Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Έφηβα Γεράκια

Τον παλαιό καιρό
όταν ο ήλιος έλαμπε ακόμα από χαρά
κι οι μέρες δεν φοβόντουσαν τα λόγια των ανθρώπων
άμα κοιτούσες αψηλά στου ουρανού τα μέρη
θα γέμιζε το βλέμμα σου γεράκια.

Μικρά σκουρόχρωμα σημάδια
που κυκλώνανε τον ουρανό
ως εκεί που έφτανε το μάτι.

Και οι φωνές τους, θεέ μου!
Οι φωνές τους!
Όχι τιτιβίσματα και μαλακίες.
Κραυγές άγριες που διψούσαν για ζωή.
Αχόρταγες.
Επιτακτικές.
Να ξεχειλίζουν πάθος και πνεύμα εφηβικό.

Και να βουτάνε.
Να κάνουν κύκλους αψηλά
και να βουτάνε.
Σύριζα πάνω απ’ τη γη.
Μια ανάσα μόλις απ´ το χώμα.
Κι έπειτα πάλι στον ουρανό
σ’ ένα χορό που θύμιζε μπάλο.
Κι άλλες φωνές.
Κι άλλες αχόρταγες κραυγές.
Κι άλλη βουτιά στο χώμα
και λίγο πριν τη συντριβή
αγέρωχη ανύψωση μέχρι να βρουν τον ήλιο.

Περάσαν πλέον όλα αυτά.
Έχουν αλλάξει πια οι καιροί.
Δεν είναι πια το ίδιο.

Ο ουρανός μπορεί να είναι γαλανός
-τις περισσότερες μέρες-
μα η γη έχει γεμίσει τώρα πια.
Από ψηλά δεν βλέπεις χώμα.
Γκρίζα κορμιά.
Φάτσες λερές.
Άσφαλτο και τσιμέντο.

Στα γεράκια δεν αρέσουν όλα αυτά.
Θέλουν καθάριο χώμα να τα έλξει.
Πρέπει να ακούσουνε την γη να τα καλεί
πράγμα αδύνατον με τόση φασαρία

Έτσι άδειασε από γεράκια ο ουρανός.
Αυτό που βλέπεις τώρα σα κοιτάς ψηλά
αυτά τα μαύρα σημάδια που κυκλώνουν
είναι οι έγνοιες των ανθρώπων χαμηλά.
Οι φόβοι και τα χαμένα όνειρά τους.
Και οι κραυγές που κάθε λίγο αντηχούν
είναι οι φωνές που βγάζουνε αντί για καλημέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: