Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Ο Κωνσταντής

Στον J. CAMPBELL



Ι

 Ωσάν γεννήθη ο Κωνσταντής ήτονε πανηγύρι και το λαγούτο κένταγε στα χέρια του παππού του ένα σκοπό απτάλικο φερμένο από τη Σμύρνη που σειόταν κι αναδίπλωνε κογιονάροντας τη λύρα πού ‘ταν πολλά τα άγουρη και δεν μπόριε να διπλώσει. Ο κύρης του έσερνε τον χορό στον κύκλο ήτο μπροστάρης που πήδαγε τ’ αψηλά και δίπλωνε τη μέση και τα τακούνια τ’ άνοιγαν δυο πιθαμές τ’ αυλάκι. Γιώργο τον εβαφτίσανε μα γι’ όλους τα’ όνομά του ήτονε ο Λογγογιωργής γιατί επροτιμούσε τους λόγγους και τα απάτητα τα δάση απ’ τους ανθρώπους.

 Εκεί του τα επρολάβε ο Νικολός του Τάση και τ’ άλλα γειτονόπουλα που τρέξαν στο κατόπι. Αυτός τα χρυσασήμωσε και βάλθηκε να φωνάζει:

    _"Θα τ’ ονομάσω Κωνσταντή, θα τον εκάμω ρήγα κι ούλοι θα τον ζηλεύουσι για την αρχοντοσύνη και για τη γνώση τη σωστή που κλειεί στην κεφαλήν του."

 Πλήρωσε τα όργανα να πάν' στο γονικό του να παίξουν στο παράθυρο το πι όμορφο τραγούδι που να παινεύει το παιδί και να τιμά τη μάνα. Έστειλε νε φωνάξουνε τις όμορφες τις ρούσες πού ‘χουν τ’ αηδονιού φωνή, του παγωνιού την όψη και στο μεϊντάνι περπατούν σα πέρδικες στο σεργιάνι- να πάνε να συνδράμουνε την έμορφη λεχώνα, ν’ αφαλοκόψουν το παιδί και να το καθαρίσουν. Να το μυρώσουν με βασιλικό και να το νανουρίσουν για να ‘χει ύπνο ζάχαρη κι ονείρατα μελάτα. Να πάνε στη γυναίκα του ένα ματσάκι δυόσμο και μια αρμαθιά ξερόσυκα να μην λιγοθυμήσει.

 Έπειτα έσυρε τον χορό μέχρι την εκκλησία, την κύκλωσε δύο φορές με την ουρά απ’ τους άνδρες που έσερνε κατόπιν του σα στρατηγός στη μάχη και μπήκε απ’ την κερκόπορτα που μπαίνουσι οι γυναίκες. Σαν μπήκε εμπρομούτησε στα τέσσερα σα γραία και στάθηκε με ευλάβεια μπροστά απ’ την εικόνα. Τ’ άρματά του έβγαλε απ’ το τρίγυρο ζωνάρι σταυροκοπήθη τρεις φορές κι αρχίνισε να λέει:

"Άγιε μου έχε το καλά.
Κάμε το ανδρειωμένο.
Δώσε του γερακιού μορφή
τ’ αητού το βλέμμα.
Του δράκοντα τη μπορεσιά
της γλαύκης τη σοφία.

Όρκο σου τάσσω ιερό
σαν φτάσει στην αντρεία
θα φέρω της εικόνας σου
ανήμερα της γιορτής σου
την όμορφη φοράδα μου
να βγες στη λιτανεία.

Θα ντύσω το κονάκι σου
αλάβαστρο και σφεντάμι
και την άγια σου τράπεζα
μ’ ενός δράκοντα δόντια.

Θα ντύσω την εικόνα σου
με φίλντισι κι ασήμι
το θρόνο σου μ’ αγιόκλημα
την πόρτα σου με κέδρο
και το τετραβαγγέλιο
με δέρμα ελαφίνας. "

 Σφούγγιζε τα μάτια του κι απίθωσε στην εικόνα το όμορφο πιστόλι του πού ‘χε στο ζωνάρι απ’ όταν ήτο άγουρο κι αμούστακο παιδάκι και δε τ’ αποχωρίζοντω μέχρι τότες ποτές του.

ΙΙ

 Στο μεταξύ στο σπίτι του μαζεύτηκαν οι ρούσες κι άρχισαν να κελαηδούν δίπλα στο βυζαρούδι μυριάδες νανουρίσματα και χίλιες μύριες ρίμες. Η μία τέλευε με τον σκοπό, αρχίνιζε η άλλη και οι φωνές τους λίγωναν ολάκερο το σπίτι:

"Σε τούτο το σπίτι βγήκε βλαστάρι
χαρά στη ρίζα που το ‘χει κάνει.

Χαρά στον κύρη χαρά στη μάνα
σύκα και μέλι στην παραμάνα.

που θα το ταΐσει θα το κοιμίσει
σαν να ‘ναι δικό της θα το φιλήσει.

χαρά στο σπίτι χαρά στη πλάση
σε τούτο το σπίτι βγήκε κοράσι.

Θα μεγαλώσει θα γίνει άνδρας
θα πιάνει πέτρες, θα στύβει μάνα.

από τα σίδερα θα βγάζει μέλι
σαν μεγαλώσει αυτό το κοπέλι.

Ο ήλιος βγαίνει απ’ το μέτωπό του
ο ουρανός στολίζει το πρόσωπό του.

Ό,τι αγγίζουν τα δυο του μάθια
βουσκοδεντριάζει και βγάζει άνθια.

Ό,τι χαϊδεύουν τα δυο του χέρια
γαλατίζει, γιομίζει αστέρια.

Οι άντροι τρέμουν τα γροθήματά του
οι κόρες λιγώνονται στα φιλήματά του. "


 Εφτάσανε και τα όργανα και στάθηκαν από έξω κάτω απ’ το παράθυρο κι αρχίνισαν να παίζουν τα σοφά παινέματα για την καινούργια μάνα. Ο παππούς του Κωνσταντή πήγε και εστάθη στης νύφης το προσκέφαλο και την εγλυκοθώρη. Στάζανε τα μάτια του αγάπη και περηφάνια για την τιμή που του ‘καμε, να τον αξιώσει να δει αγγόνι σερνικό προτού να αποθάνει.

“Κόρη μου να ‘σαι δυνατή.
Να ‘χεις ούλες τση τύχες.
Να στέκεσαι πάντα όρθια
σα ‘ρθούν κακοτυχίες.
Να μην σε πιάνει τίποτε
μη μάτι, μήτε ζήλια.

Να’ χεις το προσκεφάλι σου
πάντα γεμάτο χάδια
και του σπιτιού τις κάμαρες
με γέλια και τραγούδια.

Ο κήπος σου ολόδροσος
όπως τα μάγουλά σου
και τ’ όμορφα τα μάτια σου
να βλέπουν πάντα ήλιο.

Να βλέπουν πάντοτε χαρές
ποτέ να μην λυπούνται
κι όταν από το γέλιο κουραστούν
να γείρουν να κοιμηθούνε
στο πρόσωπο του κύρη σου
και του μονάκριβού σου.

Στο σπίτι σου να μην ακουστεί
ποτές της κουκουβάγια
και το ντοντό σου πένθιμα
ποτέ να μην γαυγίσει.

Για τη χαρά που μού ‘δωκες
χίλιες να πάρεις πίσω.

Να το ιδείς να γίνεται
ψηλό σα κυπαρίσσι
και να το καμαρώνουνε
ούλοι οι συγγενείς του
σαν βγαίνει εις την αγορά
με τ’ άλλα της σειράς του.

Να τον ιδείς να παντρεύεται
με του ρήγα τη θυγατέρα
που όμοια της δεν εφάνηκε
ακόμα εις την πλάση

Να σπείρει πίσω του
μια κάμαρα απογόνους
που όλους να του περιπατείς
εσύ τις πρώτες στράτες."

 Ψιθύρισε και φίλησε γλυκά τη μικρομάνα στα κρύα ακροδάχτυλα τα λιγοθυμισμένα και κάρφωσέ της στα μαλλιά φρεσκοκομμένη δάφνη για να τση δείξει πόσο την τιμά και πόσο την λογαριάζει.

ΙΙΙ

 Έξω απ ‘το σπίτι στο χωριό βάστα καλά το γλέντι για τον ερχομό του Κωνσταντή και την υγειά της μάνας. Για τις χαρές του κύρη του για την τιμή του πάππου και για των παππούδων τη γενιά που θα βαστούσε ακόμα.

  Ο κύρης του στο μεταξύ είχε χαθεί στο δάσος και γύρευε να κυνηγά ελάφια για το γιο του. Το πρώτο που συνάντησε ήτονε μια λαφίνα πού ‘χε η δόλια πληγωθεί από ‘να μαύρο λύκο. Είχε λουφάξει η δύστυχη πίσω από ‘να βάτο και ‘κει πολέμα να κρυφτεί και κάτι ν’ αποκρύψει.

  Ένα μικιό κακορίζικο, πανώριο ελαφάκι που κούρνιαζε ‘κει στα ριζά του βάτου κι επροσπάθιε αν δύνατο να ενωθεί με τα κλαδιά του θάμνου. Η μάνα του έστεκε εμπρός και με τα πίσω πόδια εκλώτσαγε το άνοιγμα μην πλησιάσει ο λύκος.

 Μ’ αυτός ο κακοχάλαστος, απ’ το αίμα μεθυσμένος, δεν όρμαγε μήτ’ έφευγε αλλά πονηρεμένος, τον θάμνο γύρω έφερνε και περίμενε να ψοφήσει, η μάνα απ ‘τσι πολλές πληγές κι έπειτα να χουμήξει.

 Εκεί την εσυνάντησε, του Κωνσταντή ο κύρης κι αφού καλά την κοίταξε για λίγο κι εστοχάσθει. στο λύκο έπειτα όρμηξε τραβώντας το μαχαίρι πού ‘χε πάντα στη καρδιά πιότερο κι από φίλο.

 Είχε στη θήκη δράκοντα και στη λαβή διχάλα από φιδιού τα κέρατα για να ‘ναι ζυγιασμένο. Είχε σφυρηλατηθεί σε παλιό ατσάλι πού ‘χε πυρώσει σε φωτιά σαράντα μερονύχτια και είχε βαφτεί σε λάδι ελιάς από δεντρί παρθένο. Το ‘χε βλογήσει δέσποτας ανήμερα το Πάσχα κι η μάνα του το κοίμισε μια νύχτα στην αγκαλιά της όπου του ετραγούδησε παλιά κρυφά τραγούδια και δώδεκα κρυφές ευκές για να ναι μπιστεμένο.

 Μ’ αυτό στον λύκο χούμηξε δίχως να υπολογίσει μήτε τα γρυλίσματα μήτε τ’ άγρια του μάτια. Ο λύκος πια δεν έβλεπε τίποτις μπροστά του, παρά μονάχα το χαμό και το ζεστό το αίμα της λαφίνας πού ‘τρεχε κόκκινο απ’ τις πληγές της. Τον άρπαξε απ’ τον λαιμό και με τ’ άλλο του χέρι, γερά το στόμα τού ‘κλεισε να μην μπορεί να δαγκώσει.

 Τα μάθια του έστασαν θυμό. Τα δόντια του το μίσος και η ανάσα του μύρισε θάνατο και φόνο. Ο λύκος για λίγο λούφαξε, μα σαν είδε πως δεν εκράτει, στα χέρια άλλο τίποτις πέρα απ’ το μαχαίρι, απάνω του ερίχτηκε με περισσή μανία.

 Μα τ’ αντρειωμένου η δύναμη δεν βρίσκεται στα όπλα. Στη καρδιά και το μυαλό φωλιάζει και δυναμώνει.

 Ο Γιώργος λυγά τα γόνατα. Στα χώματα ξαπλώνει κι όπως ο λύκος τον περνά απάνω απ ‘το κεφάλι μπήγει την κάμα του μαχαιριού όσα με τη διχάλα. Έπειτα τινάζεται ορθός και το καρφώνει με λύσσα μες την καρδιά του άγριου κατάμαυρου θηρίου.

 Το θεριό πέφτει νεκρό κι ο Γιώργης αναστενάζει και κρύβει αυτός ο στεναγμός ούλη την ταραχή του. Βγάζει το μαχαίρι απ 'την καρδιά του λύκου, το σκουπίζει κι έπειτα σκύβει και τον φιλά ανάμεσα στα μάτια.

" Ήσουνα μπάρεμ' δυνατός
μα ‘γώ ‘χα σήμερα τύχη.
Ας σ’ αναπαύσει η μάνα γη
Και η κυρά των λύκων. "

 Γυρνάει, στέκει και κοιτά την αιμόφυρτη λαφίνα. Αφήνει το μαχαίρι στη γη και την επλησιάζει. Αυτή ανήμπορη και τον εκοιτά με σβησμένα μάτια. Γονατίζει πέφτει στη γη και του μιλάει σα κόρη.

“Έφέντη μου σ’ ευχαριστώ
που ‘σωσες το παιδί μου.

Για μένα είναι πια αργά
μ’ αφήνει η δύναμή μου.

Πάρε με φάε με εσύ
και δώσε την καρδιά μου
στο γιόκα σου για να μιλά
σαν άνθρωπος στο παιδί μου.
 Με τσ’ άντρες του σαν βασιλιάς,
με τις νιές αηδόνι και με τ’ άλλα ζωντανά
αδάμαστο λιοντάρι.

Το παιδί μου δώσ’ του το
να τ’ αναθρέψει εκείνος
και πες του να το ‘χει σύντροφο
φίλο του και στολίδι
κι αυτό θα του παρασταθεί
σαν θα ‘ρθει η ανάγκη.

Το δέρμα μου δώσε στη κυρά
να φτιάξει πανωφόρι
και απ’ το αίμα μου όσο απόμεινε
βάλτο στο εικονοστάσι.
Σαν θα βρ
εθείς σε κίντυνο
από καμιά αρρώστια
πιες το αν θες για γιατρικό
μ’ αγάπη θα σε σώσει. "

 Αυτά ‘πε και ξεψύχησε, αφήνοντας να κυλήσει ένα δάκρυ πού δεν έπεσε στη γη να το ρουφήξει. Στάθηκε και πέτρωσε. Γίνηκε διαμάντι που ο Γιώργης το μάζεψε για το μονάκριβο του.

IV

 Ούλα αυτά γινήκανε την μέρα που γεννήθη ο Κωνσταντής που έμελε να γίνει πρόγονός μου. Ο κύρης του δεν πρόλαβε να τον δει μεγάλο μα η μάνα του τον έζησε κι είδε απ’ αυτόν αγγόνια.

 Δεν ξέρω αν θα καμάρωνε ο κύρης του αν ζούσε κι έβλεπε πως δεν έγινε μη ρήγας, μήτε αφέντης μα ένας λεβεντάνθρωπος που ζούσε με περηφάνια.

 Εγώ πάντως το θωρώ τιμή πως απ’ αυτόν βαστάω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: