Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Αν Σβησει η Ακρόπολη, τι θ' Απομείνει

Κι αν σβήσει η ακρόπολη τι θ' απομείνει;
Μονάχα κεραίες, μοναξιά.
Μονάχα ίσκιοι.
Μάτια γεννημένα για σκοτάδι
που σέρνονται σε δρόμους όλο νέον
γυρεύοντας δροσιά και λίγη αγάπη.
Εφήμερη όσο κρατά ένα χάδι
όσο να λιώσει ο πάγος στο ποτό
Όσο να βγει η ακρόπολη απ' το σκοτάδι

Αν σβήσει η ακρόπολη τι θ' απομείνει;
Μονάχα γύψος, πλαστικό και γκρι τσιμέντο.
Άσφαλτο σπαρμένη από γόπες.
Ταρίφες μ' αναμμένη τη σημαία.
Πελάτες που σχολιάζουνε τα νέα
και βράδια το 'να ίδιο με το άλλο.
Ζεστά, πνιγηρά, γεμάτα θλίψη
που τ' αλκοόλ αδυνατεί να πνίξει
και η ζεστή της βραδιάς το προκαλεί,

Αν σβήσει η ακρόπολη τι θ' απομείνει;
Μονάχα εγώ και 'σύ και γύρω η πόλη
Απάνθρωπη, απόκοσμη, γεμάτη ήχους
Ανήθικη, ακίνητη ν' αργοπεθαίνει
βρώμικη όσο κι ο αέρας που ανασαίνει
Αχόρταγη
όσο και το σκοτάδι που την ακολουθεί.



Κι αν σβήσει η ακρόπολη τι θ' απομείνει;
Τι θ' απομείνει;
Μονάχα άλλη μια νύχτα καλοκαιρινή.

Απραξία

Δεν έλκομαι ούτε απωθούμαι.
Δεν κινούμαι πίσω μήτε μπροστά
αδιάφορος στην μέρα αιωρούμαι
χαζεύοντας τον χρόνο να κυλά.

Δεν κάνω τίποτα
να σκεφτώ αρνούμαι
στην ζέστη αφήνομαι
στην απραξία μου παρασύρομαι όλο και πιό βαθιά.

Περιμένω να δύσει ο ήλιος.
Να πέσει μέρα, να 'ρθει η δροσιά
στους δρόμους να βγω για να περάσω
άλλη μια αδιάφορη βραδιά.

Μικρός πίστευα πως τα καλοκαίρι
η Περσεφόνη απ' τον άδη γυρνά.

Αφορισμός Ε΄

Είναι τα κορμιά μας έγχορδα άκομψα που σκεβρώνουν
οι μέρες είναι δοξαριές που πάνω τους γλιστράνε.
Άλλοτε κλαίνε καθώς γλιστρούν κι άλλοτε γελάνε
μα η μουσική τους είναι η ζωή που λίγο λίγο σβήνει
κι είναι γεμάτη θάνατο η σιωπή που αφήνει.
Απομένουν τα κορμιά κυρτά στον χρόνο παραμορφωμένα
ν' αναθυμούνται γιορτές και χάδια περασμένα
ώσπου τις ρυτίδες τους έρωτα αγέρι τις χαϊδεύει
και τότε από τα τέλια τους γλυκιά μελωδία ρέει.

Αφορισμός Δ΄

Είναι η ζήση μας σκληρή
σα παιδικό παιχνίδι
σα νύχτα χειμωνιάτικη
που απ 'του Αϊ Σπυρίδωνα
σπυρί- σπυρί μικραίνει.
Φαντάζουν οι έρωτες φωνές
θλιμμένες που πασχίζουν
να δώσουν μαγεία στη νυχτιά
χαρά στο σκληρό παιχνίδι.

Αφορισμός Γ΄

Στέκουν τα νιάτα μας
φρεγάτα ακίνητη σε θάλασσα κλειστή
σαν ζωγραφιά ρομαντικού ζωγράφου.
Οι έρωτες μας κύματα
κι αυτά ζωγραφιστά
που αφρίζουν ψεύτικα
στων βράχων την άκρη.
Οι ποιητές πουλιά
που μοιάζουνε να φεύγουν μακριά
πέρα απ' τα σύννεφα
στου ορίζοντα τ' άγνωστα δάση.

Αφορισμός Β΄

Λέξεις, ρυθμοί, μέτρα που σπανίζουν
μα που δεν αγγίζουν
τον πόνο των πραγμάτων
το δράμα των θνητών.
Βήματα κομψά, κινήσεις που μαγεύουν
μα που δεν θεραπεύουν
τον φόβο του θανάτου
την παραλυσία Των καιρών.

Οι λέξεις των παιδιών, τα στάχυα που λυγίζουν
αυτά σου ψιθυρίζουν
την μαγεία της μέρας
της ευτυχίας τον σκοπό.

Αφορισμός Α΄

Όχι από σίδερο, μήτε φωτιά
μα από χώμα, πόνο κι ιδρώτα
είμαστε φτιαγμένοι
και όταν πεθάνουμε ό,τι απομένει
μια φούχτα λόγια
λίγα κουρέλια αταίριαστα,
χνάρια νωπά στην άμμο χαραγμένα
που σβήνουν με το φύσημα
της πρώτης αύρας

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Πρωτοχρονίατικο

Σε μια Αθήνα που βρωμάει συμβιβασμό
στεκόμαστε απέναντι οπλισμένοι μόνο
με την απόλυτη αφέλεια των μεγάλων μας λόγων
και την απλότητα μιας πέτρας φορτωμένης με οργή.
Μαζί ;
Ποτέ
Σίγουροι ;
Γιατί ;
Για μια κομμένη ανάσα από τον οργασμό.
Για ένα “χύνω πάλι” γεμάτο άγχος.
Για μια μοναχή στιγμή
αγνής καθάριας ηδονής
που όμως σκεπάζει πάγος.

Μοναξιά

Καθάρια τύχη η μοναξιά
σ’ αυτόν που την ορίζει.
Σ’ αυτόν που δίχως να το προσπαθεί
ανασαίνει εντός της
και η καρδιά του χτυπάει χαλαρή
χωρίς πόνο και βάρος.

Καθάρια τύχη
-θα το ξαναπώ-
η μοναξιά
μόνο αν την αντέχεις.

Σε Πολιτείες Ξένες

Βαδίζω σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.
Σε πολιτείες ξένες.
Με δρόμους γεμάτους σπίτια σκοτεινά
που στα μπαλκόνια τους δεν φύονται γεράνια.
Κλειστά τα στόρια στα καθιστικά.
Στις κρεβατοκάμαρες τα παράθυρα σφαλισμένα.
Οι πόρτες μόνο χάσκουν ανοιχτές
νωπές πληγές σε κορμιά ξεχασμένα.

Ανάμεσά τους βασιλεύει η σιωπή
και ι ζωή που κάποτε τα διαπερνούσε
τώρα αλλάζει δρόμο μόλις τα δει.
Προκειμένου να σπαταληθεί τα προσπερνάει
αφήνοντας πίσω της το άρωμα που την ακολουθεί
και την αίσθηση μιας στιγμής που έλαμψε
και τώρα πάει
έφυγε
χάθηκε νωρίς
ακολουθώντας μια ζωή
που τώρα προχωρεί
χωρίς να ξέρει που πάει.

Φαντάσματα

Τα φαντάσματα είναι αισθήματα
που πάγωσαν στον χρόνο.
Ήχοι που δεν ακούστηκαν.
Λέξεις που δεν απαντήθηκαν

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Λίγα Ακόμα Χάι-κου Αργά Το Βράδυ

Οι κάλπικοι έρωτες
γεννάνε μύθους
σε όσους πιστεύουν.

*****

Γη που διψάει
σα τη καρδιά μου
για λίγη υγρασία

*****

Όλες οι λέξεις
ακούγονται ψέμα
αν τις ψελλίσεις.

*****

Δύο λεροί τοίχοι
έχουν απομείνει
απ’ τον ερωτά μας

*****

Μετρώ το ψέμα
με τις αλήθειες
που προσπερνάω.

*****

Ένα ταξίδι στο φως
όλη η γνώση του Ενός
κι όλη η αγωνία.



Βραδινό

Ο ήχος της πένας
στο χαρτί
με γαληνεύει.
Και της νύχτας η σιωπή
με την ανάσα σου την ρυθμική
στης μοναξιάς μου την ερημιά
με ταξιδεύει.

Κάτι Σαν Χάι-κου Αργά Το Βράδυ

Ο χρόνος σβήνει σε λευκό.
Οι αναμνήσεις μου σε μαύρο.

*****

Μια βρύση στάζει
μετρώντας τα λάθη μας
κάθε βράδυ.

*****

Σταγόνες κι ανάσες.
Όλη η νύχτα
χωράει στα κενά τους.

*****

Ίσως απόψε
στα όνειρα μου
συναντήσω εμένα.

*****

Αργά τη νύχτα
όλη η ζωή μου
δείχνει λάθος.

*****

Μες την απάτη
του έρωτά μου
χάνω τον εαυτό μου.

*****

Όλη η ζωή μου
λάθος αποφάσεις
για λάθος λόγους.

*****

Η ευτυχία
μια λάθος απόφαση
σε λάθος χρόνο.

*****

Ο έρωτας μου
ακριβή κοκότα
που μαραζώνει.

*****

Τα μάτια λάμπουν
και χωρίς να είναι
ευτυχισμένα.

*****

Χείλια που ματώνουν
καθώς προσμένουν
έστω ένα ψέμα.

Νύχτα Παραμονής

Μαβιά αυγή.
Μάτια μου πλάνα
Μάγισσα νύχτα
με την αέρινη μορφή
μου λείπεις τόσο που πονάω.

Κι όμως στην αγκαλιά μου
κουρνιάζεις σιωπηλή.

Φόβος

Τα βράδια η μοναξιά
βαραίνει παραπάνω.
Ίσως γιατί ότι ζήσαμε
φοβάται το πρωί.

Και Πάλι Εδώ

Και πάλι εδώ.
Στο ίδιο σημείο μετά από καιρό
να διαμελίζω τη ψυχή μου.
Να ψάχνω στα ρημάδια της να βρω
το τραύμα να βρω το ανοιχτό
ένα τρόπο να βρω
να ενώσω τα κομμάτια
κι ότι δεν κολάει να το πετώ.

Έτσι χωρίς αυτά να προχωρώ.
Έτσι λειψός να συνεχίζω.
Για πόσο καιρό.
Για λίγο ακόμα.

Εδώ

Εδώ ο καιρός είναι πάντοτε καθαρός.
Σίγουρος ο τόπος.
κι όμως . . .
κάπου πέρα μακριά
ίσως πίσω απ’ τα βουνά
ίσως στου πέλαου την άκρη
γεμίζει σύννεφα ο ουρανός . . .

Τα φέρνει ο αέρας κατά ‘δω.


Η καταιγίδα φτάνει.