Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Το Χρονικό Της Απελπισμένης Πόλης

(Μέρος α')

Ήτανε δύσκολοι καιροί.

Γεμάτοι πίκρα
οι άνθρωποι
γεμάτοι πόνο.
Πόνο που έφερνε οργή
στους τυχερούς αυτού του κόσμου.
Σε όλους τους υπόλοιπους η οργή
γινόταν απόγνωση.
Η απόγνωση γινόταν απελπισία.
Κι η απελπισία αυτή σε απορροφούσε τόσο
που νόμιζες πως το μόνο που είχες ήτανε
τα δάκρυα τα στεγνωμένα
κι αυτόν τον κόμπο στον λαιμό
που έτεινε να σε πνίξει.

Ήτανε δίπλα σου διαρκώς.
Ξάπλωνες να κοιμηθείς κι αυτή
σύντροφος πιστή
ήτανε κιόλας εκεί
μισόκοιμισμένη.
Με ανάσα βαριά.
Μάτια θολά
μα μια αγκαλιά ανοιχτή
ζεστή
πνιγηρή.
Πρόθυμη να σε νανουρίσει.
Φίλη πιστή.
Ερωμένη υπάκουα δοτική
που αδημονούσε να σε ικανοποιήσει.

Σα ξυπνούσε το πρωί
χαμογελώντας σού 'λεγε καλημέρα.
Όπως χαμογελάει ο καρχαρίας πριν επιτεθεί.
Όπως γυαλίζει ο σουγιάς του Μακ
και γαληνεύει η φύση πριν ξεσπάσει.

Σε ακολουθούσε ολημερίς.
Αμίλητη μα παρηγορητική
περιμένοντας εσύ να την αντιληφθείς.
Εσύ να την αποθυμήσεις.
Μπορεί να σού 'παιρνε λίγο καιρό
μα ήταν σίγουρη πως θα την αναζητήσεις.
Θα την συνήθισες τόσο πολύ
που θα σου ήταν αδύνατον
χωρίς αυτή να ζήσεις.



Έτσι κυλούσε ο καιρός
δύσκολος και απελπιστικός
αλλά ποτέ μόνος.
Περνούσανε οι εποχές και κύκλωνε ο χρόνος.
Γέμισε ο τόπος από ικανοποιημένους.
Οργισμένους βαλκάνιους
απελπισμένα ευτυχισμένους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: