Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Εγώ Για Σένα


Εγώ για σένα θ’ άφηνα
τον χρόνο να μ’ αγγίξει.
Τα χέρια θα κρατούσα χαμηλά
χωρίς καμία σκέψη
θα δεχόμουν κάθε χτύπημα
σαν να ‘ταν απλό χάδι.
Εγώ για σένα θα ‘μουνα
της μοίρας το δοξάρι
κι εσύ βιολί
ακούρδιστο
που θα ‘πρεπε να κουρδίσω.
Εγώ για το χατίρι σου
τον χάρο θα νικήσω.

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Αρχίστε Την Επανάσταση Χωρίς Εμένα


Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα
έχω φασόλια στη φωτιά
και θα κολλήσουν
άσε που δεν έχω τι να ενδυθώ
καινούργιο
έχει ξεφτίσει η στολή κι όλο μπάζει
και το ασπρόμαυρο φουλάρι
το καρό
τώρα φαντάζει
λίγο.

Εδώ που τα λέμε
δεν είναι τις μοδός
όλο αυτό το τσίρκο.
Όλοι αυτοί
οι δήθεν τρελοί
οι τόσο εξοργισμένοι
μου κάνουν λίγο τρε μπανάλ
και δείχνουν ξένοι.

Γι’ αυτό σου λέω.
Εξεργεθείτε αυτή τη φορά
χωρίς εμένα
θα σας προλάβω καθοδόν
αν αλλάξω γνώμη
σάμπως θα πάτε μακριά;
Άντε ως τη γωνία.
Θα σπάσετε δύο μαγαζιά
θα βρίσετε τους μπάτσους
δύο τρεις μολότοφ για το καλό
μέχρι να βρίσετε τους αμερικάνους
έχω καιρό να το σκεφτώ.

Κι αν δεν αλλάξω γνώμη
σας βρίσκω στην επανάσταση τον οκτώ
δεν χάθηκε κι ο κόσμος
ούτε θα αλλάξει τελικά
μιας και δεν μας συμφέρει.

Το Βράδυ Που Μ' Οδήγησε Στη Κρίση


Είχε μια λάμψη αλλόκοτη εκείνο το βράδυ.
Μια λάμψη που δεν έπεφτε στη γη απ´ τον ουρανό
μα ξεπηδούσε απ´ τις γωνιές και κάτω απ´ τους θάμνους
αντικαθιστώντας τις σκιές με κάτι πιο οικείο
κι ίσως ακριβώς για αυτό άπειρος πιο τρομακτικό.

Άφηνα τις σκέψεις μου να σβήσουν στο σκοτάδι
στο τόσο λουσμένο από φως όσο και στη σιωπή
ελπίζοντας πως ο καιρός που τρέχει θα με ξεχάσει
και θα απομείνω στο παρών νέος και δυνατός.

Του κάκου το ξέρω έλπιζα σε τέτοια φαντασία
πως θα ξεφύγω ζωντανός απ´ τον δυνάστη χρόνο
μα ήτανε της φύσης μου άλλη μια αμαρτία
να αγαπάει της ζωής το πρώτο τρίτο μόνο.

Έτσι
όταν κείνο το βράδυ αντίκρισα λουσμένη απ´ το φως
που ξεχυνόταν απ’ τη γη και γέμιζε τη φύση
τη ζωή μου ειλικρινά για πρώτη φορά θαρρείς
δεν είναι να απορεί κανείς που βυθίστηκα στη κρίση.

Κρίση
που αν και το ‘ξερα πως οφειλόταν μόνο
στο ότι γερνούσα επιτυχώς χωρίς να κατορθώσω
να διαπρέψω πουθενά, μήτε να επιτύχω
στα τόσα χρόνια που έζησα μια αλήθεια να αρθρώσω.

Ένοιωθα
πως όφειλα μέσα της να φορτώσω
κάτι που να της δίνει πως να το πω μια σοβαρή αιτία
που αν δεν κατόρθωνε να την ορίσει ως τραγική
να την διαχώριζε απ´ την κοινή βλακεία.

Έτσι
λοιπόν αποφάσισα πως μού ‘φταίγαν όλοι
αυτοί που χρόνια δίπλα μου στεκόντουσαν βουβοί
και δεν χειροκροτούσανε σε κάθε μου βλακεία
πιότερο γιατί πάσχιζαν να μείνουν ζωντανοί.




Αυτοί
που χρόνια δίπλα μου χωρίς να κατανοούνε
το μεγαλείο που έσταζε η κάθε μου πνοή
ζητούσανε από μένανε να δώσω σημασία
στην τόση τους αδιάφορη και μίζερη ζωή. 

Παραμύθι


Στα μέρη της ανατολής λέει ένα παραμύθι
ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς σπάταλος πολύ
που είχε σιγά σιγά όλο το βιός του ξεπουλήσει
για χάρη ενός σχεδίου καταπληκτικού.

Ενός σχεδίου πού ‘δειχνε τον τρόπο να μην πονάει
ότι κι αν τού ‘φερνε μπροστά του η ζωή.
Όλα να πέρναγαν από πάνω του σαν αέρας.
Λύπες, αρρώστιες, συμφορές όλα να δείχνανε σα ψέμα.

Ώσπου έφτασε κάποτε το πλήρωμα του χρόνου
και οι σοφοί που τόσα χρόνια πλήρωνε χρυσάφι
του παρουσίασαν με μια επίσημη τελετή
τη λύση στο πρόβλημα του πόνου.

Με τρεμάμενα χέρια ο βασιλιάς έβγαλε το καπάκι
και πήρε από το κουτί το μαγικό εργαλείο
που ήταν από την μια πλευρά μέταλλο σκαλιστό
κι από την άλλη γυάλινο και λείο.

Φανταστείτε την έκπληξη του βασιλιά
όταν μετά την προτροπή των επιστημόνων
κάρφωσε το βλέμμα του στο γυαλί ψάχνοντας τη λύση
είδε απλά το πρόσωπό του πίσω να τον κοιτάει.

Εδώ


Αυτές οι πέτρες που τραβούν μπρος ευθεία
μέχρι την άκρια του χρόνου
μέχρι της ιστορίας την αχνή αρχή
ο ήλιος με τον χρόνο τις έχουνε ξασπρίσει
και των παππούδων μου τις έχουνε δροσίσει οι σκιές. 

Καθώς Χαράζει


Καθώς χαράζει σε νοσταλγώ
με τα θλιμμένα σου τα μάτια να γυαλίζουν
κάτω από το θαμπό φως.

Νύχτες πολλές ήμουνα μόνος.
Είχα ξεχάσει πλέον ν' ποθώ
να ελπίζω σε κάτι
να προσμένω.
Το κύλισμα του χρόνου απλά ακολουθούσα
καθώς περίμενα να δω
να αλλάζει το φως.

Δεν είμαι σίγουρος πως ξέρω τη μορφή σου.
Θέλω να πω
θυμάμαι τα μελιά σου μάτια
τα χείλια τα απαλά που βίαια αγγίζουν
τον τρόπο που κινούνται τα σκούρα σου μαλλιά
μέσα στην ηδονή σου
μα προσπαθώντας να συνθέσω τη μορφή σου
φτιάχνω εικόνες που δεν είναι πιστευτές.
Ίσως γιατί πάντα κάτι λείπει.
Αυτά που έχω ποτέ δεν είναι αρκετά.
Ίσως πάλι γιατί δε μου ανήκει
αυτή η εικόνα που τόσο λαχταρώ.

Μα καθώς χαράζει
νοσταλγώ κομμάτια απ' τη μορφή σου.
Σα κλέφτης αρπάζω ότι στοιχεία βρω.
Συνθέτω μια εικόνα
που την κρατώ σφιχτά
για να αποκοιμηθώ.

Νησιά


Είμαστε νησιά είχε κάποιος
κάποτε πει
και δε μπορεί
κανένας να μας σμίξει.
Ανάμεσό μας θάλασσα βαθιά
που με κάθε της κυματισμό
μας απομακρύνει.
Κάθε ανάσα μας λες
και φουσκώνει τα πανιά
που μας σπρώχνουν μακριά
σε χωριστά νερά
σε θάλασσες μεταξύ τους ξένες.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Μικρή Κεραμική Ιστορία


 Έριξα το τσιγάρο στο τασάκι κι έμεινα να χαζεύω τον καπνό που ανέβαινε από συνήθεια στα ουράνια.

“Κάποια στιγμή πρέπει να μάθω να τα σβήνω”

Σκέφτηκα

“κι αν όχι, δεν γαμείς . . . Κάποια στιγμή θα μάθω να τα σβήνω”

Έτσι κι αλλιώς αυτή η αναμονή είναι η πιο ήσυχη στιγμή μέσα στη μέρα. Τείνει να γίνει η πιο αγαπητή απλά και μόνο γιατί είμαι μόνος μου παρέα. Το highlight της μέρας μου (ίσως και της ζωής μου).

_“Μόνο να μην μύριζε τόσο άσχημα ο καπνός”

Μούγκρισα δικαιολογημένα.

_“Μόνο αυτό”

Η κεραμικού γεμάτη κίνηση. Σχήμα οξύμωρο αλλά πέρα για πέρα αληθές. Πολυφωνία. Ποικιλομορφία. Ράτσες γελαστές κι έλληνες με τη γνωστή γεμάτη οργή γκριμάτσα που τείνει να γίνει χαρακτηριστικό γνώριμα ολόκληρης της φυλής. Της φυλής της Αθήνας. Πως τα καταφέραμε έτσι είναι να απορείς. . . κι έπειτα να σκας στα γέλια. Είχε δίκιο ο Μπάιρον τελικά. Νωθροί. Χαζοί. Άσχημοι και με χαμηλό κώλο.

Δε γαμείς. Έτσι είναι η ζωή, έτσι θα τη ζήσεις. Το λέει και ο τοίχος απέναντι ακριβώς:

THAT FACE

Και πιο κάτω

WITH AN UNGLY FACE LIKE THIS” μικρό κενό και με γραφικό χαρακτήρα διαφορετικό:

“ ΠΡΟΣΒΆΛΕΙ ΤΑ ΟΥΡΆΝΙΑ”

Όταν ο τοίχος έχει περισσότερα να πει, καλύτερα να σωπαίνεις.

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Το Χρονικό Της Απελπισμένης Πόλης

(Μέρος α')

Ήτανε δύσκολοι καιροί.

Γεμάτοι πίκρα
οι άνθρωποι
γεμάτοι πόνο.
Πόνο που έφερνε οργή
στους τυχερούς αυτού του κόσμου.
Σε όλους τους υπόλοιπους η οργή
γινόταν απόγνωση.
Η απόγνωση γινόταν απελπισία.
Κι η απελπισία αυτή σε απορροφούσε τόσο
που νόμιζες πως το μόνο που είχες ήτανε
τα δάκρυα τα στεγνωμένα
κι αυτόν τον κόμπο στον λαιμό
που έτεινε να σε πνίξει.

Ήτανε δίπλα σου διαρκώς.
Ξάπλωνες να κοιμηθείς κι αυτή
σύντροφος πιστή
ήτανε κιόλας εκεί
μισόκοιμισμένη.
Με ανάσα βαριά.
Μάτια θολά
μα μια αγκαλιά ανοιχτή
ζεστή
πνιγηρή.
Πρόθυμη να σε νανουρίσει.
Φίλη πιστή.
Ερωμένη υπάκουα δοτική
που αδημονούσε να σε ικανοποιήσει.

Σα ξυπνούσε το πρωί
χαμογελώντας σού 'λεγε καλημέρα.
Όπως χαμογελάει ο καρχαρίας πριν επιτεθεί.
Όπως γυαλίζει ο σουγιάς του Μακ
και γαληνεύει η φύση πριν ξεσπάσει.

Σε ακολουθούσε ολημερίς.
Αμίλητη μα παρηγορητική
περιμένοντας εσύ να την αντιληφθείς.
Εσύ να την αποθυμήσεις.
Μπορεί να σού 'παιρνε λίγο καιρό
μα ήταν σίγουρη πως θα την αναζητήσεις.
Θα την συνήθισες τόσο πολύ
που θα σου ήταν αδύνατον
χωρίς αυτή να ζήσεις.



Έτσι κυλούσε ο καιρός
δύσκολος και απελπιστικός
αλλά ποτέ μόνος.
Περνούσανε οι εποχές και κύκλωνε ο χρόνος.
Γέμισε ο τόπος από ικανοποιημένους.
Οργισμένους βαλκάνιους
απελπισμένα ευτυχισμένους.