Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Διόνυσος



 Όταν οι Ινδοί άρχοντες έμαθαν πως φτάνει ο Διόνυσος γέλασαν πολύ καθώς αυτό που άκουσαν ήταν πως ο στρατός του αποτελείται από γυναίκες ημίγυμνες που κρατούν λουλούδια και έχουν δόρατος μικρά χωρίς αιχμές στην άκρη. Φτιαγμένα λέει από κισσό και έχουν μικρές ασπίδες που κλαίνε - αν είναι δυνατόν - όταν τις ακουμπήσεις. Οι στρατηγοί του λέει είναι τρείς. Ένας χοντρός και σκεβρωμένος γέρος που έχει πόδια σαν τραγί και γέρνει το κορμί του σε μια μαγκούρα ξύλινη που μόλις το κρατάει. Καβαλάει δε αντί για άλογο ένα μικρό γαϊδούρι που περπατά γκαρίζοντας απ' το μεγάλο βάρος.

Ο δεύτερος είναι ένα θεριό, μα μοναχά στην όψη. Ψηλός και λυγερόκορμος πάνω από τη μέση μα με πόδια κι αυτός τραγιού κι όχι μόνο. Είχε λέει και δύο κέρατα μικρά, κατσικίσια που μόλις που ξεχώριζαν ανάμεσα στα μαλλιά του. Τριγυρνούσε ολόγυμνος και στολισμένος φύλλα, μάλλον κισσού, μπορεί κι αμπελιού, μα σίγουρα πάντως φύλλα. Αυτόν ακόμα και οι γυναίκες τους τον ξεφώνιζαν. Μόλις τις πλησίαζε άρχιζαν να τον ξεφωνίζουν, να χαλάνε τι σειρές και να μην υπακούουν.

Μα κείνος πού 'ταν ο χειρότερος ήτανε ο τρίτος. Μικρό παιδί αυτός αμούστακο. Με τραγίσια κι αυτός ποδάρια και κέρατα μαύρα και μικρά ανάμεσα στις μπούκλες. Αυτός λέγανε πως ήταν το πουλέν του Διονύσου - αν και η ανατροφή τους δεν τους επίτρεπε να σχολιάσουν κάτι τέτοιο δυνατά - αλλιώς δεν εξηγιόταν η συμμετοχή του στο στρατό και μάλιστα σε τέτοιο πόστο.

Αυτός ήτανε όλος κι όλος ο στρατός. Ένας σωρός από φρικιά και εξαθλιωμένες που μπεκρόπινε διαρκώς και βάδιζε δίχως τάξη. Ξεφώνιζε με το παραμικρό. "Ευά" και "Ευή" όλη την ώρα. Μεθυσμένα παραμιλητά και πρόστυχα στιχάκια. Λουλούδια και φύλλα για ρουχισμό και κλαδιά για όπλα. Ούτε για κυνήγι δεν ήταν ικανοί πόσο να μάλλον να πολεμήσουν. Έπιαναν που και που κάποιο ζωντανό με τα γυμνά τους χέρια και το έτρωγαν ωμό. Χωρίς να το μαγειρέψουν. Να φανταστείτε οι πιο συμπονετικοί από τους αρχόντους πρότειναν να τους στείλουν φαγητό για να σταματήσουν αυτή την κτηνωδία και τον εξευτελισμό. Μα ευτυχώς τους συνέφεραν οι άλλοι. Καλοσύνη μεν αλλά μέχρις ένα βαθμό μετά καταντά ανοησία.

Με αυτά που άκουσαν δυσκολεύτηκαν πολύ να βρούνε να πολεμήσουν ένα τέτοιο στρατό χωρίς να εξευτελιστούνε κι αυτοί μ' αυτή την παρωδία. Η παροιμία με τα λάχανα τους ήταν βλέπετε γνωστή και ήτανε λαός που σεβότανε τις παραδόσεις. Στο τέλος αποφάσισαν να στείλουνε στρατό κι αυτοί από γυναίκες. Έτσι η μάχη - αν κι όχι - ισότιμη θα είχε μια κάποια ισορροπία.

Αφού αποφάσισαν αυτό μπορούσαν πια ήσυχοι να περιμένουν τις γυναίκες να ετοιμαστούν και τον Διονυσιακό στρατό να πλησιάσει. Για να διασκεδάσουν την αναμονή λέγανε ιστορίες για περασμένους εισβολείς και ένδοξες μάχες που είχανε παραβρεθεί και ‘φέραν όλοι τους στο κορμί ακόμα τα σημάδια. Τα περασμένα αποκτούν ένα κάποιο μεγαλείο ανάλογο των γενεών που έχουν μεσολαβήσει. Όχι πως θα δυσκολευότανε κανείς να καταλήξει ανάμεσα στη σύγκριση του όποιου χτες με το τώρα. Όπως σχολίασε κάποιος που δυστυχώς δε σώζεται τ' όνομά του ακόμα και ένας σκυλοκαβγάς ανάμεσα σε πόρνες ήταν απείρως πιο ένδοξος από αυτή την μάχη. Το σχόλιο αυτό ξύπνησε ξανά τις διαφωνίες για το πως έπρεπε να χειριστούν αυτή την παρωδία.

Εκεί πάνω τους πετύχανε τα νέα του Διονύσου. Ο στρατός των γυναικών είχε κάψει τις πρώτες πόλεις. Χωρίς να δώσουν ούτε μια μάχη μοναχή. Χωρίς καλά καλά να πλησιάσουν. Από απόσταση. Από μακριά. Ο Διόνυσος επρόσταζε και η πόλη καιγόταν. Η κάθε πόλη.  Το κάθε χωριό. Η πρώτη απ' τα βορειοδυτικά μεγάλη πολιτεία. Η κουστωδία διέσχιζε μετά ατάραχη τη πόλη που κάπνιζε ακόμα απ' τη φωτιά και θρηνούσε το χαμό της και συνέχιζε για την επόμενη χωρίς να σταματήσει. Πλήρεις απαξίωση για λάφυρα και πλούτο. Μόνο όσες γυναίκες ήθελαν μπορούσαν να ακολουθήσουν μα όχι σα σκλάβες παρά ισότιμα με τις άλλες γυναίκες.

Τα νέα αν κι ανήκουστα δεν φέραν πανικό. Σίγουρα ανησύχησαν. Μερικοί μάλιστα τρόμαξαν αλλά η ψυχραιμότεροι τους καθησύχασαν. Δεν ήταν λόγος τώρα για τρόμο. Είχαν στρατό. Άνδρες. Χιλιάδες δόρατα. Άρματα, τοξότες. Είχαν πολεμικούς ελέφαντες δεν κινδύνευαν καθόλου. Κάλεσαν λοιπόν τους άνδρες τους. Έζεψαν τα άρματα, τέντες αν τα τόξα. Φόρεσαν τα πολεμικά καλάθια στους ελέφαντες κι έστειλαν το στράτευμα αντί για τις γυναίκες.

Κι εδώ η ιστορία κορυφώνεται. 

Όταν η πομπή του Διόνυσου συνάντησε το στράτευμα το μόνο που χρειάστηκε ήταν να φωνάξει. Οι γυναίκες εκείνη την ώρα ήταν σε χορό. Οι στρατηγοί όπως πάντα μεθυσμένοι και ο Διόνυσος στο άρμα του αραχτός με ύφος βαριεστημένο. Όταν το βλέμμα του συνάντησε τον ινδικό στρατό το μόνο που έπαιξε ήταν το ένα του φρύδι που ανασηκώθηκε σε μια έκφραση ιλαρής ειρωνείας. Οι γυναίκες χωρίς να δουν τον παρατεταγμένο στρατό εκείνη τη στιγμή τελειώναν το χορό τους με ένα μεγαλόπρεπο και σύνηθες "ευά". Στο άκουσμα της "προσταγής" ο γάιδαρος που βάσταζε τον γέρο στρατηγό πρόσθεση την δική του που με την σειρά της παρέσυρε αυτές των άλλων γαιδάρων που έσερναν το άρμα του θεού. Η ένταση των φωνών αυτό έσπειρε τον πανικό στα ώτα των ελεφάντων που τράπηκαν αμέσως σε φυγή για να τους συντροφεύσουνε αμέσως οι στρατιώτες παρατώντας πίσω τους όλον τον οπλισμό τους.

Έτσι ο Διόνυσος κατέκτησε την Ινδία. Χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα πολύτιμο της ζωής κρασί μονάχα της αμπέλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: