι τους απ' το χωριό εκείνο. Έσχιζαν τον ουρανό φωτιές σα δίκοπα μαχαίρια. Χτυπούσε ο Βοριάς αλύπητα το σαπισμένο κουφάρι και θάλασσα εχώρισε –θαρρείς- για να κρύψει το πλοίο από το πρόσωπο της γης και να ξεπλύνει το κρίμα. Αυτή έστεκε όρθια με απλωμένα τα χέρια. Τα μαλλιά στον άνεμο και το κορμί πανώριο και προσπαθούσε μες τον χαλασμό να τον τραβήξει κοντά της.

_ «Έλα»

Του βροντοφώναξε και η φωνή της ακούστει πάνω απ' του κεραυνού τη βουή και τ’ ουρανού το κλάμα.

_ «Δεν μπορώ !»

Προσπάθησε τρομαγμένος να ψελλίσει. Μα η φωνή του κόπηκε και σκόρπισε σαν ρόδι που σπάνε την Πρωτοχρονιά για γούρι στο κατώφλι. Έπεσε στα τέσσερα για να την πλησιάσει μα ο Βοριάς τον εμπόδιζε και τον έσπρωχνε μακριά της.

_ «Έλα»
Του ξαναφώναξε και ήταν γεμάτη λύπη, αυτή η μελωδικότατη φωνή που τόσο αγαπούσε.

_ «Μη μένεις μακριά μου θα χαθείς . . .»

Την άκουσε να λέει, μα η φωνή της έσβησε καθώς ο ζεστός Λίβας την έπαιρνε στα χέρια του για να την προστατέψει και να τη μεταφέρει μακριά από το σάπιο κουφάρι του καραβιού, που τρέκλιζε μέσα στην καταιγίδα και τον παρέσερνε μακριά, χωρίς καμιά ελπίδα να βγει από μέσα του ζωντανός.

Πλησίασε την κουπαστή, φώναξε τ' όνομά της. Χωρίς να προσμένει απάντηση, σκαρφάλωσε στα ξάρτια και ρίχτηκε στην θάλασσα γυρεύοντας λησμόνια.

Δεν τον ματάδε ποτέ κανείς μα δεν πέθανε πιστεύω.
Έγινε μάλλον άλμπατρος κι ακολουθεί τα πλοία
ψάχνοντας για τη μάγισσα που έκλεψε την καρδιά του.


Δεν έζησαν αυτοί καλά αλλά για σας το ελπίζω.



VIII

Όταν ήμουνα παιδί
-πέντε χρονών νομίζω-
η γιαγιά μου για να κοιμηθώ
μού ‘λεγε τα βράδια
το παραμύθι του Γιαννιού.

Εγώ για να την τιμήσω
δεν έβλεπα άλλα όνειρα
πέρα απ' αυτόν το μύθο
που ιστορούσε στα μάτια μου
την πιο δυνατή αγάπη.

Έτσι έμαθα ν' αγαπώ.
Να ποθώ.
Να θέλω.

Με τον Γιαννιό σαν ήρωα.
Την Θάλασσα σαν φίλο
και
τον Νοτιά αντίζηλο
που δεν νίκησα ποτέ μου.