Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Μικρή Κεραμική Ιστορία


 Έριξα το τσιγάρο στο τασάκι κι έμεινα να χαζεύω τον καπνό που ανέβαινε από συνήθεια στα ουράνια.

“Κάποια στιγμή πρέπει να μάθω να τα σβήνω”

Σκέφτηκα

“κι αν όχι, δεν γαμείς . . . Κάποια στιγμή θα μάθω να τα σβήνω”

Έτσι κι αλλιώς αυτή η αναμονή είναι η πιο ήσυχη στιγμή μέσα στη μέρα. Τείνει να γίνει η πιο αγαπητή απλά και μόνο γιατί είμαι μόνος μου παρέα. Το highlight της μέρας μου (ίσως και της ζωής μου).

_“Μόνο να μην μύριζε τόσο άσχημα ο καπνός”

Μούγκρισα δικαιολογημένα.

_“Μόνο αυτό”

Η κεραμικού γεμάτη κίνηση. Σχήμα οξύμωρο αλλά πέρα για πέρα αληθές. Πολυφωνία. Ποικιλομορφία. Ράτσες γελαστές κι έλληνες με τη γνωστή γεμάτη οργή γκριμάτσα που τείνει να γίνει χαρακτηριστικό γνώριμα ολόκληρης της φυλής. Της φυλής της Αθήνας. Πως τα καταφέραμε έτσι είναι να απορείς. . . κι έπειτα να σκας στα γέλια. Είχε δίκιο ο Μπάιρον τελικά. Νωθροί. Χαζοί. Άσχημοι και με χαμηλό κώλο.

Δε γαμείς. Έτσι είναι η ζωή, έτσι θα τη ζήσεις. Το λέει και ο τοίχος απέναντι ακριβώς:

THAT FACE

Και πιο κάτω

WITH AN UNGLY FACE LIKE THIS” μικρό κενό και με γραφικό χαρακτήρα διαφορετικό:

“ ΠΡΟΣΒΆΛΕΙ ΤΑ ΟΥΡΆΝΙΑ”

Όταν ο τοίχος έχει περισσότερα να πει, καλύτερα να σωπαίνεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: