Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

22/10/2012

Ο ουρανός δε γαλακτίζει πια σ' αυτόν τον τόπο
τον ξεχασμένο απ' τον Θεό κι απ´ τη μοίρα.
Μόνο στη μνήμη των παιδιών της
μια αναλαμπή
θαμπή
ακόμα κατοικεί σαν φλόγα
μικρή σαν από κερί που τρεμοπαίζει
σε πείσμα όλων των καιρών και της συνθήκης
που ορίζει πως οι χώρες όπως κι θεοί
κάποτε πεθαίνουν παρσέρνοντας μαζί τους κι αυτούς
που τις πιστεύουν.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

ΑΝΑΘΕΜΑ

Ανάθεμα σ'αυτούς που ζούνε λίγο.
Πού'χουν τα πόδια λυγιστά
όσο το πάπλωμά τους.
Που κρατούν τα μάτια σφαλιστά
να μη τα κάψει ο ήλιος
και το μυαλό τους ερμητικά κλειστό
μη το φουσκώσει ο αγέρας.

Ανάθεμα σ'αυτούς που ζούνε λίγο
γελάνε λίγο, κλαίνε λίγο.
Δεν τρώνε μήτε πίνουνε πολύ
και γενικώς διάχουν βίο μετρημένο
χωρίς να ενοχλήσουνε κανένα στη ζωή.
Χωρίς να βαρύνουν κανένα με το περασμά τους.

Αδιάφοροι κι ανώδυνοι διάχουν
μια ζωή ήρεμη σαν λίμνη.
Δεν καίγονται δεν πάλονται δεν υποφέρουν.
Δεν υψώνουν τη φωνή ποτέ
μήτε τη ματιά τους.
Τα όνειρά τους λιγοστά
Χειροπιαστά τα θέλω τους
Τα πάθη τους ελεγμένα.

Ανάθεμα σ' αυτούς που όταν σου λέν' το θέλω τους
αρχίζουν με τη φράση
Θα ήθελα αν είναι δυνατόν
και τελειώνουν κλείνοντας τα μάτια
για να απολαύσουν μια ακόμα στιγμή
το ονειρικό τοπίο.

Ανάθεμα σε όλους τους και ανάθεμα σε μένα
που ασχολούμαι με αυτούς προσδίδοντας αξία
στις ποταπές υπάρξεις τους τις γεμάτες ανυπαρξία.

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Εγώ Για Σένα


Εγώ για σένα θ’ άφηνα
τον χρόνο να μ’ αγγίξει.
Τα χέρια θα κρατούσα χαμηλά
χωρίς καμία σκέψη
θα δεχόμουν κάθε χτύπημα
σαν να ‘ταν απλό χάδι.
Εγώ για σένα θα ‘μουνα
της μοίρας το δοξάρι
κι εσύ βιολί
ακούρδιστο
που θα ‘πρεπε να κουρδίσω.
Εγώ για το χατίρι σου
τον χάρο θα νικήσω.

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Αρχίστε Την Επανάσταση Χωρίς Εμένα


Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα
έχω φασόλια στη φωτιά
και θα κολλήσουν
άσε που δεν έχω τι να ενδυθώ
καινούργιο
έχει ξεφτίσει η στολή κι όλο μπάζει
και το ασπρόμαυρο φουλάρι
το καρό
τώρα φαντάζει
λίγο.

Εδώ που τα λέμε
δεν είναι τις μοδός
όλο αυτό το τσίρκο.
Όλοι αυτοί
οι δήθεν τρελοί
οι τόσο εξοργισμένοι
μου κάνουν λίγο τρε μπανάλ
και δείχνουν ξένοι.

Γι’ αυτό σου λέω.
Εξεργεθείτε αυτή τη φορά
χωρίς εμένα
θα σας προλάβω καθοδόν
αν αλλάξω γνώμη
σάμπως θα πάτε μακριά;
Άντε ως τη γωνία.
Θα σπάσετε δύο μαγαζιά
θα βρίσετε τους μπάτσους
δύο τρεις μολότοφ για το καλό
μέχρι να βρίσετε τους αμερικάνους
έχω καιρό να το σκεφτώ.

Κι αν δεν αλλάξω γνώμη
σας βρίσκω στην επανάσταση τον οκτώ
δεν χάθηκε κι ο κόσμος
ούτε θα αλλάξει τελικά
μιας και δεν μας συμφέρει.

Το Βράδυ Που Μ' Οδήγησε Στη Κρίση


Είχε μια λάμψη αλλόκοτη εκείνο το βράδυ.
Μια λάμψη που δεν έπεφτε στη γη απ´ τον ουρανό
μα ξεπηδούσε απ´ τις γωνιές και κάτω απ´ τους θάμνους
αντικαθιστώντας τις σκιές με κάτι πιο οικείο
κι ίσως ακριβώς για αυτό άπειρος πιο τρομακτικό.

Άφηνα τις σκέψεις μου να σβήσουν στο σκοτάδι
στο τόσο λουσμένο από φως όσο και στη σιωπή
ελπίζοντας πως ο καιρός που τρέχει θα με ξεχάσει
και θα απομείνω στο παρών νέος και δυνατός.

Του κάκου το ξέρω έλπιζα σε τέτοια φαντασία
πως θα ξεφύγω ζωντανός απ´ τον δυνάστη χρόνο
μα ήτανε της φύσης μου άλλη μια αμαρτία
να αγαπάει της ζωής το πρώτο τρίτο μόνο.

Έτσι
όταν κείνο το βράδυ αντίκρισα λουσμένη απ´ το φως
που ξεχυνόταν απ’ τη γη και γέμιζε τη φύση
τη ζωή μου ειλικρινά για πρώτη φορά θαρρείς
δεν είναι να απορεί κανείς που βυθίστηκα στη κρίση.

Κρίση
που αν και το ‘ξερα πως οφειλόταν μόνο
στο ότι γερνούσα επιτυχώς χωρίς να κατορθώσω
να διαπρέψω πουθενά, μήτε να επιτύχω
στα τόσα χρόνια που έζησα μια αλήθεια να αρθρώσω.

Ένοιωθα
πως όφειλα μέσα της να φορτώσω
κάτι που να της δίνει πως να το πω μια σοβαρή αιτία
που αν δεν κατόρθωνε να την ορίσει ως τραγική
να την διαχώριζε απ´ την κοινή βλακεία.

Έτσι
λοιπόν αποφάσισα πως μού ‘φταίγαν όλοι
αυτοί που χρόνια δίπλα μου στεκόντουσαν βουβοί
και δεν χειροκροτούσανε σε κάθε μου βλακεία
πιότερο γιατί πάσχιζαν να μείνουν ζωντανοί.




Αυτοί
που χρόνια δίπλα μου χωρίς να κατανοούνε
το μεγαλείο που έσταζε η κάθε μου πνοή
ζητούσανε από μένανε να δώσω σημασία
στην τόση τους αδιάφορη και μίζερη ζωή. 

Παραμύθι


Στα μέρη της ανατολής λέει ένα παραμύθι
ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς σπάταλος πολύ
που είχε σιγά σιγά όλο το βιός του ξεπουλήσει
για χάρη ενός σχεδίου καταπληκτικού.

Ενός σχεδίου πού ‘δειχνε τον τρόπο να μην πονάει
ότι κι αν τού ‘φερνε μπροστά του η ζωή.
Όλα να πέρναγαν από πάνω του σαν αέρας.
Λύπες, αρρώστιες, συμφορές όλα να δείχνανε σα ψέμα.

Ώσπου έφτασε κάποτε το πλήρωμα του χρόνου
και οι σοφοί που τόσα χρόνια πλήρωνε χρυσάφι
του παρουσίασαν με μια επίσημη τελετή
τη λύση στο πρόβλημα του πόνου.

Με τρεμάμενα χέρια ο βασιλιάς έβγαλε το καπάκι
και πήρε από το κουτί το μαγικό εργαλείο
που ήταν από την μια πλευρά μέταλλο σκαλιστό
κι από την άλλη γυάλινο και λείο.

Φανταστείτε την έκπληξη του βασιλιά
όταν μετά την προτροπή των επιστημόνων
κάρφωσε το βλέμμα του στο γυαλί ψάχνοντας τη λύση
είδε απλά το πρόσωπό του πίσω να τον κοιτάει.

Εδώ


Αυτές οι πέτρες που τραβούν μπρος ευθεία
μέχρι την άκρια του χρόνου
μέχρι της ιστορίας την αχνή αρχή
ο ήλιος με τον χρόνο τις έχουνε ξασπρίσει
και των παππούδων μου τις έχουνε δροσίσει οι σκιές. 

Καθώς Χαράζει


Καθώς χαράζει σε νοσταλγώ
με τα θλιμμένα σου τα μάτια να γυαλίζουν
κάτω από το θαμπό φως.

Νύχτες πολλές ήμουνα μόνος.
Είχα ξεχάσει πλέον ν' ποθώ
να ελπίζω σε κάτι
να προσμένω.
Το κύλισμα του χρόνου απλά ακολουθούσα
καθώς περίμενα να δω
να αλλάζει το φως.

Δεν είμαι σίγουρος πως ξέρω τη μορφή σου.
Θέλω να πω
θυμάμαι τα μελιά σου μάτια
τα χείλια τα απαλά που βίαια αγγίζουν
τον τρόπο που κινούνται τα σκούρα σου μαλλιά
μέσα στην ηδονή σου
μα προσπαθώντας να συνθέσω τη μορφή σου
φτιάχνω εικόνες που δεν είναι πιστευτές.
Ίσως γιατί πάντα κάτι λείπει.
Αυτά που έχω ποτέ δεν είναι αρκετά.
Ίσως πάλι γιατί δε μου ανήκει
αυτή η εικόνα που τόσο λαχταρώ.

Μα καθώς χαράζει
νοσταλγώ κομμάτια απ' τη μορφή σου.
Σα κλέφτης αρπάζω ότι στοιχεία βρω.
Συνθέτω μια εικόνα
που την κρατώ σφιχτά
για να αποκοιμηθώ.

Νησιά


Είμαστε νησιά είχε κάποιος
κάποτε πει
και δε μπορεί
κανένας να μας σμίξει.
Ανάμεσό μας θάλασσα βαθιά
που με κάθε της κυματισμό
μας απομακρύνει.
Κάθε ανάσα μας λες
και φουσκώνει τα πανιά
που μας σπρώχνουν μακριά
σε χωριστά νερά
σε θάλασσες μεταξύ τους ξένες.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Μικρή Κεραμική Ιστορία


 Έριξα το τσιγάρο στο τασάκι κι έμεινα να χαζεύω τον καπνό που ανέβαινε από συνήθεια στα ουράνια.

“Κάποια στιγμή πρέπει να μάθω να τα σβήνω”

Σκέφτηκα

“κι αν όχι, δεν γαμείς . . . Κάποια στιγμή θα μάθω να τα σβήνω”

Έτσι κι αλλιώς αυτή η αναμονή είναι η πιο ήσυχη στιγμή μέσα στη μέρα. Τείνει να γίνει η πιο αγαπητή απλά και μόνο γιατί είμαι μόνος μου παρέα. Το highlight της μέρας μου (ίσως και της ζωής μου).

_“Μόνο να μην μύριζε τόσο άσχημα ο καπνός”

Μούγκρισα δικαιολογημένα.

_“Μόνο αυτό”

Η κεραμικού γεμάτη κίνηση. Σχήμα οξύμωρο αλλά πέρα για πέρα αληθές. Πολυφωνία. Ποικιλομορφία. Ράτσες γελαστές κι έλληνες με τη γνωστή γεμάτη οργή γκριμάτσα που τείνει να γίνει χαρακτηριστικό γνώριμα ολόκληρης της φυλής. Της φυλής της Αθήνας. Πως τα καταφέραμε έτσι είναι να απορείς. . . κι έπειτα να σκας στα γέλια. Είχε δίκιο ο Μπάιρον τελικά. Νωθροί. Χαζοί. Άσχημοι και με χαμηλό κώλο.

Δε γαμείς. Έτσι είναι η ζωή, έτσι θα τη ζήσεις. Το λέει και ο τοίχος απέναντι ακριβώς:

THAT FACE

Και πιο κάτω

WITH AN UNGLY FACE LIKE THIS” μικρό κενό και με γραφικό χαρακτήρα διαφορετικό:

“ ΠΡΟΣΒΆΛΕΙ ΤΑ ΟΥΡΆΝΙΑ”

Όταν ο τοίχος έχει περισσότερα να πει, καλύτερα να σωπαίνεις.

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Το Χρονικό Της Απελπισμένης Πόλης

(Μέρος α')

Ήτανε δύσκολοι καιροί.

Γεμάτοι πίκρα
οι άνθρωποι
γεμάτοι πόνο.
Πόνο που έφερνε οργή
στους τυχερούς αυτού του κόσμου.
Σε όλους τους υπόλοιπους η οργή
γινόταν απόγνωση.
Η απόγνωση γινόταν απελπισία.
Κι η απελπισία αυτή σε απορροφούσε τόσο
που νόμιζες πως το μόνο που είχες ήτανε
τα δάκρυα τα στεγνωμένα
κι αυτόν τον κόμπο στον λαιμό
που έτεινε να σε πνίξει.

Ήτανε δίπλα σου διαρκώς.
Ξάπλωνες να κοιμηθείς κι αυτή
σύντροφος πιστή
ήτανε κιόλας εκεί
μισόκοιμισμένη.
Με ανάσα βαριά.
Μάτια θολά
μα μια αγκαλιά ανοιχτή
ζεστή
πνιγηρή.
Πρόθυμη να σε νανουρίσει.
Φίλη πιστή.
Ερωμένη υπάκουα δοτική
που αδημονούσε να σε ικανοποιήσει.

Σα ξυπνούσε το πρωί
χαμογελώντας σού 'λεγε καλημέρα.
Όπως χαμογελάει ο καρχαρίας πριν επιτεθεί.
Όπως γυαλίζει ο σουγιάς του Μακ
και γαληνεύει η φύση πριν ξεσπάσει.

Σε ακολουθούσε ολημερίς.
Αμίλητη μα παρηγορητική
περιμένοντας εσύ να την αντιληφθείς.
Εσύ να την αποθυμήσεις.
Μπορεί να σού 'παιρνε λίγο καιρό
μα ήταν σίγουρη πως θα την αναζητήσεις.
Θα την συνήθισες τόσο πολύ
που θα σου ήταν αδύνατον
χωρίς αυτή να ζήσεις.



Έτσι κυλούσε ο καιρός
δύσκολος και απελπιστικός
αλλά ποτέ μόνος.
Περνούσανε οι εποχές και κύκλωνε ο χρόνος.
Γέμισε ο τόπος από ικανοποιημένους.
Οργισμένους βαλκάνιους
απελπισμένα ευτυχισμένους.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Εδώ Να Μείνεις


Εδώ να μείνεις.
Γλυκές στιγμές πριν απ' την προδοσία.
Προτού το αύριο γίνει χτες
και η προσδοκία θυσία
στη καθημερινότητα.

Εδώ μείνεις.
Να ξεχνάς κάθε που ξημερώνει.
Δεν είναι αλυσίδα από στιγμές η ζωή τ' ανθρώπου
μα οι σπασμένοι κρίκοι της που ασύνδετοι απομένουν
και αδυνατούν να συνδεθούν καθώς ανάμεσά τους
μπλέκονται τα όνειρα και οι προσδοκίες.

Εδώ να μείνεις.
Στο εδώ γεννιούνται τα όνειρα
στο τώρα κατοικούνται
και πριν το αύριο γίνει παρόν
έχουνε ξεψυχήσει. 

Διόνυσος



 Όταν οι Ινδοί άρχοντες έμαθαν πως φτάνει ο Διόνυσος γέλασαν πολύ καθώς αυτό που άκουσαν ήταν πως ο στρατός του αποτελείται από γυναίκες ημίγυμνες που κρατούν λουλούδια και έχουν δόρατος μικρά χωρίς αιχμές στην άκρη. Φτιαγμένα λέει από κισσό και έχουν μικρές ασπίδες που κλαίνε - αν είναι δυνατόν - όταν τις ακουμπήσεις. Οι στρατηγοί του λέει είναι τρείς. Ένας χοντρός και σκεβρωμένος γέρος που έχει πόδια σαν τραγί και γέρνει το κορμί του σε μια μαγκούρα ξύλινη που μόλις το κρατάει. Καβαλάει δε αντί για άλογο ένα μικρό γαϊδούρι που περπατά γκαρίζοντας απ' το μεγάλο βάρος.

Ο δεύτερος είναι ένα θεριό, μα μοναχά στην όψη. Ψηλός και λυγερόκορμος πάνω από τη μέση μα με πόδια κι αυτός τραγιού κι όχι μόνο. Είχε λέει και δύο κέρατα μικρά, κατσικίσια που μόλις που ξεχώριζαν ανάμεσα στα μαλλιά του. Τριγυρνούσε ολόγυμνος και στολισμένος φύλλα, μάλλον κισσού, μπορεί κι αμπελιού, μα σίγουρα πάντως φύλλα. Αυτόν ακόμα και οι γυναίκες τους τον ξεφώνιζαν. Μόλις τις πλησίαζε άρχιζαν να τον ξεφωνίζουν, να χαλάνε τι σειρές και να μην υπακούουν.

Μα κείνος πού 'ταν ο χειρότερος ήτανε ο τρίτος. Μικρό παιδί αυτός αμούστακο. Με τραγίσια κι αυτός ποδάρια και κέρατα μαύρα και μικρά ανάμεσα στις μπούκλες. Αυτός λέγανε πως ήταν το πουλέν του Διονύσου - αν και η ανατροφή τους δεν τους επίτρεπε να σχολιάσουν κάτι τέτοιο δυνατά - αλλιώς δεν εξηγιόταν η συμμετοχή του στο στρατό και μάλιστα σε τέτοιο πόστο.

Αυτός ήτανε όλος κι όλος ο στρατός. Ένας σωρός από φρικιά και εξαθλιωμένες που μπεκρόπινε διαρκώς και βάδιζε δίχως τάξη. Ξεφώνιζε με το παραμικρό. "Ευά" και "Ευή" όλη την ώρα. Μεθυσμένα παραμιλητά και πρόστυχα στιχάκια. Λουλούδια και φύλλα για ρουχισμό και κλαδιά για όπλα. Ούτε για κυνήγι δεν ήταν ικανοί πόσο να μάλλον να πολεμήσουν. Έπιαναν που και που κάποιο ζωντανό με τα γυμνά τους χέρια και το έτρωγαν ωμό. Χωρίς να το μαγειρέψουν. Να φανταστείτε οι πιο συμπονετικοί από τους αρχόντους πρότειναν να τους στείλουν φαγητό για να σταματήσουν αυτή την κτηνωδία και τον εξευτελισμό. Μα ευτυχώς τους συνέφεραν οι άλλοι. Καλοσύνη μεν αλλά μέχρις ένα βαθμό μετά καταντά ανοησία.

Με αυτά που άκουσαν δυσκολεύτηκαν πολύ να βρούνε να πολεμήσουν ένα τέτοιο στρατό χωρίς να εξευτελιστούνε κι αυτοί μ' αυτή την παρωδία. Η παροιμία με τα λάχανα τους ήταν βλέπετε γνωστή και ήτανε λαός που σεβότανε τις παραδόσεις. Στο τέλος αποφάσισαν να στείλουνε στρατό κι αυτοί από γυναίκες. Έτσι η μάχη - αν κι όχι - ισότιμη θα είχε μια κάποια ισορροπία.

Αφού αποφάσισαν αυτό μπορούσαν πια ήσυχοι να περιμένουν τις γυναίκες να ετοιμαστούν και τον Διονυσιακό στρατό να πλησιάσει. Για να διασκεδάσουν την αναμονή λέγανε ιστορίες για περασμένους εισβολείς και ένδοξες μάχες που είχανε παραβρεθεί και ‘φέραν όλοι τους στο κορμί ακόμα τα σημάδια. Τα περασμένα αποκτούν ένα κάποιο μεγαλείο ανάλογο των γενεών που έχουν μεσολαβήσει. Όχι πως θα δυσκολευότανε κανείς να καταλήξει ανάμεσα στη σύγκριση του όποιου χτες με το τώρα. Όπως σχολίασε κάποιος που δυστυχώς δε σώζεται τ' όνομά του ακόμα και ένας σκυλοκαβγάς ανάμεσα σε πόρνες ήταν απείρως πιο ένδοξος από αυτή την μάχη. Το σχόλιο αυτό ξύπνησε ξανά τις διαφωνίες για το πως έπρεπε να χειριστούν αυτή την παρωδία.

Εκεί πάνω τους πετύχανε τα νέα του Διονύσου. Ο στρατός των γυναικών είχε κάψει τις πρώτες πόλεις. Χωρίς να δώσουν ούτε μια μάχη μοναχή. Χωρίς καλά καλά να πλησιάσουν. Από απόσταση. Από μακριά. Ο Διόνυσος επρόσταζε και η πόλη καιγόταν. Η κάθε πόλη.  Το κάθε χωριό. Η πρώτη απ' τα βορειοδυτικά μεγάλη πολιτεία. Η κουστωδία διέσχιζε μετά ατάραχη τη πόλη που κάπνιζε ακόμα απ' τη φωτιά και θρηνούσε το χαμό της και συνέχιζε για την επόμενη χωρίς να σταματήσει. Πλήρεις απαξίωση για λάφυρα και πλούτο. Μόνο όσες γυναίκες ήθελαν μπορούσαν να ακολουθήσουν μα όχι σα σκλάβες παρά ισότιμα με τις άλλες γυναίκες.

Τα νέα αν κι ανήκουστα δεν φέραν πανικό. Σίγουρα ανησύχησαν. Μερικοί μάλιστα τρόμαξαν αλλά η ψυχραιμότεροι τους καθησύχασαν. Δεν ήταν λόγος τώρα για τρόμο. Είχαν στρατό. Άνδρες. Χιλιάδες δόρατα. Άρματα, τοξότες. Είχαν πολεμικούς ελέφαντες δεν κινδύνευαν καθόλου. Κάλεσαν λοιπόν τους άνδρες τους. Έζεψαν τα άρματα, τέντες αν τα τόξα. Φόρεσαν τα πολεμικά καλάθια στους ελέφαντες κι έστειλαν το στράτευμα αντί για τις γυναίκες.

Κι εδώ η ιστορία κορυφώνεται. 

Όταν η πομπή του Διόνυσου συνάντησε το στράτευμα το μόνο που χρειάστηκε ήταν να φωνάξει. Οι γυναίκες εκείνη την ώρα ήταν σε χορό. Οι στρατηγοί όπως πάντα μεθυσμένοι και ο Διόνυσος στο άρμα του αραχτός με ύφος βαριεστημένο. Όταν το βλέμμα του συνάντησε τον ινδικό στρατό το μόνο που έπαιξε ήταν το ένα του φρύδι που ανασηκώθηκε σε μια έκφραση ιλαρής ειρωνείας. Οι γυναίκες χωρίς να δουν τον παρατεταγμένο στρατό εκείνη τη στιγμή τελειώναν το χορό τους με ένα μεγαλόπρεπο και σύνηθες "ευά". Στο άκουσμα της "προσταγής" ο γάιδαρος που βάσταζε τον γέρο στρατηγό πρόσθεση την δική του που με την σειρά της παρέσυρε αυτές των άλλων γαιδάρων που έσερναν το άρμα του θεού. Η ένταση των φωνών αυτό έσπειρε τον πανικό στα ώτα των ελεφάντων που τράπηκαν αμέσως σε φυγή για να τους συντροφεύσουνε αμέσως οι στρατιώτες παρατώντας πίσω τους όλον τον οπλισμό τους.

Έτσι ο Διόνυσος κατέκτησε την Ινδία. Χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα πολύτιμο της ζωής κρασί μονάχα της αμπέλου.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Η Χώρα Σε Παράκρουση.

Άνοιξη μεστωμένη.
Οι λεύκες στάζουν όνειρα
και νέων ερώτων χνούδι.
Γέμισαν οι δρόμοι χρώματα
που μέσα στον ήλιο τσούζουν
τα μάτια και πονούν
Μπερδεύουν το μετείκασμα
με την φωτεινή τους κόμη.

Τις νύχτες μυρίζουν οι καριές
και τ' άκοπο γρασίδι υπόσχεται γλυκόλογα
που σβήνουν προτού χαράξει.

Καθώς χαράζει τα πουλιά
τραγουδούν στο τώρα..
Πλέκουν αναπαίστους στο παρόν
και τ' αύριο πεισμώνουν.

Με το φως όλα αρχίζουν από την αρχή
σ' ένα τέλειο κύκλο
με ακτίνα τη φυγόκεντρο και πι την φυγομόλο
που ισούται πάντα ως είν' γνωστό
με το μήκος του καναπέ μας επί την διαγώνιο
της φωτεινής ψυχής μας.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

11.05.2012

Πεθαίνω κάθε πρωινό.
Καθώς χαράζει.
Την ώρα που του ουρανού το χρώμα
το θαμπό σε ξεγελάει.
Σβήνει τα σχήματα
τους όγκους ισοπεδώνει
κι όλα δείχνουν ανάκατα
χωρίς να ξεχωρίζουν.

Την ώρα εκείνη εγώ ξεψυχώ.
Κλείνω τα μάτια μου κι αφήνομαι να σβήσω
γνωρίζοντας κάθε λεπτό πως μόλις ξημερώσει
Θα ξανά ξυπνήσω

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

ΣΤΗ ΜΗΛΙΑ ΜΟΥ

Σε λαχταρώ.
Όσο περνάει ο καιρός σε λαχταρώ.
Μέρα τη μέρα
όσο περνάει ο καιρός σε λαχταράω.
Όσο σε ζω.
Όσο σ'αγγίζω, σε φιλώ.
Όσο αναπνέω τοv αέρα που εκπνέεις σε ποθώ
σε λαχταρώ.
Κουρνιάζω δίπλα σου τις νύχτες και πονώ
κι είναι αυτός ο πόνος ότι πιο πολύ ποθώ
και λαχταράω

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Στιγμές Σιωπής Με Μνήμες Ξεχασμένες

Ελάτε λοιπόν όλοι εσείς της μνήμης μου παρίες.
Παρείες μου λιπόσαρκοι.
Ακάματοι μνηστήρες
της προδομένης νιότης μου σύντροφοι ξεχασμένοι
ελάτε κοντά και ψάλτε μου τους εφηβικούς μου στίχους
που με τους φόβους μου έπλεκαν περίτεχνους μιναρέδες
ορίζοντας τις διαδρομές σε μυστικές αλφαβήτες.

Ότι ποθούσα ξέχασα.
Ότι πολύ αγαπούσα τώρα
μου φαίνεται πικρό
και η φωνή του ξένη
στα αυτία μου και στριχνή.
Τρομάζει τ' άκουσμά της
παγώνει το αίμα αφήνοντας
με
Ακίνητο κι αμίλητο
να τρέμω για την μέρα
που θα πρέπει να σταθώ
στα δικά μου πόδια.
Δίχως τραγούδια και σκοπούς
να μου κρατούν το βήμα

Εδώ και χρόνια έχω χαθεί μέσα στον εαυτό μου.
Κάτω από ψεύτικες ευχές και φιλικές κουβέντες.
Πίσω από λυκοχαμόγελα και προσβλητικά αστεία.
Ανάμεσα στα θέλω μου και στα ονείρατά μου
σε εκείνη τη δισδιάκριτη γραμμή που όλο ξεμακρένει
όπως ο ορίζοντας στα ναυτικά τραγούδια
που λέγαμε σαν έφηβοι σε κάποια παραλία.

Πάψε επιτέλους.

Άφησέ με στη σιωπή να συναντήσω φίλους.
Τους νεανικούς μου σύντροφους θέλω μόνο να ακούσω.
Να θυμηθούμε τα παλιά
μαζί
να πούμε ιστορίες
και ίσως
αν είμαστε ακόμα τυχεροί
να κάνουμε κι άλλο λάθος.

Ελάτε λοιπόν χωρίς ντροπή
γύρω μου συνταχθήτε.
Δώστε τα χέρια στη σιωπή χλωμοί
και τρομαγμένοι είναι η μέρα σήμερα
κι η νύχτα γεμάτη εικόνες.

Εξωτικές φωνές και ινδικά αρώματα γεμίζουν το σκοτάδι
π' αλλού φαντάζει κίτρινο θαμπό κι αλλού αιχμηρό μαντζέντα.
Ανάμεσα σ' αυτά τα δυο φτεροκοπά η ζωή μου
φορτωμένη ορθόδοξους ψαλμούς και τούρκικους μανέδες
λασπομένα του Σικάγο μπλούζ και μεθυσμένα κάντος
βραχνά κλαρίνου μοιρολογίσματα και ηλεκτρικά ακόρντα
που σιγοντάρουν τη γιαγιά καθώς κεντά ιστορίες
για τσ' απολειμάρους της και για το ριζιμιό της.

Στο γονικό τα πόδια της, ο νόστος στη ματιά της
ανάμεσα στις λέξεις της λόγια της Ερωφίλης
και στο λευκό εργόχειρο ολόκληρη η ελλάδα.
Κάπου ο ήλιος χάνεται αφήνοντας το τοπίο
σ'εκείνο το βελουδένιο μπλε του θείου Ραφαήλου.
Θαμπό το φως.
Τα περιγράματα αχνά
θα κάνανε περήφανο τον μπάρμπα Λεονάρδο
και οι φωνές που μουρμουρίζουν μακρινές
τονίζουν περισσότερο την αιχμή της θλίψης.

Ξέρεις καλά γιατί μιλώ.
Έχεις περπατήσει πολλές φορές σ' αντίστοιχο τοπίο
μόνο που τότε έδειχνε πιο τρυφερό μπροστά σου
Ενώ τώρα η μοναξιά πονά καθώς την ζεις παρέα.
και είν' απορίας άξιο πως χωρά η ζωή σου
ανάμεσα σε δυο σιωπές
και μια ανάσα.

Ας είναι.
Δεν έχει νόημα να τα σκαλίζεις τώρα.
Ίσως να θέλουνε σιωπή οι τωρινές ημέρες.
Ίσως τα λόγια να μην είναι περιτά
γι' αυτό η σιωπή αναγκαία.
Ίσως πάλι η στιγμές απλώς να θέλουν πράξεις
και 'σύ να ήσουν πάντοτε καλός στα μεγάλα λόγια.
Όπως και νά 'χει πάντως σιώπησε
και αφουγκράσου τη μέρα.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Γράμμα Σε Ένα Χαμένο Φίλο

Καλή και άγρια η εποχή με τα τραγούδια
να παιανίζουν έρωτες σε χρόνους περασμένους
και να λιγώνουν τη στιγμή μέχρι δακρύων.
Γεμάτη η μέρα μυρωδιές ξυνές από τον φόβο
που ρίζωσε ανάμεσα σε κάθε νότα.
Σε κάθε ψεύτικο λυγμό.
Σε κάθε κούφιο κέφι.

Εδώ ο χρόνος έχει χαθεί
σ' ένα λαθραίο χειμώνα
που όπως άργησε να 'ρθεί
δε θέλει και να τελειώσει.
Θυμάμαι ακόμα τις στιγμές
που ξοδέψαμε παρέα.

Άγια σπατάλη ηδονής.
Άσκοπη υστερία
γεμάτη από όνειρα και σκληρή εφηβεία.
Ακμή.
Η πόλη ακόμα άγνωστη.
Η άνοιξη στην ακμή της.
Τα σημάδια στο κορμί παράσημα
και ο πόνος λόγος.

Τώρα
Νταλκάδες και καϊμοι μελό
θυμός και αδικία
και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά
η άνοιξη σαν νότα.
Θαμπή απ' την απόσταση
βραχνή απ' την συνήθεια
Κι η πόλη αδιάφορη
σύζυγος στη ρουτίνα.

Σε καρτερώ
Σε χαιρετώ
και σου υπενθυμίζω.
Το σήμερα
Το αύριο
Το χτές
δεν είναι ψέμα.
Οι τόποι είναι αλόκοτοι
οι άνθρωποι είναι ξένοι
και οι φάτσες τους είναι άσχημες
μόνο σαν της κοιτάς.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Μικρό Δυαδικό

Η αλήθεια
πίσω απ' το μηδέν
είναι πάντα κρυμένη

Νυχτερινή Εικόνα

Πεπεισμένοι πως μια λέξη δεν αρκεί
για να διαλύσει τη σιωπή που μας κυκλώνει
μένουμε και οι δυο βουβοί
κυτάζοντας τη νύχτα
βασανιστικά αργά
να λιώνει.